Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

Σφενδόνη


Όπως ο Νώντας κατέβαινε τη Σίνα, πηγαίνοντας προς την Τράπεζα, για κάτι πληρωμές του μαγαζιού, 20 Μαρτίου του '73 και ώρα έντεκα και τέταρτο πρωϊνή, ένοιωσε άξαφνα ένα κάψιμο, στο δεξί του το κωλομέρι. Χαμός γινόταν έξω από τη Νομική, φοιτητές, διαδηλωτές, αστυνομία, φωτιές, καπνοί, πέτρες, σφαίρες. Πιάνει ο Νώντας τον κώλο του, να δεί τί διάολο τον έκαψε, γεμίζει η παλάμη του αίματα. "-Ωχ μάνα μου, με φάγανε οι κερατάδες", σκέφτηκε, αλλά τελικά δεν τον είχανε φάει, μόνο μια αδέσποτη τον είχε πετύχει, στα καπούλια. Κάποιος χριστιανός βρέθηκε, να περνάει από κει κοντά με γιώτα-χι, φόρτωσε μέσα τον Νώντα -χάλια του τα έκανε τα καθίσματα του ανθρώπου, ντροπή- και τράβηξαν γραμμή για τον Ερυθρό Σταυρό, που εφημέρευε.
Έστησε ο γιατρός το Νώντα μπρούμυτα, του κατέβασε τα βρακιά και έπιασε να τον ψαχουλεύει με τη λαβίδα και το νυστέρι, μέχρι να βρεί το βλήμα. "-Αμάν, γιατρέ, με ψόφησες", παραπονέθηκε ο Νώντας, αλλά ο γιατρός του είπε να κάνει τουμπεκί και το σταυρό του, καθώς ήταν τυχερός που τον βρήκε η σφαίρα στα μαλακά μόρια και δεν πήγε λίγο πιό πάνω, αλλιώς θα του είχε τσακίσει τους σπόνδυλες και μετά θα την έβγαζε για πάντα πάνω σε ρόδες, να λειώνει λάστιχα καροτσιού αντί για παπούτσια.
Κανονικά, εκείνον τον καιρό, επί Εθνοσωτηρίων Κυβερνήσεων, όταν έτρωγες καμμιά αδέσποτη -δεν έπεφταν δα και λίγες- πήγαινες στο νοσοκομείο, σου βγάζανε από μέσα το μολύβι και το βούλωνες, για να μη βρείς κάνα χοντρό μπελά. Ο Νώντας όμως δεν ήταν τέτοια περίπτωση. Ήτανε ποντιακό κεφάλι, αγύριστο και μνησίκακο. Κι όσο σκεφτόταν ότι κάποιος κερατάς μπασκίνας σήκωσε κουμπούρι κι έριξε στο ψαχνό μέσα στο πλήθος, τόσο φούντωνε και με το δίκιο του. "Κλανκ" έκανε το βλήμα μόλις το άφησε ο γιατρός να πέσει ματωμένο μέσα στο τετζερέδι, παραδίπλα. Του έκανε και την απαραίτητη κοπτοραπτική του Νώντα, του πασπάλισε τον κώλο με σουλφαμιδόσκονη τονε μπαντάρισε και με γάζες, "άειντε ρε, στο καλό και σιδερένιος". Ευχαριστώ, γιατρέ, δώσ' μου και το βλήμα τώρα. "-Τί να το κάνεις το βλήμα;" Το θέλω για σουβενίρ, αποκρίθηκε ο Νώντας, "-μωρέ και δεν το παίρνεις, δικό σου είναι", λέει κι ο γιατρός, το σκούπισε και του το χάρισε.

Πάει σπίτι ο Νώντας, τονε βλέπει η μάνα του κουρελή και ματωμένο, να κουτσαίνει κιόλας, "-ωχου γιόκα μου, τί έπαθες σπλάχνο μου;", έσκουξε η γριά, μάνα χέσε με και βάλε φαϊ γιατί πεινάω. Το φυσάει και δεν κρυώνει τώρα ο Νώντας, που τον κάνανε ζωντανό στόχο οι μπασκίνες. Το μελετάει από δω, το μελετάει από κει, όλη νύχτα το μελέταγε, στο τέλος βρήκε άκρη, πως θα το χειριζότανε το πράμα. Σηκώνεται την άλλη μέρα -τονε τραβάγανε και τα ράμματα παναθεμάτα- πλένεται, ξουρίζεται, φτιάχνει και τη φαβορίτα, έξι πόντους επί ενάμισυ, βουρτσίζει και το μαλλί -μακρύ ίσαμε τον ώμο, χωρίστρα δεξιά- βάζει και την κοστουμιά του τη μοντέρνα, καμπάνα παντελόνι βυσινί, ζώνη με αγκράφα μπρούτζινη, ίσαμε ένα κιλό θα πήγαινε, σακάκι βελουδένιο καφετί, στενό-μεσάτο, φοράει και το πατούμενο με την τακούνα την εξάποντη κι έτοιμος, γαμπρός. Όλα κι όλα, είναι μοντέρνος ο Νώντας και λεβεντόπαιδο, πεζοναύτης στο στρατό, ένα ογδόντα μπόϊ, ένα ογδόντα έξι με την τακούνα, θεόρατος. Αυτός είναι κι ο λόγος που τονε ζαχαρώνουνε κάμποσες μορφονιές στη γειτονιά, μα ο Νώντας είναι μικρός ακόμα, τώρα δα απολύθηκε από φαντάρος, έχει και Ανωτάτη Εμπορική στη μέση, που λέει ο λόγος, και πρέπει να βοηθάει λίγο και τον πατέρα στο μαγαζί "Χρώματα-Σιδηρικά-Εργαλεία-Στεφανίδης και Υιός", αυτός είναι ο Υιός, ο μονογενής. Γι' αυτό σου λέω, άσε ακόμη καμμιά δεκαετία, κι από γυναίκες, να. Για την ώρα, το σατανικό σχέδιο Νώντα, σε εφαρμογή.

Βήμα Πρώτο : Μπουκάρει ο Νώντας σε είδη καπνιστού, "-θέλω μια καλή πίπα για δώρο", λέει του υπαλλήλου, "-βεβαίως κυριέ μου, ορίστε, αυτή έτσι, αυτή αλλιώς", ετούτη εδώ θέλω, διαλέγει ένα τσιμπούκι σπέσιαλ, από ξύλο κοκομπόλο μεξικάνικο, φιδόξυλο το λένε μου φαίνεται, εκατόν είκοσι δραχμές, ξεφραγκιάστηκε ο Νώντας, αλλά υπάρχει λόγος.

Βήμα δεύτερο : Ταξί ! Μπουμπουλίνας πάμε, στην Ασφάλεια. Στην Ασφάλεια δουλεύει ο ξάδελφος, ο Χρηστάρας, στο εγκληματολογικό, βαλλιστική υπηρεσία. Πάει να μπει στο κτίριο ο Νώντας, "-τί θες εσύ ρε;" τον ρωτάει ο αστυφύλαξ στο φυλάκιο απόξω, "-τον κύριο Στεφανίδη τον Χρήστο, ο ξάδελφός του ο Νώντας είμαι, έτσι να του πείτε". Τον κόβει καχύποπτα το όργανο, "κάτσε δω και μην κουνηθείς ρούπι, να ειδοποιήσω κάτω", ειδοποιεί κάτω, "άντε, τράβα μέσα", του κάνει τελικά τη χάρη το όργανο. Περνάει ο Νώντας, πάει κάτω στα εργαστήρια, "-βρε καλώς τον Νώντα, πώς από 'δω Νώντα μου ;", εξεπλάγη ο ξάδελφος.
"-Ε, περαστικός ήμουνα και λέω, βρε δεν πάω να δω και το ξαδελφάκι μου, που το πεθύμησα ; Και τί σου ΄φερα, να δεις. Έκπληξη. Ένα τσιμπούκι, πρώτο πράμα!"
Χάρηκε ο ξάδελφος ο Χρηστάρας, άστραψε το μάτι του : "-Σοβαρά βρε ξάδελφε ; Με συγκινείς. Για λέγε. Ξανθιά ; Μελαχροινή ; Πού την έχεις ;" -Όχι ρε ξάδελφε, δεν με κατάλαβες, πίπα λέω, απ' αυτές που ανάβεις σαν τον Σέρλοκ Χολμς ή μήπως το 'κοψες το ρημάδι ; Όχι, δεν το είχε κόψει, αλλά σα να απογοητεύτηκε αρχικά ο ξάδελφος. Μόλις όμως άνοιξε το κουτί και είδε το πολυτελές δώρο, ξανάφτιαξε η διάθεσή του. "-Ελα μωρέ, πήγες και ξοδεύτηκες, δεν έπρεπε". Ε, δε βαριέσαι, έναν ξάδελφο τον έχουμε, λέει ο Νώντας. Ορίστε και τα καφεδάκια μας, κουβεντούλα, άναψε κι ο ξάδελφος το τσιμπούκι του, να το εγκαινιάσει και ντουμάνιασε ο τόπος.
"-Βρε Χρήστο, ξέρεις τί σε ήθελα ; Μπορείς να βρείς από πού διάολο προέρχεται αυτή η σφαίρα ;" ρωτάει ο Νώντας και ταυτόχρονα κάνει έτσι και πασάρει στον ξάδελφο το στραπατσαρισμένο βλήμα . Σκοτείνιασε αυτός, ξαφνικά. "-Πού το βρήκες αυτό ρε;". Το και το, του εξηγεί ο Νώντας. Μου ρίξανε έξω από τη Νομική και με πήρε στον κώλο, εντάξει, μια γρατζουνιά είναι, αλλά από περιέργεια ρε αδελφέ, θέλω να μάθω ποιός μου την έριξε. Δικός σας ήταν πάντως, της αστυνομίας. "-Όρεξη έχεις καημένε; Τί το σκαλίζεις τώρα ; 'Άστο να πάει στο διάολο, αφού φτηνά τη γλίτωσες". Όχι, όχι, επιμένω. Μια χάρη σου ζητάω κι εγώ, αίμα σου είμαι, τόσο δύσκολο είναι πιά ; Με τα πολλά τα παρακάλια, μπήκε στο φιλότιμο ο ξάδελφος -ντράπηκε κιόλας ν' αρνηθεί, ενόσω μάλιστα κάπνιζε και το δώρο του Νώντα- "-καλά, άστο εδώ χάμω και θα σου πω, να ξέρεις όμως ότι σε μεγάλο μπελά με βάζεις". Σε φχαριστώ ρε Χρηστάρα, είσαι λεβεντιά.
Τρείς μέρες έκανε ο Χρήστος να βρει από πού ρίχτηκε το βλήμα. Το βρήκε όμως, ο αητός. Σμιθ εντ Γουέσσον, ρεβόλβερ, τριάντα οκτώ σπέσιαλ, αριθμός σειράς UAE1489, χρεωμένο στον -κάτσε να δούμε στα κιτάπια μας- α, μάλιστα, στον αρχιφύλακα Χουσάκο Θεόδωρο, της Ασφάλειας Αθηνών. "-Μακρυά απ΄αυτόν τον διάβολο, Νώντα", τον συμβούλεψε χαμηλόφωνα ο ξάδελφος στο ουζερί που βρέθηκαν, "είναι μανιαούρι ύπουλο και κοίτα μην κάνεις καμμιά τρέλλα, γιατί θα μπλέξεις άσχημα". Όχι ρε συ Χρήστο, μην ανησυχείς, μια φάρσα θα του κάνω μόνο, ίσα ίσα για να λέω πως πήρα το αίμα μου πίσω. Καλλιθέα είπαμε μένει ; Μενελάου 94, εντάξει, θα το θυμάμαι. Όχι ρε ξάδελφε, μη με ζαλίζεις άλλο, δεν πρόκειται να σε ανακατέψω πουθενά ούτε έμαθα τίποτα από σένα, ξέχνα το. Τα ούζα τα κερνάω εγώ.
Βήμα Τρίτο : Από το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς, ο Νώντας αγοράζει πέντε-έξι βώλους, μεσαίο μέγεθος, απ' αυτούς τους χρωματιστούς που παίζουνε γκαζές οι πιτσιρικάδες. Τους χώνει στην τσέπη μαζί με τα ρέστα και τραβάει για το σπίτι του.

Βήμα Τέταρτο : Άντε τώρα ν' ανέβεις στο πατάρι, με τον κώλο γεμάτο ράμματα. Ανέβηκε πάντως ο Νώντας και τώρα ψάχνει τις κούτες, να βρεί εκείνη τη διαβολεμένη τη σφεντόνα, που 'χε μικρός. Άσσος στο σημάδι ο Νώντας, άφταστος στη σφεντόνα. Στα εικοσιπέντε μέτρα τον σπούργο, πάρτον κάτω απ' το κλαδί, στα τριάντα τον κότσυφα. Με τη μία, εν ψυχρώ και με τα δυό μάτια ανοιχτά. Πουλί δεν γλίτωνε, έτσι το ΄βαζε μες τη διχάλα ο Νώντας. Νά τη η σφεντόνα, τη βρήκαμε. Λάστιχα καινούργια θέλει μόνο, σιγά το πράμα. Άντε τώρα να κατέβεις απ' το πατάρι, με τον κώλο γεμάτο ράμματα.

Βήμα Πέμπτο : "-Πατέρα, θέλω τ' αμάξι, για αύριο". Καλά, πάρτο, αλλά το νού σου. Πολύ το προσέχει τ΄αμάξι ο πατέρας του, Φίατ 124 σεντάν, του '67, καινούργιο αυτοκίνητο. Οδηγεί ο Νώντας προς Καλλιθέα, από τα χαράματα ήδη, Μενελάου 94, πολυκατοικία, κάτσε να δούμε τα κουδούνια, ορίστε, "Χουσάκος-1ος όροφος", εδώ μένει ο πούστης. Ξαναμπαίνει στο αμάξι ο Νώντας και παραφυλάει την είσοδο της πολυκατοικίας, να δει γκρί στολή να βγαίνει από μέσα. Η σφεντόνα στο κάθισμα δίπλα του, οι βώλοι στην τσέπη. "-Σφαίραν έδωκες, σφαίραν θα λάβεις, καργιόλη Χουσάκο", σκέφτεται ο Νώντας κι ανυπομονεί να βγεί ο μπασκίνας για να του την ανάψει κατακούτελα τη σφεντονιά. Μωρέ, θα σου κάνω εγώ το κεφάλι πασχαλινό αυγό, αλητάμπουρα και να δούμε στο τέλος ποιός από τους δυό μας θα φοράει τα πιό πολλά ράμματα. Όμως, ο Χουσάκος δεν εμφανίζεται. Βρε μπας κι έχει κάνα ρεπό σήμερα ; Ας περιμένουμε ακόμη λίγο. Το λίγο έγινε πολύ και σηκώθηκε ο ήλιος κι όπως ήταν ψόφιος ο Νώντας έγειρε πίσω στο κάθισμα και τον πήρε κανονικά.

Ντουκ-ντουκ, ένα δάκτυλο κοπανάει τώρα το τζάμι του Φίατ, πετάγεται από τον ύπνο ο Νώντας, βλέπει μια μαντάμ πολύ όμορφη απόξω, σκυμμένη προς τη μεριά του οδηγού, να του κάνει νεύμα να κατεβάσει το παράθυρο. Το κατεβάζει ο Νώντας, "-καλέ, σας βλέπω από το μπαλκόνι όλο το πρωϊ, να ξεροσταλιάζετε εδώ μέσα, συνάδελφος του άντρα μου είστε, έτσι, καλά δεν το κατάλαβα ; Αχ, αυτός ο Θόδωρος, πάλι έστειλε να με παρακολουθούν, πάντα καχύποπτος!". Ο Νώντας σε σύγχυση. -Ποιός Θόδωρας, ποιός άντρας σας, τίνος συνάδελφος είμαι ;
"-Καλέ αστυνομικός δεν είστε κι εσείς, της ασφάλειας ; Ελάτε τώρα, δεν υπάρχει λόγος να κρύβεστε, κάθε τόσο μου στέλνει ανθρώπους ο Θόδωρος, από την υπηρεσία, για να ελέγχει τις κινήσεις μου. Ανησυχεί βλέπετε, μην και διολισθήσω". Μωρέ και με το δίκιο του ανησυχεί ο Θόδωρας, βρε τί γκομενάρα είναι ετούτη εδώ πέρα, Θεέ και Κύριε, μεγαλοδύναμε, όταν έχεις έμπνευση, δεν πιάνεσαι.
"-Συγγνώμη", αντιδρά κάποτε ο Νώντας, "-είστε η σύζυγος του κυρίου Χουσάκου ;" "-Ναι, καλέ, αφού το ξέρετε ήδη ! Αχ, παιχνιδιάρης είσθε !" σκάει στα γέλια η μαντάμ. Πιό μελωδικό γέλιο δεν έχει ματακούσει ο Νώντας. Βρε τον Χουσάκο. -Πού να την πέτυχε άραγε αυτήν την κούκλα ; Εικοσπεντάρα την κόβει, καστανή, όλο νάζι και σκέρτσο. Μπλέξιμο όμως. "-Ο αρχιφύλακας που είναι τώρα ;", ρωτάει ο Νώντας. Υπηρεσία είναι, λέει η γυναικάρα. Σε επιφυλακή όλη η Ασφάλεια, τουλάχιστον μέχρι αύριο τα ξημερώματα, χαμός γίνεται στην Αθήνα. Ξαφνικά, ο Νώντας συνειδητοποιεί ότι ο Χουσάκος θα πέρασε το πρωϊ από μπρος του, αλλά αυτός δεν τον αναγνώρισε, επειδή περίμενε να δει αστυνομικό με στολή. Ο Χουσάκος όμως δεν φοράει στολή, είναι ασφαλίτης είπαμε. Τόσο απλό. "-Γαμώτο, πόσο βλάκας μπορεί να είμαι ;", αναλογίζεται. Η μαντάμ αποδεικνύεται και φιλόξενη :"-Λοιπόν, ελάτε πάνω, να σας ετοιμάσω ένα καφεδάκι, δεν είναι σωστό να κάθεστε εδώ. Έτσι κι αλλιώς, σας πήρα είδηση πιά!". Άντε πάλι το μελωδικό γέλιο. -Σίγουρα δεν θα γυρίσει ο Χουσάκος ; "-Σίγουρα καλέ. Αύριο και εάν. Δεν ακούτε τί γίνεται στην Αθήνα ; Εσείς πάντως τη σκαπουλάρατε, για το χατίρι μου". Να πάλι το γέλιο.
Ωραίο διαμέρισμα έχει ο Χουσάκος. Όλα ωραία τα έχει ο Χουσάκος. Να μην πυροβολούσε και στο ψαχνό, τί καλά που θα ήταν. Ήπιανε το καφεδάκι, ο Νώντας με τη μαντάμ -Καίτη τη λένε- μεσημέριασε πιά, εγώ να πηγαίνω, δεν έχετε να πάτε πουθενά, πρέπει να με παρακολουθείτε στενά, να ΄σου πάλι το γέλιο, να 'σου κι οι μεζέδες, να ΄σου κι η κουβεντούλα η ψιλή. Έμαθε κάμποσα ο Νώντας. Εφτά χρόνια παντρεμένοι ο Χουσάκος με τη Χουσάκαινα, την Καίτη -καλλονή η Καίτη, τύφλα να ΄χει η Σοφία Λώρεν-, καλό παιδί ο Θόδωρας, μόνο λίγο νευρικός και πολύ ζηλιάρης, αδελφέ μου. Ούτε στον μπακάλη δεν πάει το Καιτάκι, δίχως να το μάθει ο μπασκίνας. Και τελικά, όσο προχωράει η κουβέντα, προκύπτει ότι δεν είναι "λίγο" νευρικός, αλλά είναι πολύ νευρικός. Ειδικά τελευταία, με τα επεισόδια, δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί του. "-Ενώ εσείς φαίνεσθε πράος άνθρωπος και το μαλλί πολύ σας πάει. Κι η φαβορίτα. Δεν έχω ξαναδεί ασφαλίτη σαν και του λόγου σας". Εμ, σάμπως βλέπεις και τώρα ασφαλίτη ; Α, σας ευχαριστώ πολύ μαντάμ, είναι κάλυψη η μοδέρνα εμφάνιση που βλέπετε, για τον ιερό σκοπό της υπηρεσίας, καταλαβαίνετε. Ώστε να διεισδύουμε στους πυρήνες των αναρχικών. Μα πήγε η ώρα κιόλας δύο, πρέπει να πηγαίνω. Α, αποκλείεται, θα καθήσετε να φάμε παρέα, ντροπή είναι να φύγετε μεσημεριάτικα, επιμένω. Ε, αφού επιμένεις, να κάτσω, μόνο να μην εμφανιστεί ο Χουσάκος, διότι αυτή τη φορά δεν θα μου ρίξει στον κώλο, αλλά κατακέφαλα. Για πότε φάγανε στην τραπεζαρία, για πότε καταλήξανε στην κρεβατοκάμαρη, ποτέ δεν συνειδητοποίησε ο Νώντας. Εκεί καταλήξανε πάντως. Κι η ώρα πήγε επτά και είναι ώρα να του δίνουμε, μην μπουκάρει αιφνιδίως ο κερατάς και γίνει χαμός εδώ μέσα. Φιλιά λαχανιασμένα, στην πόρτα. Κάνε μου τη χάρη όμως, μην αναφέρεις στον άντρα σου ότι ήρθα σήμερα για παρακολούθηση. Κάτι θα σκεφτώ και θα τα μπαλώσω με την υπηρεσία. Εντάξει Νώντα μου, μείνε ήσυχος. Έλα μεθαύριο το πρωϊ, αν μπορείς, πάλι θα λείπει αυτός. Κάτσε από κάτω και περίμενε, όπως σήμερα. Θα σε μπάσω μέσα, μόλις ξεκουμπιστεί και φύγει.

Για να μην τα πολυλογούμε, έκτοτε έγινε τακτικός ο Νώντας στη Μενελάου 94. Δώστου φασαρίες στην Αθήνα, δώστου επιφυλακές ο Χουσάκος, δώστου επισκέψεις ο Νώντας, να προπονείται σκληρά στο άλμα εις τριπλούν, μετά της κυρίας Καίτης. Αυτή η δουλειά, πήγε μήνες. Ε, κάποια στιγμή της ξεφούρνισε ο Νώντας της Καίτης, ότι δεν ήταν στ' αλήθεια. ασφαλίτης. "-Δεν πειράζει, ακόμη καλύτερα", είπε αυτή. Για να μην τους πάρουνε μυρωδιά οι τύποι που έστελνε κατά καιρούς ο Χουσάκος να φυλάνε την τιμή του στεφανιού του, όταν το πεδίο ήταν καθαρό η Καίτη σήκωνε τα ρολά της βεράντας, σύνθημα ότι η είσοδος είναι ελεύθερη. Κατεβασμένα ρολά, σήμαινε δρόμο κι έλα πάλι από αύριο Νώντα μου, η σημερινή προπόνηση αναβάλλεται.

Όλα ωραία και καλά, μόνο που ο Χουσάκος είχε αρχίσει να αγριεύει για τα καλά. Ειδικά μετά τον Νοέμβρη, μετά το Πολυτεχνείο, τα νεύρα του είχανε γίνει ατσαλόσυρμα. Σήκωνε και χέρι πιά και την καταχέριαζε την Καιτούλα. Αυτή βέβαια, σαν τη γυναίκα του Χότζα, ήξερε κατά βάθος γιατί τις έτρωγε, αυτός όμως που δεν ήξερε, γιατί τη βάραγε την κοπέλα ; Για πές μου εμένα. Τα μαθαίνει ο Νώντας, γίνεται έξαλλος. Τώρα πιά, ήταν για τα καλά τσιμπημένος με την Καίτη, μα κι αυτή το ίδιο. Κοντεύανε μαζί χρόνο, στο παράνομο. "-Παράτα τον τον αλήτη, χώρισέ τον". Εύκολο ήταν ; Θα την πυροβολούσε σα μοσχάρι, έτσι και άκουγε για διαζύγια.

Καλά. Ένα βραδάκι, είναι από κάτω πάλι ο Νώντας και περιμένει να φύγει ο Χουσάκος, για να μπουκάρει εκείνος. Αλλαγή φρουράς. Τους βλέπει ο Νώντας από τ' αμάξι, τον Χουσάκο να σηκώνει χέρι και να καρπαζώνει άγρια τη μικρή. Σπρώχνει την πόρτα του αμαξιού ο Νώντας, βγαίνει έξω κι ανοίγει το πορτ-μπαγκάζ. Εδώ είναι ακόμα η σφεντόνα, καλά το θυμόταν. Να κι οι βώλοι, να γυροφέρνουν εκνευριστικά, σε κάθε στροφή του τιμονιού. Κοιτάει τριγύρω, ψυχή. Σηκώνει τη σφεντόνα και βάζει τη μοσχαροκεφαλή του Χουσάκου στο πρωτόγονο τριγωνικό σκόπευτρο. Τραβάει το λάστιχο, βαστάει την ανάσα του. Σβιν, φεύγει η βολίδα με φόρα. Πάρτην κάτω τη τζαμαρία του σαλονιού, την ακούει να γίνεται θρύψαλα. Μέχρι να κατεβάσει τη σφεντόνα ο Νώντας, ο Χουσάκος έχει χαθεί από το καρέ. Πάρτον κάτω κι αυτόν. Στριγγλιές. Αυτή είναι η Καίτη. Μπαίνει στο Φίατ ο Νώντας, βάζει μπρος και συμπλέκει όμορφα την πρώτη, χωρίς βιασύνες και πανικούς. Δρόμο από δω χάμω.

Γενάρης του '74. Ο Χουσάκος είναι στον Ευαγγελισμό, σε κώμα, με βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, την είχε φάει στην παρεγκεφαλίδα. Πράξις αντεκδικήσεως, προφανέστατα, εκ μέρους αναρχικών στοιχείων, εις βάρος υπαξιωματικού της Αστυνομίας Πόλεων και λοιπά και λοιπά. Να τον βρήκανε άραγε το βώλο ; Να δεις, που θα τον πήγανε στον ξάδελφο, στη βαλλιστική, για εξέταση. Τί να τους πεί δηλαδή κι ο εξάδελφος ; "-Το υάλινον σφαιρίδιον εβλήθη πιθανότατα υπό σφενδόνης" ή κάτι τέτοιο. Ναι, άντε βρείτε άκρη τώρα. Οκτώ μέρες έκατσε ο Χουσάκος στην εντατική και μετά βγήκε. Ή μάλλον δεν βγήκε ακριβώς. Τον βγάλανε, οριζόντιο στο φορείο, σκεπασμένο με σεντόνι.
Τον Ιούλιο τον ξαναπήρανε φαντάρο τον Νώντα. Επιστράτευση. Εκεί, κάπου μεταξύ Δίκομου και Αγκαστίνας, όπως πήδαγε για να καλυφθεί, τον έβαλε στο σημάδι ένας Τούρκος, Κλικ-μπαμ, κλώτσησε το Μι-ένα. Εν κινήσει τον πέτυχε το Νώντα. Τυχερός ο Τούρκος. Πάρτον κάτω και τον Νώντα. Πάλι αίματα. Πάλι το ίδιο κάψιμο στο κωλομέρι, αλλά στ' αριστερό, αυτή τη φορά. Πιό τυχερός ο Νώντας. Νάτος ο πούστης ο Τούρκος, ακόμη απέναντι είναι και βρίζει. Τώρα θα δεις, μούλε. Βγάζει ο Νώντας από την μπαλάσκα τη σφεντόνα, πιάνει από χάμω μια πέτρα σαν αυγό περιστεριού, σημαδεύει, δεν την περίμενε ο Τούρκος κι ήταν μισοακάλυπτος, την τρώει μες στο μάτι, κοπήκανε ξαφνικά οι βρισιές κι άρχισε έν' αλύχτισμα, λες κι ήτανε λύκος, πιασμένος στο δόκανο. "-Άμα και σε ρωτάνε ποιός σε τύφλωσε, να τους λες "ο Κανένας", ακούς Τούρκο;", του φώναξε ο Νώντας, την ώρα που τους παίρνανε και τους δυό σηκωτούς οι δικοί τους νοσοκόμοι, τον καθέναν από το δικό του ανάχωμα.
Τον Αύγουστο επέστρεψε στην Αθήνα ο Νώντας, με αναρρωτική κι έπειτα πήρε απολυτήριο, καθότι έπεσε πια η Κύπρος και τραβηχτήκανε πίσω όλα τα στρατά. Όταν τον είχανε στο τετρακόσα-ένα, ήρθε η Καίτη επισκεπτήριο. Μόλις τον είδε έβαλε τα γέλια, "καλέ πώς σε κουρέψαν έτσι, που είναι το μαλλί κι η φαβορίτα;" κι από το γέλιο ο Νώντας το μυρίστηκε πώς είχε προλάβει άλλος μουστερής να προπονηθεί μαζί της στο άλμα εις τριπλούν -μπορεί και εις πολλαπλούν-, ενόσω αυτός μάζευε τούρκικες σφαίρες, εκεί κάτω. Δε βαριέσαι.
"-Χέσε το μαλλί ρε Καιτούλα. Εδώ, δε βλέπεις τί έχω πάθει, που δεν βρίσκω πιά κωλομέρι για να στρογγυλοκάτσω σαν άνθρωπος ;"

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

Χορδές και ξύλα

Η κούκλα gold-top του ’57






Μερικοί πιστεύουν ότι τις ηλεκτρικές κιθάρες τις λένε έτσι, επειδή τις βάζουμε στην πρίζα για να δουλέψουν. Κάνα-δυό μάλιστα, το επιχείρησαν κιόλας, για να δουν τί θα συμβεί. Απανθρακώθηκαν. Κι οι κιθάρες το ίδιο. Κρίμα τα όργανα.

Όπως στην περίπτωση του Watergate, που υπήρχε ανταγωνισμός και κατασκοπία μεταξύ των τύπων με τις ρεπούμπλικες και των αλλωνών, των -και καλά- δημοκρατικών, έτσι και στη βιομηχανία μουσικών οργάνων εμαίνετο διαρκής πόλεμος, ποιός θα πάρει κεφάλι στην αγορά. Αυτά όλα ξεκίνησαν το ’50, τότε που τo μικρό καλιφορνέζικο εργαστηριάκι του Leo Fender κατασκεύασε την πρώτη ηλεκτρική κιθάρα «συμπαγούς σωματος», την Fender Esquire, μετέπειτα Telecaster. Μια απλοϊκή κατασκευή ήταν, στην ουσία –για να μη σου πώ μια τάβλα με χορδές- αλλά έμελλε ν’ αλλάξει τη ροή του μουσικού κινήματος, παγκοσμίως. Διότι, εάν δεν είχε φτιαχτεί αυτό το άκομψο οργανάκι, δεν θα είχε γεννηθεί ποτέ το rock n’ roll. Σίγουρα πράματα. Από κει ξεκίνησαν όλα. Στην αρχή, μόνο κάποιοι μπαστουνόβλαχοι της country χρησιμοποιούσαν την Telecaster, αλλά με τον καιρό, δώστου και πλάκωνε νέα πελατεία. Πήρε διαστάσεις το θέμα, το μάθανε οι υπόλοιποι κατασκευαστές, σου λέει «-εμείς γιατί μαλακιζόμεθα ρε παιδιά ;» κι έτσι βάλθηκαν να φτιάξουν ανταγωνιστικά προϊόντα.

Τότε ήταν που στο Κalamazoo του Μίτσιγκαν, στο στρατηγείο της Gibson, σήμανε συναγερμός. Η Gibson δεν ήταν καμμιά χτεσινή στο χώρο, όπως ο Fender. Κουβαλούσε μεγάλη παράδοση από πίσω, ήταν λαμπρό όνομα. Δεν μπορούσε βέβαια να αγνοήσει τις εξελίξεις. Σκέφτηκαν ότι έπρεπε να μπούν κι αυτοί στο κόλπο. Το ’51 λοιπόν, προσέγγισαν έναν πολύ ψαγμένο κιθαρίστα, τον πιο διάσημο τότε της Αμερικής, ονόματι Les Paul, που μαζί με την τραγουδίστρια Mary Ford γέμιζαν τα charts της εποχής με επιτυχίες. Κάτι σαν τον Χιώτη με τη Λίντα σε αμερικανοβλαχαδερή έκδοση. Του λένε, «-άκου Les, στρώσε κάτω τον κώλο σου, να δεις τι μπορείς να σχεδιάσεις, μη μείνουμε εκτός νυμφώνος». Κάθεται κάτω κι ο Les, τρώει και μια επιφοίτηση κατακούτελα και να ‘σου με τα σχέδια μιας κιθάρας, που συγκρινόμενη ποιοτικά-κατασκευαστικά με το δημιούργημα του Fender, ήταν η μέρα με τη νύχτα, δηλαδή πολύ ανώτερη. Άσε κιόλας που θύμιζε κιθάρα, σε αντίθεση με την τάβλα του φούρναρη, που είχε σκαρώσει προηγουμένως ο Fender. Αυτό ήταν, την σπρώχνουν αμέσως την παραγωγή την κιθάρα του Les Paul, αφού βέβαια βάφτισαν το μοντέλο με τ’ όνομά του και την κυκλοφορούν, 210 δολλάρια στη λιανική. Το 1952 αυτά. Κι επειδή το καπάκι της ήταν βαμμένο χρυσό, επίτηδες, για γκλαμουριά, γι αυτό και την ονόμασαν «gold-top».
Εννοείται ότι την προωθούσε και ο εμπνευστής της, χρησιμοποιώντας την στις εμφανίσεις του. Κι έτσι ξεκινάει η ιστορία του πιό διάσημου οργάνου στην ιστορία της σύγχρονης μουσικής.

Ή μήπως δεν είναι το πιο διάσημο ; Σωστά, είναι το δεύτερο πιο διάσημο, διότι το πρώτο πιο διάσημο είναι η Stratocaster. Ε, καλά, αυτήν πιά την ξέρει μέχρι κι η Λούκραινα, που λέει ο λόγος. Εντάξει, ίσως και να μην την ξέρει, αλλά την ξέρουν όλοι οι υπόλοιποι. Μόλις πήρε μυρωδιά ο Fender, στα μέσα του ’53, ότι οι Γκιμπσοναίοι, με την Les Paul, του κλέβουν το ψωμί που αυτός είχε ζυμώσει και φουρνίσει (με την τάβλα, την Telecaster), τα παίρνει στο κεφάλι και σκέφτεται «-έτσι μου είστε, κλεφταράδες ; τώρα θα δείτε!». Και κάθεται από την αρχή να σκαρώσει μια νέα κιθάρα, που να ενσωματώνει καινοτομίες που οι άλλοι δεν είχαν διανοηθεί. Και γεννιέται η Stratocaster, αυτό το διαχρονικό καμπυλόγραμμο σχήμα, που φέρνεις συνειρμικά στο νού, όταν αναφέρεσαι στη ροκ. Αυτό το όργανο, λες και είχε πέσει από άλλο πλανήτη κι εκτός από τη φουτουριστική εμφάνιση, είχε (έχει) κι έναν μοναδικό ήχο. Μοναδικό, μέχρι σημείου αστάθειας : Κάθε κομμάτι έχει και μία ιδιαίτερη χροιά, για κάποιον άγνωστο λόγο.

«Μία σου και μία μου». Σχέδια της πατέντας του Fender.





Κι έτσι, τους ξαναπήρε τα σώβρακα ο Fender. Για να μην τα πολυλογούμε, εδώ και πενήντα χρόνια, σχεδόν ο,τιδήποτε ηλεκτρο-κιθαροειδές βγαίνει στην παραγωγή, βασίζεται στην αρχική ιδέα της Stratocaster. Στην πραγματικότητα, η Strat όρισε τo όργανο και γι αυτό είναι και θα είναι πάντοτε η πρώτη. Δεύτερη, λίγο πιο πίσω, η Les Paul, τότε, τώρα και για πάντα. Και τρίτη δεν υπάρχει. Και να υπάρχει, κανείς δε νοιάζεται.

Όμως, τα καλά πράγματα, δεν διαρκούν για πάντα. Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ο Leo Fender πούλησε την επιχείρησή του στην γνωστή CBS και το έριξε στο γιώτινγκ. Αυτοί οι λεμέδες της CBS, επειδή δεν ήταν οργανοποιοί αλλά σκέτοι έμποροι, τα γάμησαν όλα. Την ποιότητα γάμησαν, δηλαδή, χάριν της μαζικώτερης παραγωγής. Φυσικά, οι μουσικοί δεν είναι τίποτε χαϊβάνια, για να μην καταλάβουν αμέσως τη διαφορά. Έτσι, οι Stratocaster, ιστορικά, διακρίνονται σε «προ CBS» και «μετά CBS» μοντέλα. Εάν είσαι τυχερός και κατέχεις κανένα από τα πρώτα (χλωμό το βλέπω), πάει καλώς. Τα δεύτερα είναι συνήθως για κλάματα. Γι αυτό και οι πωλήσεις της Fender, στην δεκαετία του ’80 πήραν την κάτω βόλτα. Σιωπηρά συμφωνημένο μποϋκοτάζ, η απάντηση των καταναλωτών στην κοροϊδία. Αλλά και στη Gibson, δεν τα πήγαιναν καλύτερα. Το ’79, ας πούμε, είχαν πωλήσεις 36 μύρια δολλάρια, ενώ μέχρι το ’82 είχαν πέσει μόλις στα 19. Μαύρα χάλια. Ευτυχώς που δεν ήταν εισηγμένες, γιατί θα τις είχαν πετάξει όξω από το ταμπλώ.

Εντάξει, δεν ήταν μόνο η πτώση της ποιότητας, ήταν και η οικονομική κρίση (τελικά, αδελφέ μου, όλο κρίση έχουν αυτοί οι Αμερικάνοι, αηδία σκέτη), ήταν και οι Γιαπωνέζοι που πήραν δίκαια μερίδιο στην αγορά, ήταν και η στροφή στην γελοία ποπ της δεκαετίας του ’80 (-μα καλά, υπάρχουν στ’ αλήθεια άνθρωποι που άκουγαν τις αδελφάρες Modern Talking και Boy George ?), όλα έπαιξαν το ρόλο τους. Μετά, άρχισε να συνέρχεται ο κόσμος, να ξαναγυρίζει στα παλιά. Να παίρνει κεφάλι ο ηλεκτρικός έναντι του ηλεκτρονικού ήχου. Και παράλληλα, δημιουργήθηκε μεγάλο ενδιαφέρον, για τα παλιά όργανα, εκείνα που κατασκευάζονταν πριν το ’80 και ιδίως πριν το ’70. Ο Fender ανέλαβε και πάλι την παλιά του επιχείρηση, με σκοπό την ανόρθωση του διαλυμένου κύρους της. Στην Gibson, κατάλαβαν ότι η στροφή στα παραδοσιακά της μοντέλα, με αυθεντικές προδιαγραφές και ποιότητα, ήταν μονόδρομος, εάν ήθελαν να σώσουν το μαγαζί. Και το έσωσαν, αμφότεροι.

Είπαμε δυό κουβέντες για τα όργανα. Βέβαια. τα όργανα φτιάχνονται για τους μουσικούς, αλλά γι αυτούς δε γίνεται να πούμε πολλά πράγματα, εδώ χάμω . Δεν θα προκάμουμε. Και το κυριώτερο, θ’ αρχίσουμε τα «αυτός είναι ο καλύτερος - όχι αυτός είναι ο καλύτερος», που τα βαριέμαι αφόρητα. Θα πλακώσει μετά κι ο Bluesman, να μας τα ζαλίσει πάλι με τον Clapton. Σιγά τα ωά. Μόνον έξι νοματαίους θα κατονομάσω, που τους θεωρώ ταυτισμένους με τα όργανα, τρείς και τρείς, ένθεν και ένθεν. Κι ο Clapton δεν είναι μέσα σ’ αυτούς. Όξω ρε ! Επειδή έτσι γουστάρω. Εγώ βαστάω και το μαχαίρι και το καρπούζι, αλλά και το πεπόνι. Λοιπόν, έχουμε και λέμε :

Οι τρείς LesPauleros : ‘Ενας, ο Jimmy Page, χωρίς επεξήγηση. Δύο, ο Gary Moore, επειδή έχει τον καλύτερο rock-blues ήχο που βγήκε ποτέ από κιθάρα, αλλά και εκπληκτική τεχνική. Κι τρία, ο αληταράς ο Slash, όχι τιποτ’ άλλο, αλλά επειδή αναζωπύρωσε το εμπορικό ενδιαφέρον για τις Les Paul κι έτσι έσωσε ολόκληρη τη Gibson. Κάτι σαν παπαγάλος της Gibson, δηλαδή. Τώρα, εάν με ρωτήσεις κατ’ ιδίαν, θα σου πω άλλα πράγματα. Όπως ας πούμε ότι δεν υπάρχει άνθρωπος στον πλανήτη που να χειρίστηκε καλύτερα μια Les Paul από τον Al di Meola. "-Ποιός μωρέ, αυτός ο γυαλάκιας, ο φλώρος?", ρωτάει πάλι ο γνωστός, μην πω τι. Ναι, αυτός. Καλά, μαλάκα. Κάτσε ΑΚΟΥ προσεκτικά το Egyptian Danza, σε ζωντανή ηχογράφηση και αν μου βρεις να έχει χάσει έστω και ΜΙΑ νότα ο άνθρωπος, εγώ δεν ξαναγράφω στα blogs. Ή μάλλον, χάνει μία (αριθμός 1) νότα, ακριβώς στο 4:59, αλλά σιγά να μην την έπιανες.









"Egyptian Danza" : Λυσσασμένος Αl



Οι μεγάλοι Στρατοκάστορες είναι αναρίθμητοι, κακά τα ψέμματα. Όμως εγώ –κι εφόσον το λέω εγώ, έτσι θα είναι- υπογράφω πώς οι κορυφές ήταν : Νούμερο ένα, ποιός άλλος ο Xέντριξ. Ο Jeff Beck είναι ο δεύτερος. Αυτός δεν παίζει, μιλάει. -Πώς λέμε «ομιλών παπαγάλος» ; -Ομιλούσα κιθάρα. Kαι τρίτος ο Eddie, που ‘ρθε πιο μετά, το ’78, με το πρώτο άλμπουμ των Van Halen. Έπιασε τη Stratocaster και τη σκυλογάμησε, της πέταξε τα μάτια όξω, την διακόρευσε αλύπητα, την έδεσε με μονωτικές ταινίες, της έκανε ανείπωτα πράγματα. Ξεπέρασε τα όρια.









Εruption «–Tί κάνει τούτος δω, ωρέ ;»






Βιβλιογραφία : «50 Υears of Gibson Les Paul» (Backbeat-2002), «Fender Stratocaster», (Carlton, 1995), «Blue Book of Electric Guitars» (Blue Book Publ.-2003).

Τρίτη, 28 Απριλίου 2009

Ιός υός




Ήτο πράος, ήτο μύρων
και εγένετο αίφνης είρων
Τί τον έπιασε ρωτούν
και χασμώδεις απορούν
Μη τον τσίμπησε μυίγα
μη τον βάρεσαν με ρίγα
Φτύνει, βήχει ,χλιμιντρίζει,
σταγονίδια τους γεμίζει.
Στον τρελλόγιατρο τον τρέχουν
και από κοντά τον έχουν
Στο σαλόνι εν απογνώσει
περιμένουν να διαγνώσει
ο ιατρός ανωμαλίαν
σοβαράν και αιφνιδίαν
του μυαλού και των φρενών
και των νευρικών ινών.
Άλλος όμως ήτο ο λόγος
που εκινείτο παραλόγως
και την «είδε» ολίγον Ήρων,
Είχε φάει έναν χοίρον!

«Μα καλά γιατρέ», ρωτούν
«αι ενδείξεις δεν κολλούν,
τί δουλειά έχει η γρίπη
με των νεύρων του τη φρίκη;»
« Ο ιός δεν είναι υς,
όπως σκέφτεται καθείς,
έχουμε ιόν ανίας ,
αλλά και ιόν μανίας
που προσβάλλει όλους τους χάνους
κι ουχί μόνον Μεξικάνους».

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2009

"-Μπορείς τουλάχιστον να μη ρεύεσαι τόσο δυνατά ;"

"-Μπορείς τουλάχιστον να μη ρεύεσαι τόσο δυνατά ; Μας κοιτάει ο κόσμος..."

Κυριακή μεσημέρι, κάθησα στο τραπέζι να φάω τη μακαρονάδα μου, πέταξα χάμω το μαχαιροπήρουνο και βούτηξα τη μούρη μου μέσα στο πιάτο. Ρουφηχτή την έφαγα τη μακαρονάδα. Μετά, επειδή ήθελα και συμπλήρωμα, πέταξα και το πιάτο χάμω και έχωσα το κεφάλι μου μέσα στην κατσαρόλα με το υπόλοιπο σπαγγέτι. Δεν άφησα τίποτα. Το φχαριστήθηκα.

Έπειτα, ρεύτηκα σαν δεινόσαυρος με δυσπεψία. Κτήνος σκέτο. Έτριξαν τα τζάμια του σπιτιού. –Πως δεν έσπασαν κιόλας ? Σκούπισα το μούτρο μου από τις σάλτσες, πάνω στις κουρτίνες του σαλονιού. Το φχαριστήθηκα. Από πάνω, έφαγα και μια τούρτα ολόκληρη, με τα χέρια. Σαν υπογλυκαιμία, ένα πράμα. Ανεξήγητο. Το φχαριστήθηκα κι αυτό.

Σε όποιον μου τηλεφώνησε από το πρωϊ και μου ευχήθηκε «καλή εβδομάδα», του αντευχήθηκα «να πα να γαμηθείς εσύ, που θα με ειρωνευτείς κιόλας». Το φχαριστήθηκα.

Δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου. Πάντα ευγενής με το άλλο φύλο, εντούτοις σήμερα, παρατηρώντας στον δρόμο εκ των όπισθεν μιαν ευειδή κυρία, δεν άντεξα να μην σχολιάσω μεγαλόφωνα : «-Πωωωωωωω-πω, τι κωλάρα είναι ετούτη! Αριστούργημα».

Δεκάδες αποδοκιμαστικά βλέμματα έπεσαν μονομιάς πάνω μου. Δεν έδωσα καμμία σημασία. Μάλιστα, κάποιαν που με κοιτούσε πολύ επιτιμητικά, την επέπληξα αυστηρότατα : «-Εσύ τι κοιτάς μωρή χαμούρα

Είναι προφανές ότι έχω οξύ συμπεριφορικό πρόβλημα. Οξύτατο. Με θέματα υγείας δεν παίζουμε. Πήγα στο γιατρό και μάντεψε τί διάγνωση μου έκανε :

«-Λοιπόν, αγόρι, υπάρχει πρόβλημα. Έχεις προσβληθεί από την γρίπη των χοίρων»

-Αλήθεια γιατρέ μου ? Ώστε έτσι εξηγούνται όλα. Και τι κάνουμε τώρα ?

«-Μην ανησυχείς, δεν είναι τίποτε, θα σου περάσει. Έχεις κράση αγριόχοιρου –συγγνώμη- βούβαλου ήθελα να πω. Amoxil των 500 mg, ένα μπουκάλι κάθε μισή ώρα, δηλαδή μετά από κάθε γεύμα. Και τουλάχιστον τρία λασπόλουτρα την ημέρα. Και πού ΄σαι. Να τρως πολλά χαρούπια, να πάρεις τα πάνω σου».

Έφυγα από το ιατρείο πιο ήρεμος. Ίωση είναι, θα περάσει. Σε λίγες ημέρες θα έχω συνέλθει. Θα ξαναγυρίσω στο μαχαιροπήρουνο. Στα λιτά γεύματα. Στους καλούς τρόπους. Δεν θα ενοχλώ γυναίκες στο δρόμο και δεν θα ξαναβουτήξω με τα ρούχα σε νερόλακκο. Κατά τα λοιπά, θα παραμείνω το ίδιο ακριβώς γουρούνι που ήμουν, από τη μέρα που γεννήθηκα.

Κυριακή, 26 Απριλίου 2009

Προσκεκλημένοι

Ο συνεταίρος ήταν διστακτικός.
-Ρε μπας και μεγαλοπιανόμαστε;
-Εμείς, ρε; Λαουτζίκος είμαστε!
-Τότε τί δουλειά έχουμε με τους κυριλέδες;
-Ποιους κυριλέδες, ρε; Λεφτάδες είναι!
-Μαζί πάν’ αυτά!
-Αφού μας καλέσανε κι είπαμε ναι. Θα τ’ αλλάξουμε τώρα, τελευταία στιγμή; Θα μας περάσουν για νούμερα!
-Καλά λες. Τί θα βάλουμε;
-Φόρμα αθλητική. Κάνα κοστουμάκι, ρε! Βραδινό.
-Γιατί υπάρχουν και πρωινά;
-Πω ρε πούστη μου! Ρεζίλι θα γίνουμε με τον καράβλαχο που έμπλεξα! Κάνα μπλε, δεν έχεις;
-Έχω. Το γαμπριάτικο.
-Σου κάνει;
-Αμέεεε! Αφού με ξέρεις. Δράμι δεν έχω βάλει πάνω μου.
-Ναι, αλλά πέρασαν τόσα χρόνια. Μπορεί να έχεις κατσιάσει.
-Ρε, άει στο διάολο. Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα.
-Τί; Δεν έχεις σώβρακο;
-Είναι καμπάνα.
-Το σώβρακο;
-Το παντελόνι. Και με ρεβέρ!
-Φτου! Την πουτσίσαμε!
-Να βάλω ένα μπλουτζηνάκι σένιο που έχω; Θα το παίξουμε άνετοι.
-Ζάρα;
-Όχι ρε! Σιδερωμένο είναι.
-Ρε Μπαρμπαγιώργο! Το μπλουτζήν, Ζάρα είναι;
-Όχι! Ντόλτσε Καμπάνα.
-Ελπίζω ,όχι καμπάνα.
-Ουστ! Φρέσκο. Της μοδός.
-Άντε, ας το παίξουμε άνετοι. Σακάκι έχεις;
-Ναι. Τού κουστουμιού.
-Τού γαμπριάτικου;
-Αμ ποιού; Δεν κάνει; Τζιτζί είναι.
-Μπουφάν δεν έχεις;
-Αμέ! Το τζάκετ το φοιτητικό. Φίνο πράμα.
Σήκωσα το τηλέφωνο.
-Η κυρία Καλημερίδου;
-Μάλιστα. Καλησπέρα σας.
-Ξέρετε, δεν θα έρθουμε.
-Γιατί;
-Σπάσανε τα νερά!
-Πωπώ, κακό που μας βρήκε! Θα προλάβει ο υδραυλικός να τα φτιάξει πριν την δεξίωση;
-Όχι, κυρά μου! Τα δικά μας σπάσανε.
-Α! Πλημμυρίσατε;
-Λούτσα!
-Σα δεν ντρέπεστε!
-Λούτσα, κυρά μου! Με λου. Κουφάλογο είσαι;
-Αγενέστατος είστε. Άντε με το καλό!
-Καλό το λες εσύ αυτό;
-Αγόρι ή κορίτσι;
-Το νερό; Ουδέτερο.
-Το παιδί.
-Ποιο παιδί;
-Αυτό που τού σπάσανε τα νερά.
-Όχι, κυρά μου. Για νερά από σπασμένο σωλήνα μιλάμε.
-Τού σωλήνα είναι;
-Τα νερά; Ναι.
-Όχι! Το παιδί!
Τής το έκλεισα κατάμουτρα.
-Συνέταιρε, ευτυχώς που δεν είχες κοστούμι. Φτηνά τη γλυτώσαμε!

Αβαβα!




Ο επιθετικός μπουκάρει στην περιοχή. Ο αμυντικός διώχνει σκέτη μπάλα. Ο επιθετικός κάνει σαρανταοκτώ κωλοτούμπες καραγκούνικες και το κοράκι σφυρίζει πέναλτι. Η δουλειά είναι αβαβά .
Κάθεσαι στο μπαρ και πίνεις ήσυχα το ποτό σου. Η θεογκόμενα, καρσί απέναντι, ξερογλείφεται λες και είδε τον Κλούνεϊ. Η δουλειά είναι αβαβά.
Ο παπατζής ρίχνει τα χαρτιά του. Ποντάρεις. Η δουλειά είναι αβαβά.
Το ρολογάκι είναι ευκαιρία. 100 ευρουλάκια το Πατέκ Φιλίπ. Ο γύφτος είναι ξηγημένος. Η δουλειά είναι αβαβά.
5 γιούρια το πουκαμισάκι Calvin klein. Στα μαγαζιά κάνει 100! Η δουλειά είναι αβαβά.
Η μετοχή θα τρέξει! Μπουκάρουμε τώρα!. Η δουλειά είναι αβαβά.
Τα βυζιά της ξεχύνονται απ’ το ντεκολτέ σαν ασυγκράτητα άτια. Η δουλειά είναι αβαβά.
Ο κώλος τουρλωτός σα βραζιλιάνικο καθαρόαιμο. Η δουλειά είναι αβαβά.
Σου τρίβεται με νάζι. Στον καβάλο διακρίνεις ένα περίεργο εξόγκωμα. Α-πα-πά!

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

Πάρτυ-τσόντα


Κυριακή, 13 Ιουλίου 2008 12:55

"Στον τέταρτο όροφο έχουμε πάρτυ. Ευχαριστούμε για την κατανόηση".
Η σελίδα Α4 κολλημένη ανάμεσα στα δύο ασανσέρ. Ένα σχεδιάκι ,όμοιο με αυτά που σκάρωναν στα μαθητικά λευκώματα, "στόλιζε" τη γύμνια του υπολογιστικού κειμένου.Περίμενα το αριστερό, καθώς στο δεξί μπήκε υπέρβαρη χαμογελαστή κυρία με κάτι κουτιά σαν τραπέζια του πιγκ- πογκ εγκλωβισμένα στις μπροστινές δαγκάνες της. Μύριζαν η μύριζε φαγητίλα;
Από μέσα ακουγόταν τραγούδι του Πασχάλη. Η εξώπορτα έτριζε από την ένταση.Είχα αργήσει αρκετά. Δέκα μου είχε πει η παλιά φίλη και συμφοιτήτρια κι ήταν δώδεκα. Είχα να τη δω χρόνια πολλά. Αυτή που μου άνοιξε δεν πρέπει να ήταν η Σοφία.Το μαλλί καστανό, κορακί το θυμόμουν, ίσιο, θάμνο είχα στη μνήμη μου,το δέρμα τσίτα σα τεντωμένο τσιγαρόχαρτο.
-Κώστα μου! Κι ένα χαμόγελο σα γκαραζόπορτα με υποδέχθηκε."Μη θα σκιστεί!" ,πήγα να φωνάξω ,αλλά είχα χάσει τον παληό μου αυθορμητισμό.
-Σοφάκι, μιά κούκλα είσαι!
Πρέπει να ήμουν πειστικός γιατί η γκαραζόπορτα άνοιξε λίγο ακόμη. Την επομένη θα χρειαζόταν σίγουρα ένα μπότοξ- σέρβις, λόγω καταπόνησης.
Ελάχιστους ήξερα. Έπιασα τραπεζάκι γωνία στην απίστευτη ταράτσα του ρετιρέ στο Καβούρι. Φάτσα Αίγινα και Σαλαμίνα και δεξιά η Ακρόπολη.Μπαλκονάρα .Το Σοφάκι ,το φυσούσε το παραδάκι.
Η πρόσκληση έλεγε "μετά συζύγων". Άρχισα να παρατηρώ τις ραφιναρισμένες αντίκες. Το θράσος τους ήταν απερίγραπτο.Τα ξώπλατα έδιναν κι έπαιρναν. Μερικά με τόσο βαθιά ντεκολτέ που η χαραμάδα κατά μήκος της ράχης διακρινόταν σε όλη τη διαδρομή της μέχρι την εκβολή της στην κοιλάδα των λαγόνων. Οι ελαστικοί μπροστινοί αερόσακοι χάρμα οφθαλμών. Τα φορέματα τόσο κολλητά και διάφανα που το στρινγ-οδοντικό νήμα σε καταντούσε εξώφθαλμα υπερθυρεοειδικό. "Εδώ είμαστε", σκέφτηκα.
Πολλές οι ασυνόδευτες. Όχι πως οι συνοδευόμενες είχαν πρόβλημα. Απλώς ,μετά από έναν -όχι σύντομο -διάλογο, περνούσαν και για ένα "γειά" από τον αραχτό σύζυγο και επέστρεφαν δριμύτερες. Οι άλλες αγκυροβολούσαν.. Ανάκριση κανονική.
"Πώς από δω; Από πού την ξέρετε τη Σοφία; Α, συνάδελφοι! Πολύ ενδιαφέρον! Και συμφοιτητές; Καλέ, εσείς φαίνεστε γιός της! "
Οχιές διμούτσουνες. Τζάμπα ,Σοφάκι μου, τα μπότοξ σου.Οι φιλενάδες σου δε μασάνε τα λόγια τους.
Σφύριξα τρία Τζώννυ μαύρα.Σηκώθηκα να χαιρετήσω.
-Καλέ, που πάτε;
-Πρέπει να φύγω.
-Μέσον έχετε; Εγώ ήρθα με ταξί. Και τέτοια ώρα θα δυσκολευτώ.
-Ευχαρίστως! Άλλωστε, στο δρόμο μου είστε.
Η κούρσα που ακολούθησε, άλλο πράμα. Απολαυστικές ,αυτές οι αντίκες- κάμπριο.

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2009

Άλα τού Άλαν!


Το έλεγε η μακαρίτισσα η μπάμπω μου. «Αυτό το π’δί θα γενεί ξουράφ’»! Είχε μάτι αστρίτη η γιαγιά. Σ’ έκοβε πάνω ως κάτω και στο φτερό σε είχε ακτινογραφήσει. Τον πονηρό τον ξεβράκωνε, τον χαζό τον αποβλάκωνε, τον συνεσταλμένο τον ανατσουτσούριζε με υπονοούμενα. Στη μπούκα είχε τις «αδελφές». Αυτές δεν τις χώνευε με τίποτα. Άσε που τις μυριζόταν από δέκα μίλια, σαν κυνηγόσκυλο. Και τους κρέμαγε κουδούνια. «Τοιούτοι!», έλεγε με αποστροφή. Και τα θηλυκά δεν τα είχε περί πολλού. «Πουτάνες είναι όλες, γιε μου
Μου ‘μεινε και μένα το κουσούρι. Να σιχαίνομαι τους πούστηδες και να φυλάγομαι απ’ τον ποδόγυρο.
Η μπάμπω συμπαθούσε πολύ τους γραμματιζούμενους. « Γράμματα να μάθεις, κοπρίτη", μού ‘λεγε. "Δάσκαλος να γίνεις, δικεόρος, γιατρός. Να κρατάς μολύβι, πάντως. Στο χέρι, όχι στ’ αυτί ,όπως κάνουν οι μαστόροι. Άντε, στην ανάγκη, γίνε παπάς! Έχεις δει παπά χλεμπονιάρη; Όλοι κοκκινομάγουλοι και κοιλαράδες είναι. Μορφωμένος παπάς όμως. Σ’ έχω για πολύ ψηλά εσένα! Από δέσποτα κι απάνου
Η γιαγιά εκτός από τσαούσα-τον παππού τον είχε στην καρπαζιά- ήταν και ψηλομύτα.
« Έχω τελειώσει το σχολαρχείο, εγώ! Το μόνο θηλυκό ήμανε!»,έλεγε και ξανάλεγε. «Άνθρωπος αγράμματος ,ξύλο απελέκητο
Εμένα τα βάσανά μου αρχίσανε πριν πάω σχολειό. Η γραία την είχε δει γυμνασιάρχης. Τουλάχιστον. Και μ' άρχισε απ’ τα πέντε μου στα γυμνάσια.
«Πες τήν αλφάβητο, ρε σαφρακιασμένο!»
Για να έχω ελεύθερο χρόνο για καμιά αμάδα ,αναγκάστηκα να μαθαίνω γρήγορα.Αλλιώς, η μπάμπω με κλείδωνε στην κάμαρα μέχρι να τα μάθω νεράκι.
Πιο πολύ μ' άρεσε η αριθμητική. Στα επτά μου ξεπέταγα στο πι και φι προσθέσεις και πολλαπλασιασμούς. Τής δασκάλας πήγαινε να τής στρίψει. «Ρε ,τί είναι τούτος;»,μονολογούσε.
Μια μέρα ,"τα πήρε".
- Διαίρεση ξέρεις ,ρε ζουλάπι;
-Όχι, κυρά δασκάλα!
-Να σου δείξω!
Τελεία, ατελής, διαιρέτης, διαιρετέος, υπόλοιπο. Και να τα μηδενικά, και να οι υποδιαστολές, και να τα «δε χωράει άρα κατεβάζουμε κι άλλο ψηφίο».
Μέσα σε μια μέρα βγήκε μπιελά η δασκάλα. Της ξανάρθε περίοδος, αν και κοντά στα εξήντα .Όποια πράξη και να ‘βαζε ,την έλυνα.
Τις πολλές πράξεις τις βαριόμουνα. Έτσι, το ‘ριξα στα κολπάκια. Ξεπέταξα σε μια μέρα τα πρόσημα, έμαθα τις αναλογίες, τρέλαινα στο σουλάτσο τον άγνωστο χ, τον δυνάμωνα και δυό και τρεις φορές και πάρα πολλές. Χτύπαγα τους κύβους με τον Χόρνερ, τους τσάκιζα κυριολεκτικά.
Η μπάμπω άρχισε να τα παίρνει. «Ρε αστροπελέκι, γράμματα σού ειπα να μάθεις ,όχι νούμερα». Μέχρι και στη δασκάλα πήγε.
-Άστον. Έχει ταλέντο.
-Τί ταλέντο, ουρή; Χορταίνεις με το ταλέντο; Δε βλέπεις αυτόνα που κρατάει τα κιτάπια του κυρ Παντελή, του μπακάλη; Βρωμάει το χνώτο του απ΄ την πείνα!
-Θα γίνει μεγάλος μαθηματικός
-Θα τρώει; Ή θα μου ρέψει απ’ τη λόρδα;
-Θα τρώει, έννοια σου!
Έτσι, ησύχασε η μπάμπω.
Επειδή οι γονείς μου, λόγω δουλειάς του πατέρα μου, λείπανε συχνά στα ξένα, μ’ έστειλαν σ' ένα Γυμνάσιο, σώκλειστο. Εκεί έπεσα σ’ έναν κολλημένο διευθυντή που νόμιζε πως γράμματα είναι μόνο ο Πλάτωνας, η Βίβλος, τα ιερά ευαγγέλια, τα Λατινικούλια και κάτι ποιήματα του Οράτιου. Έγραψε και στον πατέρα μου ο βλαμμένος. «Εάν πρόκειται να μείνει στο δημόσιο σχολείο, πρέπει να στοχεύσει να γίνει μορφωμένος. Εάν πρόκειται να γίνει απλώς επιστημονικός ειδικός, σπαταλά το χρόνο του σε ένα δημόσιο σχολείο".
Παπαριές, Μαριγούλα μου, τουτέστιν.
Στα δεκάξι μου, έσκασε το μεγάλο νέο. Ένας απ’ το πουθενά ανέτρεψε τους μέχρι τότε νόμους της Φυσικής. Αϊνστάιν τον έλεγαν. Διάβαζαν, ξαναματαδιάβαζαν την εργασία του οι κεφαλές της εποχής, γρι δεν σκάμπαζαν. Μου έπεσε και μένα στα χέρια μου. «Ρε τον πούστη», αναρωτήθηκα. «Πώς το σκέφτηκε; Ήταν τόσο απλό. Γι' αυτό τους φαινόταν δύσκολο».
Είχα που είχα τη φοβία μου με τις γυναίκες, γνώρισα κι ένα φίλο στο σχολειό και μού τις φούντωσε. Όμορφο παιδί ο φίλος μου. Κούκλος. Κι όταν κάποια στιγμή με κουτούπωσε, μου άρεσε και μου ‘φυγε κι η σιχαμάρα για τσι πούστηδες. Άσε που το μυαλό μου άρχισε από τότε να στροφάρει στα κόκκινα. Πιθανολόγησα πως πρέπει να υπάρχει μια διασύνδεση διαστολής πρωκτού κι εγκεφαλικού σπινταρίσματος. Είπα να κάτσω να τ’ αποδείξω αλλά με την Ιατρική δεν τα πήγαινα καλά. Άσε που μου φάνηκε κι εύκολο.
Και στην πιλάλα ήμουν καλός. Έριχνα και σε μαραθωνοδρόμους, άμα λάχαινε. Να σκεφτείς, μια φορά που μ’ έπιασε κόψιμο κι ο καμπινές ήταν μακριά, τράβηξα ένα τετρακοσάρι που οι συμφοιτητές μου νόμισαν πως πέρασε κάνα Φερραρικό. Από τότε βγήκε κι η παροιμία «χέστηκε ο Πολύδωρος που ‘ναι στα πόδια γρήγορος».
Και πάνω που πάλευα με τα αξιώματα και την αποδειξιμότητά τους, με πρόλαβε η κουφάλα ο Γκέντελ . Αλλά τού τράβηξα κι εγώ μια επέκταση στη θεωρία του και μου ‘βγαλε το καπέλο.
Είχα και τη μανία να πηγαίνω στις διαλέξεις ενός μισοπάλαβου, ονόματι Βιτγκενστάιν. Κάτι ακαταλαβίστικα έλεγε και τον είχαν περί πολλού τα χαϊβάνια. Δεν μίλαγα ,μέχρι που άρχισε να βρίζει τα Μαθηματικά. Τού ‘ριξα τότε μια μούντζα και δεν ξαναπάτησα.
Κι εκεί ,που λέτε, μ’ ανακάλυψε η αντικατασκοπία. Οι κουφάλες οι Φρίτσηδες είχαν φτιάξει ένα κρυπτογραφικό σύστημα. Αίνιγμα, το έλεγαν. Αυτό το διαβολόπραμα δεν έσπαγε με τίποτα!
Στρώθηκα κανα δυο χρόνια στη δουλειά. Κι έφτιαξα ένα περίεργο μαραφέτι, Κολοσσό το ονόμασα, και τους έκανα κουρέλια το σύστημα. Και μπλουμ τα παπόρια των Φρίτσηδων. Κι έχασαν τον πόλεμο οι χασούρηδες. Καμία σχέση βέβαια με τον Κολοσσό της Ρόδου.
Μετά το ‘ριξα στην «τρελή». Έφτιαχνα κάτι μηχανάκια που παίζανε σκάκι ή μιμούνταν την ανθρώπινη νοημοσύνη.
Ώσπου μια μέρα μου άνοιξαν το σπίτι. Σα μαλάκας, πήγα στην αστυνομία. Κι εκεί ανακάλυψαν πως τη δουλειά την είχε κάνει ένας δεκαεννιάχρονος ,που μου έκανε τη «δουλειά». Οι συμπατριώτες μου είχαν μια εμμονή με την πουστιά. "Εχουμε που έχουμε το όνομα, μην κάνουμε βούκινο και τη χάρη μας", μου είπαν.Και για να μου περιορίσουν τη λίμπιντο με πλάκωσαν στα οιστρογόνα και γίνανε τα βυζιά μου σαν της Μάρλεν Ντήτριχ. Η φουκαριάρα η μάνα μου ήταν έτοιμη να σαλτάρει. «Αν το μάθει η μακαρίτισσα η γιαγιά σου, θα σηκωθεί απ’ το λάκκο και θα μας κάνει σώνικους με το σκουπόξυλο», μου είπε. Κι έτσι αποφάσισα να πιω το κώνειο. Η γιαγιά δεν αστειευόταν.
Το παρατσούκλι μου ήταν Πολύδωρος, όπως σας είπα. Το μικρό μου Άλαν. Άλαν, όχι Αλαίν. Το Αλαίν είναι αδερφίστικο. Το επίθετό μου; Τούρινγκ.

Τρίτη, 21 Απριλίου 2009

Down Under



Τα παλιά τα χρόνια, όταν ακόμη ο πλανήτης ήταν πιο μεγάλος -ή εμείς πιο μικροί- και εν πάση περιπτώσει χωρούσαμε όλοι, τα πράγματα ήταν σχετικά απλά. Άγγλοι, Γάλλοι Πορτογάλοι, Βέλγοι, Ολλανδοί και άλλοι, πιο τρανοί και πιο μεγάλοι, δηλαδή οι κοτζαμπασαίοι της υφηλίου, οικοπεδοποιούσαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους, καρφώνοντας απλώς μια σημαία στο χώμα και στήνοντας από πίσω ένα κανονάκι, με τέσσερις-πέντε γρεναδιέρους για φρουρά, ώστε μετά να το παίζουν μάγκες. Μια τουφεκιά από τα εμπροσθογεμή μουσκέτα των φαντάρων, ήταν συνήθως αρκετή για να πείσει ακόμη και τον πιο θαρραλέο κάφρο-μάγο φυλής, ότι ο ίδιος ο διάολος έχει πατήσει πόδι στη γή του πατέρα του και καλά θα κάνει να το πάρει απόφαση (ότι του πήρε ο διάολος τον πατέρα). Εάν μάλιστα βρόνταγε και το κανονάκι που λέγαμε προηγουμένως, τότε ο κάφρος έπεφτε στα τέσσερα, ικετεύοντας τον Θεό των μαύρων («τον καλό συχώρεσε Γουίλ και δώσ' του εκεί που βρίσκεται λίγη απ' την άσπρη σκόνη»).


Παράδειγμα : Σε λένε κάπταιν Κουκ. Κούκ λέω, όχι Χούκ, δεν θα μιλήσουμε για τον Πήτερ Παν. Όχι σήμερα. Σε λένε κάπταιν Κουκ κι εκεί που κόβεις τις βόλτες σου στα ζεστά, φιλόξενα και ιαματικά νερά του νότου, πας και πέφτεις –πού λές;- πάνω σε μια ήπειρο. «-Ώπα!», λες, «ανακάλυψα μια ήπειρο». Όχι ρε τη Βόρεια Ήπειρο, καμμία σχέση, αυτήν την ανακάλυψε αργότερα ο Χρήστος Ιακώβου, που μας γέμισε επίχρυσα μετάλλια και μας έκανε ανθρώπους. Για την Αυστραλία λέμε τώρα. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι την είχαν ανακαλύψει πριν από τον Κουκ οι Ολλαντέζοι, αλλά –για βάστα ρε αδελφέ- εγώ δεν βλέπω καμμιά Ολλαντέζικη σημαία εδώ πάνω, άρα ? –Άρα τι ? -Άρα, εγώ την ανακάλυψα πρώτος, άρα δική μου είναι η Ήπειρος. Εντάξει, ό,τι πεις εσύ καπετάνιο, με γειά σου και καλοφάγωτη.


Γυρίζει πίσω στην πατρίδα ο Κουκ, τονε φωνάζει ο Βασιλιάς -ο Γεώργιος ο Νούμερο τρία ήταν τότε, μεγάλο νούμερο- για να του πεί ο θαλασσόλυκος τα καθέκαστα. Μπαίνει στο Μπάκιγχαμ ο Κουκ, υποκλίνεται κι αναφωνεί «-God Save the Queen». Στο σημείο αυτό, να πούμε ότι οι Εγγλέζοι –και Βασιλιά να έχουνε, και πάλι- “God Save the Queen” εύχονται, το πιάσατε, έτσι ? Λοιπόν, κάνει πως δεν άκουσε ο Γεώργιος-ίσως και να κολακεύτηκε κιόλας- και τον ρωτάει τον Κουκ :
«-Για πες μας ρε Μάστερ εντ Κομμάντερ, τι ωραία μας φέρνεις από το ταξίδι σου ?». --Σας φέρνω, λέει ο Μάστερ, κάνγκουρες μαρσιποφόρους και κοάλα στρουμπουλά, κορκοδείλους έξι μέτρα –με το συμπάθειο κιόλας- τον Διάολο της Τασμανίας αυτοπροσώπως, τον φημισμένο ορνιθόρυγχο -μισό κάστορα/μισή πάπια- κάτι σαύρες σαν γουρουνόπουλα…»
«-Ώπα, ώπα, κάπταιν, άραξε !», τον κόβει ο Μεγαλειότατος, «δεν θέλω ν’ ανοίξω pet shop για ψυχανώμαλους, χρυσάφι θέλω. Ωρέ γκιαούρη, χρυσάφι βρήκες καθόλου, όπως ο Κολόμπος ?» Τα μασάει ο Πλοίαρχος, μα-μου-σου-του, «-ε, τότε άντε χέσε μας καημένε», του ξηγιέται κι ο Βασιλιάς και τον ξαποστέλνει για ένα ακόμη ταξίδι, αυτή τη φορά στη Χαβάη. Εκεί, ο Κουκ βολεύτηκε, άνοιξε και μια αλυσίδα από Cook Shops (από τότε υπάρχουν αυτά), αλλά επειδή πουλούσε σκάρτο πράγμα στους ιθαγενείς (τα ανοξείδωτα σκούριαζαν από το πρώτο πλύσιμο στο πλυντήριο πιάτων), τελικά τον σιχάθηκαν οι Χαβανέζοι και τον καθαρίσανε σαν αυγό τον Κάπτεν. Αλήθεια σου λέω. Τον καθάρισαν με ψιλόφλουδο καθαριστή και κόφτη Julienne, τρία σε ένα, 19,95 €, από το ίδιο του το εμπόρευμα. Βλέπεις, τότε δεν υπήρχε και Μαγκάρετ 5-0 για να τον σώσει. Πάει κι ο Κουκ, αλλά τουλάχιστον έμειναν πίσω του τα Cook Shops, έργο ζωής, να παίρνουμε και κάνα βιβλίο μαγειρικής του Παρλιάρου, να ξεστραβωνόμαστε, εμείς οι διαβαστεροί.

Για βάστα όμως, κάτι λέγαμε πριν. Σωστά, έχει μείνει πίσω, παρατημένη στην Αυστραλία, η βρετανική σημαία να σαπίζει στον ιστό της. Ώσπου μετά από κάμποσα χρόνια, κάποιο τζιμάνι θυμάται ότι έχουν και μια ήπειρο στην καβάτζα και σου λέει «-βρε, μήπως να την αξιοποιούσαμε κάπως ;». Βρε, να την αξιοποιήσουμε, αλλά ποιό κορόϊδο θα πάει να μείνει εκεί χάμω, που τα κουνούπια είναι σαν μπεκάτσες, τα ποντίκια σαν αρνιά, τα μυρμήγκια σαν ανθρώποι κι αν τύχει και δεις μπροστά σου νύχτα κάναν Αμποριτζίνο κάφρο θα σου κοπούν τα ήπατα ? Έλα μωρέ, σιγά, θα στείλουμε εθελοντές. Ανθρώπους με όρεξη για περιπέτεια, φυσιολάτρες, μοντέλα, γυμναστές, κυριλέ δημοσιογράφους, τύπους απ’ αυτούς που κάνουν σκί και solarium στην Αράχωβα, αλεξίπτωτα παρά πέντε και παρά τσακ, bungee jumping, τσιγαριλίκια πάνω στην καμινάδα και λοιπά extreme sports. –Ξέρεις πόσοι τέτοιοι μαλάκες υπάρχουν ? –Σύμφωνοι, αλλά τί να τους πούμε, για να τους δελεάσουμε να πάνε ? –Να τους πούμε, να τους πούμε, τί να τους πούμε ? –Το βρήκα! Να τους πούμε ότι θα παίξουν στο «Survivor», ναι, αυτό να τους πούμε. Στο «Survivor», με τον Μαρκουλάκη, γνωστό και ως «ο Άμλετ που κατάπιε το δόντι του».

Έτσι τους είπαν λοιπόν, αλλά και πάλι κανείς δεν τσίμπησε. Θες επειδή δεν συμπαθούσαν τον Μαρκουλάκη –προτιμούσαν τον παλιό-καλό Γρηγόρη, επί Θρασκιάς-, θες επειδή φοβόσαντε μην τους κάνουν ιμάμ και μαμ οι ιθαγενείς, κανείς δεν κόταγε να μπει στο καράβι για Αστράλια. Οπότε, σου λένε κι οι υπεύθυνοι παραγωγής, «δεν θα παίζουμε τώρα, μπάσε μέσα με το ζόρι καμμιά χιλιοστή καταδίκους και στείλτους εκεί χάμω, να τελειώνουμε». Κι έτσι έγινε, πράγματι. Οπότε, οι πρώτοι έποικοι της Αυστραλίας ήταν η αφρόκρεμα των λονδρέζικων φυλακών. Καταλαβαίνεις για τι λουλούδια μιλάμε. Καταλαβαίνεις επίσης, ότι -ανθρωπολογικά εάν το δούμε- το θεμελιώδες γονίδιο των Aussies δεν είναι και ό,τι καλύτερο. Από την άλλη πλευρά, κάποιος θα αντέτεινε ότι από αγκάθι βγαίνει ρόδο και τούμπαλιν. Συμφωνώ, αλλά μόνο ως προς το τούμπαλιν.

Τέλος πάντων, τί μας νοιάζει εμάς ? Εκτός και αν έχεις κάνα μπάρμπα εστιάτορα στο Μέλμπορν ή στο Μπρίσμπάϊν, άντε και στο Σίντνυ σου λέω εγώ (θα πρόσεξες ασφαλώς την αυστραλιανή μου προφορά, μάϊτ, τύφλα να ΄χει ο Κροκοδειλάκιας, εμ τί κάναμε τόσα χρόνια στην Καμπέρα ;) απ’ αυτούς που φεύγανε καραβιές ολόκληρες, το ’50, ’60, για να μην ξαναγυρίσουνε ποτέ, κατά τα λοιπά η Αυστραλία κείται μακράν. Οπότε, κακομοίρη μου, τζάμπα έκατσες και διάβασες όλα τα παραπάνω. Όπως τζάμπα θα διαβάσεις και όλα τα παρακάτω, ειδικά εάν είσαι σαν την Λούκραινα και στο σπίτι σου κρύβεις απαγορευμένους από χρόνια δίσκους 45 και 33 στροφώνε, με αξέχαστες επιτυχίες του Φίλιππα Νικολάου, του Τόνη Βαβάτσικου, του Χούλιο Ινγκλέσιας και της Πόπης Αστεριάδη-θα κάψω για χάρη σου/ και το φεγγάρι/σκληρό μου αγόρι/σκληρό παλικάρι. Μωρέ, κάψε και τη γούνα σου, εμένα μην κάψεις μόνο.

Για τους ΑC/DC μιλάμε τόση ώρα, εάν δεν το κατάλαβες, που δεν το κατάλαβες και με το δίκιο σου. Έρχονται λέμε, στις 28 Μαϊου. «-Σιγά μωρέ, τους γέροντες», λέει ο γνωστός, μην πω τί. Καλά. Εσύ άκου Μαντόνα, που είναι και συνομήλικη της Καλομοίρας Σαράντη. Μια ζωή Μαντόνες και Καλομοίρες άκουγες, για αυτό βγήκες έτσι όπως βγήκες. Συνεχίζω.

Οι AC/DC στην πραγματικότητα δεν είναι Αυστραλοί. Τόσο τ’ αδέλφια Angus και Μalcolm Young, όσο και o σχωρεμένος Bon Scott, ήταν γεννημένοι Σκωτσέζοι, μετανάστες down under. Με Αυστραλέζικη κουλτούρα (???) –και αυτό είναι που μετράει -, αλλά πάντως όχι Αυστραλοί, πλην του αρχικού ντράμερ, του σκύλου του Phil Rudd -που αυτός οπωσδήποτε βάσταγε από βαρυποινίτη του 18ου αιώνα- και του μπασίστα Μark Evans Αυτοί οι τύποι, σκέτοι φωστήρες στο σχολειό (σημαιοφόροι και παραστάτες, όλοι τους), έσμιξαν το ’74 κι έφτιαξαν ένα από τα καλύτερα εξαγώγιμα προϊόντα της Αυστραλίας.

«Riff Raff», 1978. Λεπτομέρεια: Ο τρελλο-Angus, εδώ εικοσιτριών χρονών, κουβαλάει στην πλάτη μέχρι και την μαθητική του τσάντα. Μελετηρό παιδί. Και με εξαιρετικές αθλητικές επιδόσεις : Σε κάθε συναυλία έχανε πάνω από δύο κιλά, με την τρεχάλα που έριχνε. Εάν ζύγιζαν ενενήντα κιλά μαζί με τον αδελφό του, είναι ζήτημα.



Τους AC/DC δεν μπορείς να τους κατατάξεις σε ορισμένο μουσικό ρεύμα. Οπωσδήποτε, δεν ανήκουν στην metal σκηνή, αν και έχουν (και) τέτοιο κοινό. Κάτι «διανοούμενοι», απ’ αυτούς που δεν καταδέχονται ν’ ακούσουν -στα φανερά- κάτι λιγότερο ποιοτικό από Zappa, συνήθως απέρριπταν το συγκρότημα, λόγω του παιδαριώδους στίχου. Πράγματι, οι AC/DC είναι –πάντα ήταν- οι «Τοτοί» του ροκ. Τα αλητόπαιδα-φαρσέρς του τελευταίου θρανίου. Ο φόβος και ο τρόμος των καθηγητών. Τουλάχιστον, δεν υποδύθηκαν κάτι περισσότερο απ’ αυτό που εξαρχής δήλωναν. Ο Angus, δεν αποχωρίστηκε ποτέ, μέχρι και σήμερα (στα 54 του, πλέον), την στολή γυμνασιόπαιδου, ατραξιόν και σήμα κατατεθέν του γκρουπ. Ας πούμε ότι οι AC/DC δεν είχαν το υπόβαθρο για να περάσουν τα οργουελικά μηνύματα των Floyd, χτίζοντας και γκρεμίζοντας τοίχους και προβάλλοντας παιδικούς εφιάλτες. Ούτε ανέλαβαν τον ρόλο του υπερασπιστή των μαθητικών δικαιωμάτων. Παρέμειναν οι ίδιοι στο θρανίο, κρατώντας για τον εαυτό τους τον –λιγότερο απαιτητικό, αλλά ίσως τελικά και πιο αυθεντικό- ρόλο του άτακτου μαθητή, απλώς βάζοντας πινέζες στην καρέκλα του δασκάλου και τσιμπολογώντας τα μπούτια της διπλανής τους.



«It's A Long Way To The Top If you wanna rock'n'roll», Φεβρουάριος 1976 : Οι AC/DC αναπολούν την πατρίδα και μπάζουν γκάϊντες στο σκηνικό, στην Swanston Street της Μελβούρνης.


Εδώ δεν υπάρχουν υψηλά νοήματα και δύσπεπτοι συμβολισμοί. Ούτε χρειάζεται, άλλωστε. Υπάρχει μόνον ακατέργαστος ηλεκτρικός ήχος, σε εξωφρενική ένταση κι ένας hard boogie ρυθμός που σε κάνει να κουνάς τον κώλο σου, όσο χοντρός και να ‘ναι. Γι αυτό, οι AC/DC αρέσουν σε όλους. Καλά, είπαμε, εκτός απ’ αυτούς/αυτές που κρύβουν Φίλιππο Νικολάου στα σπίτια τους.


«You Shook Me All Night Long» : 1980. Tη σκυτάλη, από τον πεσμένο Bon Scott. παραλαμβάνει ο Brian Johnson. O Scott δεν θα ξανασηκωθεί ποτέ. Το album, το "Βack in Black" είναι μαύρο, για πάρτη του.

Ξέρω τί θα πεί τώρα ο γνωστός, μην πω τί. Αφού οι AC/DC δεν είναι Αυστραλοί, γιατί μας τα ζάλισες με την Αυστραλία ? Θα σου πώ : -Αφ' ενός πεθύμησα την εποχή που έπλενα πιάτα στην Καμπέρα, αφ'΄ετέρου, σάμπως είχε ο Κουκ καμμιά σχέση με την Αυστραλία ?

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2009

Της πάπιας τα καμώματα

Η πάπια είναι πτηνό. Πουλί δηλαδή. Αλλά απ’ τα πουλιά που δεν αντέχουν τις μεγάλες πτήσεις. Κάτι σαν το πουλί τού γείτονά μου του μπάρμπα Θόδωρα.
Η πάπια είναι παμφάγα. Σαβουρώνει ό,τι βρει στο διάβα της. Αφού πολλοί πιστεύουν πως η ετυμολογία της λέξης Πάπας έλκει την καταγωγή της απ’ την πάπια.
Η πάπια είναι και κωλόφαρδη. Γεννάει 40-50 αυγά το χρόνο. Και τι αυγά! Να σου γίνεται ο πωπός σφυρίχτρα.
Η πάπια όταν τα κάνει, τ’ αυγά της, λουφάζει. Σε αντίθεση με την κότα που χαλάει τον κόσμο με τα κακαρίσματά της. Εξ ου και το γνωστόν «αυτός κάνει την πάπια». Κάποιοι άσχετοι το πήραν και το μετέτρεψαν σε «αυτός κάνει την κότα». Καμμία σχέση. Αλλά θα μου πεις, ξέρεις πόσοι μοιάζουν του Αλαβάνου στη γνώση της Ελληνικής;
Κοντά στην ουρά φέρει έναν αδένα, με τον οποίο εκκρίνει μία λιπώδη ουσία. Με το ράμφος της η πάπια αλείφει αυτό το υγρό σε όλο της το σώμα, καθιστώντας αδιαπέραστο από τα νερά το φτέρωμά της.
Που σημαίνει πως η πάπια είναι αδιάβροχη. Τη φτύνεις, τη μουλιάζεις, την μπουγελώνεις, η πάπια στα από τέτοια της. Γι αυτό κι αν προσέξεις πολιτικό σε ζωολογικό κήπο, θα τον δεις να ταΐζει συνέχεια τις πάπιες. Τους έχει μια αδυναμία.
Υπάρχουν διάφορες φυλές κατοικίδιας πάπιας. Η αγριόπαπια (νήσσα η βοσκάδα) είναι αποδημητικό πτηνό, δηλαδή μεταναστεύει σε νοτιότερες περιοχές κατά τους χειμερινούς μήνες. Ζευγαρώνει την άνοιξη, κατά την επιστροφή της σε βορειότερες περιοχές Η πάπια αυτή ονομάζεται και Τατούλης.
Γνωστά είδη πάπιας είναι επίσης η νήσσα η χονδροκέφαλος ή Βενιζέλος, η βαλανοφάγα ή Αλέκα, η αμερικάνικη ή Γιωργάκης, η Πηνελόπη ή Γκερέκου , η Βρεττανική πάπια ή Λούγκρα και άλλα.
Οι χρήσεις της πάπιας και των παραγώγων της είναι πάμπολλες. Ας δούμε τις πιό χαρακτηριστικές..
1. Πάπια γλωσσοδέτης: "Μια πάπια μα ποια πάπια, μια πάπια με παπιά". Μ’ αυτή τη φράση έκανε προπόνηση ο Σημίτης, όταν ήταν να βγάλει λόγο.
2. Πάπια όχημα. Το γνωστό παπάκι. Δίκυκλο εύχρηστο, οικονομικό και σχετικά ασφαλές. Προϋποθέτει ,βέβαια, την εκμάθηση ισορροπίας γι αυτό και δεν συνιστάται σε ανεπίδεκτους μαθήσεως.
3. Πάπια γεννητικό όργανο. Εχρησιμοποιείτο κυρίως παλιά κατά το μπανιάρισμα μικρών κορασίδων. «Κατσε να σου πλύνω, κουκλίτσα μου, το παπάκι σου». Η φράση αυτή ακόμη διερευνάται. Τί σχέση μπορεί να έχει το αιδοίον με την πάπια; Στο σχήμα δεν της φέρνει, συνήθως γίνεται μούσκεμα και κολύμπι δεν ξέρει. Ίσως λόγω της παμφάγου ιδιότητός του.
4. Πάπια χαβούζα. Λεμβοειδές κατά το σχήμα σκεύος όπου οι αδύνατούντες να εγερθούν εναποθέτουν τα απόβλητά τους
5. Πάπια συνταγή. Κύριος εκπρόσωπός της η πάπια Πεκίνο.
6. Πάπια λέσβω. «Σε μια λίμνη με παπιά, μια πάπια ξεφαντώνει τρελά... πα πα πα πα πα πα πα! Μα τον πάπιο δεν κοιτά, απά πα πα πα πα πα!...»
Μ’ αυτά και μ’ αυτά θυμήθηκα κι ένα τραγουδάκι που έχει παπάκι μέσα. Αυτό το παπάκι πολύ το γουστάρω.


Παρασκευή, 17 Απριλίου 2009

To άγιον φως του Κουκούπετρου.


"Περί του εν Ιεροσολύμοις αγίου φωτός». Tου Αδ. Κοραή.
ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ: ΦΩΤΙΟΣ - ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ ΜΕΡΟΣ Α
Φ. Σ’ ερώτησα και άλλοτε, και δεν ηθέλησες ποτέ να με φανερώσεις καθαρά την γνώμη σου.
Κ. Περί τίνος;
Φ. Περί του εις Ιερουσαλήμ θαυματουργούμενου αγίου φωτός.
Κ. Άγιον φως άλλο δεν γνωρίζω παρά το «Φως εκ φωτός, θεόν αληθινόν εκ θεού αληθινού» ως μαρτυρεί το Σύμβολο της πίστεως.
Φ. Ουδέ εγώ αμφιβάλλω περί τούτου. Αλλ’ εις τούτου του Φωτός τον τάφον, αν πιστεύσωμεν τους αγιοταφίτας και τους επιστρέφοντας από την Ιερουσαλήμ προσκυνητάς, φαίνεται κατ’ έτος άλλο φως υλικόν, εκ του οποίου ανάπτουν οι προσκυνηταί τας λαμπάδας των.
Κ. Τρόπους και μέσα να φωτίζωσι το σκότος ευρήκασι οι άνθρωποι πολλά, και η πρόοδος της φυσικής επιστήμης τους εδίδαξε πλειότερα.. Εις τα φωτισμένα της Ευρώπης έθνη σήμερον, το πλέον ασθενές παιδάριον, η πλέον χυδαία γυνή, ανάπτουν φως, εις ριπήν οφθαλμού, με τα γνωστά φωσφορικά πυρεία (briquets phosphoriques).
Φ. Τα γνωρίζω.Κ. Με κανένα τρόπον παρόμοιον πιθανόν ότι ανάπτει τις πρώτον επάνω του αγίου τάφου την λαμπάδα του, κ´ επειτ´ απ´ αυτήν οι λοιποί τας ιδικάς των.

Μπίζνα δηλαδή ισχυρίζεται ο Αδαμάντιος. Και πλακώνουν τα ψιμάρια οι προσκυνητές και γεμίζουν τα παγκάρια. Είναι πολλά τα λεφτά Άρη, εν Χριστώ αδελφέ!
Αυτή η μπίζνα τα παλιά τα χρόνια δεν έχαιρε της σημερινής ακωλύτου λειτουργίας. Ήταν και κάτι ζαγάρια Σαρακηνοί εκεί κάτω και σούφρωναν μερίδιο απ’ τα κέρδη. «Καθίστε ,ρε μάγκες »,τους είπαν οι Χριστιανοί μπίζνεσμεν. «Εμείς θα κάνουμε τα θαύματα κι εσείς θα παίρνετε το χοντρό το μέρισμα; Άστε που δεν βάλατε και φράγκο στο χτίσιμο της κομπίνας. Για μαζευτείτε λιγουλάκι γιατί το παραχέσατε το πράμα!»
Τίποτις αυτοί οι αγριάνθρωποι. Εκεί, επιμονή στο νταβατζιλίκι! Κι επειδή τους τα έσπαγαν οι χριστιανοί μοναχοί με τη γκρίνια τους, του την έδωκε μια μέρα του Σουλτάνου Βαμριλλάχ και τους έκανε το μαγαζί λαμπόγυαλο. Άσε που τους είπε κι απατεώνες. Είδαν κι απόειδαν οι θαυματοποιοί, κάθισαν , έσπασαν τις άγιες κεφάλες τους και τη βρήκανε τη λύση.
«Λοιπόν, πρέπει να φωνάξουμε βοήθεια. Δουλειά μ αυτούς τους ημιάγριους τους Σαρακηνούς δε γίνεται. Αυτοί δεν χορταίνουν με τη γερή τη μίζα. Θέλουν ολάκερο το κομμάτι. Ναι, αλλά πώς θα πείσουμε τα πρόβατα να πάρουν τα όπλα και να κατέβουν να λιανίσουν αυτούς τους αλλόθρησκους; Έτσι στο ξεκάρφωτο ,δεν τσιμπάνε. Τριγυρνάει κάπου εδώ όμως ένα λαμόγιο μοναχός που ήρθε ως προσκυνητής και πάνω στη μετάνοια πέρασε ένας Σαρακηνός και του ’ χωσε ,έτσι για να κάνει χάζι, ένα σφάλιαρο σβουριχτό στο σβέρκο. Αυτός από κείνη τη μέρα μυξοκλαίει κι οπου βρεθεί κι όπου σταθεί διαμαρτύρεται για το πάθημά του. Κι επειδή τα λέει καλά μαζεύει και κάτι κορόιδα τριγύρω που τον χειροκροτάνε. Ρε δεν τον στέλνουμε πίσω στας Ευρώπας να μαζέψει κόσμο;»
Του ‘χωσαν και το σχετικό μπαχτσίσι στη φαρδιά τσεπούκλα και τον ξαπόστειλαν για το σχετικό πομπάρισμα. Αυτός ο διαβολόπαπας έκανε μεγάλο σαματά. Κάτι σαν το Βγενόπουλο της εποχής ένα πράμα. Ήταν και πονηρούλης όμως. Με το σταυρό στο χέρι μόνο, δεν γίνεται προκοπή σκέφτηκε. Κι εκεί που ερητόρευε για αλλόθρησκους, βαρβάρους, ημιάγριους, άφηνε και κάνα υπονοούμενο για το βιός τους. Τι διαμάντια, τι μαργαριτάρια, τι πιλάφια, τι ουρί του Παραδείσου.
Το’ πιασαν το υπονοούμενο οι φτωχομπινέδες της εποχής και πύκνωσαν τις γραμμές του αρχιλαμόγιου. Στρατό ολόκληρο έφτιαξε ο Εφραιμ της εποχής. Κλεφτοκοτάδες, παπατζήδες,χαρτόμουτρα, νταβατζήδες και κάτι βόδια Χριστιανοί άρπαξαν κάτι σκούρια μαχαίρια και τον κόπανο της θειας τους ,έραψαν κι ένα σταυρό πάνω τους κι ετοιμάσθηκαν για την εκστρατεία.
Η κουφάλα ο Πάπας την ανθίστηκε τη δουλειά. Άσε που ήταν μιλημένος ήδη. «Έχει ψωμί εδώ», σκέφτηκε. "Αλλά με τα γιουρούσια του τραγογένη σιγά μην τους πάρουμε τους Αγίους Τόπους". Έτσι κάθισε με κάτι άλλους αρχιτράγους κι οργάνωσε στρατό συντεταγμένο. Παράλληλα άφηνε και τον Κουκούπετρο, έτσι ήταν το παρατσούκλι του Βγενοεφραίμ, να κάνει τη θεάρεστη δουλειά του. Μάζευε κόσμο ο λιγδιάρης. Τρελός ήταν να τον προγκήξει;
Θα μου πεις τώρα από κι ως που λιγδιάρης ο μοναχός. Μεγάλη μπίχλα σου λέω. Με το νερό είχε τόση σχέση όση οι μέτοχοι της Μιγ με το χρηματιστήριο. Έμενε στις ερημιές, κοιμόταν στις σπηλιές. Γι αυτό τον λέγανε και ερημίτη. Το μικρό του ήταν Πέτρος.
Μη νομίζετε τώρα πως όλα αυτά τα έκανε ο Πέτρος επειδή του άρεσε η ασκητική ζωή κι εγκατέλειψε τα εγκόσμια για να ρίχνει ανενόχλητος τα Πατερημά του στις λαγκαδιές . Κόλπο ήτανε. Έτσι έβγαλε τη φήμη του Αγίου. Κι όταν κατέβαινε στα χωριά, λεφούσι τρέχανε οι πιστοί ν’ ακούσουν τα λόγια του τα σοφά. Είχε, βέβαια, προηγηθεί και το σχετικό αβαντάρισμα. .Ο Άγιος δεν ήταν μαλακοπίτουρας. Έβαζε τους αβανταδόρους να διαλαλούν τον ερχομό του και μετά κατέβαινε απ’ τα βουνά. Και να κρέμονται σα τα σταφύλια, σκαρφαλωμένοι στα δέντρα οι πιστοί για να τον ακούσουν.
Τις νύχτες που ακολουθούσαν ο Κουκούπετρος την έβγαζε στο σπίτι καμιάς πιστής που τσακιζόταν να τον περιποιηθεί. Τώρα πώς τύχαινε κι όλες οι οικοδέσποινες ήταν χηρευάμενες ή ζωντοχήρες, ένας Θεός ήξερε. Τσάκιζε που λες ο Πετράκης τα κοψίδια, στραμπούλαγε τα κοτόπουλα, ρούφαγε και τα κατοστάρια του απ' το κελλάρι της χαροκαμένης ή της διψασμένης και την άραζε στα στρωσίδια. Συγχώρναγε και τις αμαρτίες τους βάζοντάς τες να εξομολογηθούν στα γόνατά του. Είχαν να το λένε μαυροφορεμένες και μη. Ο Άγιος ήταν μάγκας στην εξομολόγηση.
Κι έτσι ο Κουκούπετρος έγινε Στρατηλάτης των Σταυροφόρων. Του κώλου, δηλαδή ,γιατί όπως θα σας πω σε επόμενο επεισόδιο τον περιέλαβαν οι Τουρκαλάδες και του ‘καναν τον πωπό μπουγαδοκόφινο. Αλλά αυτά μετά την Ανάσταση του Κυρίου……………

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2009

ΕΥΧΑΙ


Υ.Γ. Το μι με ΗΤΤΑ βεβαίως, βεβαίως !
Και το ΗΤΤΑ με ένα ταφ!
Και το ταφ με ύψιλον, ψιμάρια!

Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

Περί όνου συκιάς

"Περί όνου σκιάς"


Αυτή η έκφραση, που τη λέμε όταν θέλουμε να πούμε πως τσακωθήκαμε για το τίποτα, ξεκινάει από τα παλιά τα χρόνια.
Είναι ένας υπαινιγμός στον καυγά που είχαν ένας Αγωγιάτης και ένας Αθηναίος, που νοίκιασε από τον πρώτο το γαϊδούρι του, για να τον πάει με τα πράγματά του στα Μεγαρα. Ύστερα από αρκετή ώρα δρόμο, και μέσα στον ήλιο, θέλησαν να ξεκουραστούνε λιγάκι.
Ο Αθηναίος τότε πλάγιασε στον ίσκιο που δημιουργούσε το σώμα του γαϊδουριού.
Ο αγωγιάτης, όμως, διεκδικούσε αυτό τον ίσκιο για δικό του, λέγοντας πως του είχε νοικιάσει μόνο το γαϊδούρι, όχι, όμως, και τον ίσκιο του.
Για το ασήμαντο αυτό ζήτημα πήγαν στα δικαστήρια.
Προσπαθώντας να φανταστώ την ακροαματική διαδικασία ανελογίσθην την δεινήν θέσιν του Προέδρου εις την κάτωθι περίπτωσιν:

Σηκώνεται ο συνήγορος του ενοικιαστή και ρωτάει τον Πρόεδρο:
-Αφού νοικιάσαμε το γαϊδούρι για μεταφορά, δεν δικαιούμεθα να ταξιδεύομεν όπως εμείς θέλουμε και όποτε θέλουμε, κύριε Πρόεδρε?
-Ασφαλώς!
-Άρα, την ώρα που ο γάιδουροιδιοκτήτης ήθελε ν αναπαυθεί στη σκιά του τετράποδου, εμείς δεν δικαιούμεθα να παροτρύνουμε τον όνο προς βάδιση;
-Ασφαλώς!
-Άρα σε ποια σκιά θα ξάπλωνε ο κύριος;
-Ε!
Εγείρεται ο αντίδικος κι απαντά.
-Εδώ τίθεται διαφορετικόν ζήτημα, κύριε Πρόεδρε! Έχω ένα κτίσμα δύο δωματίων εντός μικράς εκτάσεως, ένθα έχω φυτέψει μιάν συκέαν. Έρχεσθε και μου ζητάτε να ενοικιάσετε το εν δωμάτιον. Συμφωνούμε για το τίμημα. Το μεσημεράκι ,όμως, εγώ θέλω ν αναπαυθώ στον ίσκιο της συκιάς. Εσείς ο νοικάρης διεκδικείτε και την νομήν της δροσεράς σκιάς της συκιάς .Είναι δίκαιον αυτό , κύριε Πρόεδρε?
-Ε!
Κι ο εισαγγελεύς, όστις ήτο αφηρημένος;
-Να προσέχετε τα λόγια σας, όταν απευθύνεσθε στο Προεδρείον!
Υ.Γ. Ευτυχώς που λείπει κι η Λούκρη, οπότε θα γλυτώσουμε την ερώτηση; "Ήταν συκιά ο γάιδαρος;"

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

Τετμημένοι



Arnold Böcklin “Isola dei Morti”, 1880




«Μας την στείλανε οι ξένοι φίλοι που μας αγαπούν

και δεν παύουνε με κάθε τρόπο να μας βοηθούν.

Μηχανές και εφευρέσεις για συλλήψεις και εκτελέσεις»

Ιάκωβος Καμπανέλλης, «Το Μεγάλο Μας Tσίρκο»


«Θέλω τώρα δα να μ' ακούσεις καλά και να παραχώσεις στο τσερβέλο σου όλα, όσα θα σου πω, διότι άμα θα έχω πιά ξεκουμπιστεί από δω χάμω, άγια η ώρα, δεν θα βρίσκεται χριστιανός, να σε ξεστραβώσει. Του λόγου μου, τόσα χρόνια, ποτέ δεν είχα τη χρεία κανενός, μήτε μαραγκού, μήτε σιδερά γυφταίου, καθότι όταν μου τη δασκάλευε την τέχνη ο Φραντσέζος, είχα τα μάτια ορθάνοιχτα, καταλεπτώς να βλέπω και να ξεσηκώνω πώς γίνεται και φτιάχνεται το καθετίς. Κι όσ’ αλλόκοτα μου έμαθε ο Φραντσέζος θα σου δείξω, κι άλλα πολλά δικά μου, που για να μηχανευτώ, έσπασα πολλές φορές την κεφαλή, μα και τα χέρια μου.
«Ορίστε -σίμωσε να τηνε δεις και μη σκιάζεσαι- η φοβερή Μηχανή, που σε ξαπέστειλαν οι εξοχώτατοι από το γκουβέρνο, ώστε να τη δουλέψεις, για όσο βαστάνε τα κότσια σου, τελοσπάντο. Οι Φραντσέζοι μας τη φέρανε, μαστορεμένη στη Μαρσίγια, από ντούρα βαλανιδιά, αθάνατη, μήτε θραύεται μήτε σκίζεται μήτε και σκεβρώνει, έξι πήχες ψηλή, αρματωμένη στις γωνιές με μπάφιλες και δεμένη με πείρους μπρούτζινους και τζαβέτες. Ασήκωτη, θα πάει ως και δέκα καντάρια, μα μη σε νοιάζει, θα σε βοηθάει κι η φρουρά να τη στυλώνεις, καταπώς θα τους ορντινάρει η αφεντιά σου».



«Κάνεις πρώτα το σταυρό σου, γονατίζεις στο σκαμνί,

βάζεις δώθε το λαιμό σου λευτερώνουν το σκοινί

και ώσπου να πεις πιπέρι το κεφάλι στο πανέρι»



«Ετούτος είν’ ο πάγκος, όπου θα τους απιθώνεις, άμα στους κουβαλάνε δεμένους πιστάγκωνα κι αυτά είναι τα ζυγά, που φυλακίζουνε τον τράχηλο. Φρόντιζε να βάζεις κάμποσο λίπος στις γκινισιές των δοκαριών, για να γλιστράει καλά το Μαχαίρι, όπως και στον μακαρά, σαν θα κοτσάρεις από μέσα το σκοινί. Το Μαχαίρι, βαριδωμένο, θα πηγαίνει ίσαμε τριάντα οκάδες, ίσως και πιότερο. Βάρδα μη βρει πουθενά η κόψη του και τσαλακώσει, γιατί τότε θα χρειαστεί να τη φορμάρεις από την αρχή, που θέλει κόπο μεγάλο και ακρίβεια. Πάντα θα το κρατάς παστρικό κι ακονισμένο, σαν το ξουράφι του μπαρμπέρη και πιότερο. Σέρνεις πάνω στην κόψη με το λαδάκονο, πέρα ως πέρα, αργά, χωρίς καμμιά βία, να μη χαλάσεις τη γωνιά της. Δέκα ακονιές εμπρός, μιά ανάποδα και πάλι απ' την αρχή και κάθε τόσο να λαδώνεις μια στάλα την ακόνη και να σκουπίζεις τα γρέζια, με το στουπί. Αν φέρεις κοντά τη λάμπα και ζυγώσεις, θα δεις πώς φέγγει η κόψη, σαν καθρέφτης».



«Οταν δεν έχεις δει καρμανιόλα με τα μάτια σου, μπορείς να αδιαφορείς για τη θανατική ποινή, όταν όμως την αντικρίσεις, πρέπει να αποφασίσεις, να πάρεις θέση υπέρ ή κατά, αφού αυτή δεν είναι ουδέτερη και δεν επιτρέπει σε κανέναν να μείνει ουδέτερος»
Victor Hugo, «Les Misérables», 1862



«Απ' το Καστέλι να μην ξεμυτίσεις ποτέ σου, παρεκτός για τη δουλειά και πάντα σιμά στ' απόσπασμα. Κιδυνεύεις απέναντι, να ξέρεις, και πέτρες να σου πετάξουνε και να σε χτυπήσουνε, στα καλά καθούμενα, μα και να βρεθεί κανείς που να γυρεύει εκδίκηση για άνθρωπο δικό του και να σ' ανάψει την κουμπουριά κατάστηθα. Έτσι κι αλλιώς, μόνο τα σκυλιά του δρόμου θα σε συνερίζονται και άνθρωπος κανείς. Θα σε σιχαίνουνται όλοι τους, σαν τον λεπρό κι ούτε τα λεφτά σου δεν θ' ακουμπάνε , μήτε μπακάλης μήτε κάπελας, καθώς το 'χουν για κακό και γρουσουζιά μεγάλη, να λάβουν κομμάτι από το μιστό σου, τον καταραμένο. Κάλλιο λοιπόν να το πάρεις απόφαση, πώς όλες κι όλες σου οι παρόλες θα 'ναι με τους βαρκάρηδες, σαν θα τους παραγγέλνεις τα χρειώδη».


«Ένα μόνο μη με ρωτήσεις, γιατί δε γνωρίζω μήτε κι εγώ τί να σ' αποκριθώ. Πόσο να κάνει άραγε, να βγεί η ψυχή τους η άραχλη, από την ώρα που θα χωριστεί το κεφάλι απ' το κορμί ; - Ένας Θεός μόνο ξέρει. Νύχτες αμέτρητες στριφογυρνούσα άγρυπνος , ν' αναρωτιέμαι. -Πόσο ; Φωνή δεν έχουν να σου πουν, μα σαν θα πέσει το κεφάλι, εσένα πρώτα θα γυρέψουνε να βρούνε τα μάτια τους, να σε κοιτάξουν, στην αρχή βλεφαρίζοντας με ξάφνιασμα, έπειτα γεμάτα πίκρα, να σε κατηγοράνε βουβά, που τους χάλασες, σε δυό κομμάτια».



"Αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ' εμού έση εν τω παραδείσω"
(Λουκ.23:43)


«Σαν θα βροντήξει στα σανίδια το κεφάλι, ο όχλος από κάτω θα γυρέψει να το δει, λες για να σιγουρευτεί πώς δούλεψε σωστά το λεπίδι. Μοβόροι λύκοι, που ψάχνουν να χορτάσουν την περιέργειά τους με τ’ αποτρόπαιο θέαμα και σε βάζουν να συλλογιέσαι, ποιός είναι στ' αλήθεια ο χειρότερος. Τουλάχιστ’ ο κακούργος, πριν ξαπλώσει, μολογάει το κρίμα του. «Σχωράτε με κι ο Θεός θα σας σχωρέσει, ούτε του σκυλιού σας ούτε του εχθρού σας». Μ’ αυτοί δε συχωράνε, μήτ’ αυτόν, μα –το παράδοξο, στ’ αλήθεια- μήτε και σένα, κι ας ματοβάφτηκες , για τη δική τους τη δουλειά. Κεφάλια αποκομμένα με κοίταξαν πολλά, τα κοίταξ' άθελά μου κι εγώ ο κακορίζικος, κι αλλάξαμε έτσι βλέμματα φρικτά, που δεν λησμονιούνται. Μα τη χειρότερη ματιά, να ξέρεις, την είσπραξα απ’ τους κάτω, αυτούς τους αναμάρτητους».


Κυριακή, 12 Απριλίου 2009

Ο Σαλταδόρος


Tο σαράβαλο φορτηγό τα ‘παιξε στον ανήφορο. Κώλωσε σαν την πουτάνα μπρος στο νταβατζή της. Έπρεπε κι αυτήν την αριστερή στροφή να πάρει. Είχε ντουμανιάσει η μισή Ιερά οδός.
Η συμμορία των πιτσιρικάδων την είχε ανθιστεί τη δουλειά. Εδώ υπήρχαν κελεπούρια αφύλαχτα. Οι φρουροί ψιμάρια ,σαν κάτι τύπους που περιμένουν να κονομήσουν απ’ την τεχνική ανάλυση. Κι η καρότσα τίγκα στο πράμα. Τί ψωμιά, τί κρέατα, τί τυριά ,τί αλεύρια!
Σάλταραν σαν ιαγουάροι . Τα τσουβάλια πετιόνταν στο δρόμο με ταχύτητα αστραπής. Η υπόλοιπη μαρίδα μάζευε δαιμονισμένα. Εντός διλέπτου ο οδηγός αντιλαμβανόταν την ιπποδύναμη του σαράβαλου να αυξάνει περίεργα. Κι όταν έφτανε στον προορισμό του, χάζευε σα χάνος την άδεια καρότσα.
Την ίδια ακριβώς στιγμή στη Θεσσαλονίκη ένα άλλο Ξυπόλητο Τάγμα αγοριών του Ορφανοτροφείου ξεψίλλιαζε το καμιόνι κάποιων Φρίτσηδων.
Οι σαλταδόροι είχαν αρχίδια και ψυχή. Σούφρωναν στο πι και φι τις κουραμάνες των Δυνάμεων Κατοχής , έτρωγαν όσο μπορούσαν να φάνε ,κουβαλούσαν όσα μπορούσαν να κουβαλήσουν και την υπόλοιπη μάσα τη μοιράζονταν οι περαστικοί.
«Τρεις φίλοι απ’ το Βύρωνα με τρύπιο παντελόνι
Χωρίς να κάνουν σαματά κουρσέψαν το καμιόνι
Και μύρισε Θεούλη μου ο δρόμος μακαρόνι
Σταδίου και Αμερικής μέχρι Κολοκοτρώνη»

Αν τώρα στη θέση των δυνάμεων κατοχής βάλεις τον Ελληνικό λαό και την κουραμάνα τη βαφτίσεις φόρο, εύκολα βρίσκεις τους αντίστοιχους σημερινούς σαλταδόρους. Χωρίς τ’ αρχίδια ,όμως , να παίρνουν τη θέση του ουσιαστικού. Αν τ’ αρχίδια χρησιμοποιηθούν ως επίθετο ,δένουν στον προσδιορισμό των πολιτικών σαλταδόρων.
Οι σαλταδόροι ήτανε μερακλήδες τύποι. Όσα κονομούσαν απ’ την πώληση των κλεψιμαίικων, τα έτρωγαν στην καλοπέραση. Και την κουστουμιά τους και το πατούμενό τους και την γκομενίτσα την πεουλοπνίχτρω γούσταραν. Και καλά έκαναν. Δουλεμένα τα είχαν. Μα θα μου πεις τα έκλεβαν. Άντε συ, ρε χέστη, να σκαρφαλώσεις σε γερμανικό φορτηγό εν κινήσει, να μη σε πάρουν είδηση, να ξεφορτώσεις και να την κάνεις. Ή μήπως νομίζεις πως αν σε τσάκωναν στα πράσα, σε πήγαιναν στο κοντινότερο Αστυνομικό Τμήμα και ξεκινούσε η διαδικασία του Αυτόφωρου; Την έτρωγες τη σφαίρα στο Δόξα Πατρί και κοίταζες τα ραδίκια ανάποδα. Χέστη, ε χέστη , ακριβολόγε!
Και μου την πέφτει καμιά φορά στο μπλογκ ο συνέταιρος γιατί μ’ αρέσουν τα τσίφτικα τα ρούχα. Ξέρεις, ρε ανιστόρητε, πώς κυκλοφορούσαν το βράδυ οι σαλταδόροι; Στην πένα ντυμένοι. Ή τον έχεις για μαλάκα το Γενίτσαρη που έγραψε το
«Ζηλεύουνε δεν θέλουνε ντυμένο να με δούνε
μπατίρη θέλουν να με δουν για να φχαριστηθούνε"
Οι ‘έντιμοι’ έμποροι τότε ,τους σαλταδόρους τους λέγανε κλεφτρόνια. Όπως οι σημερινοί μεγαλομπακάληδες τα μπατιράκια που τσουρνεύουν καμιά κονσέρβα από κάνα ράφι. Αλλά έχει ο καιρός γυρίσματα. Εκείνους τους «έντιμους» ο λαός τους ονόμασε μαυραγορίτες. Κι οι σαλταδόροι έγιναν ο ύμνος της Κατοχής.
Με φτιάχνουν, που λέτε, κάτι τέτοια. Και κάθομαι κι απαγγέλλω στιχάκια:
«Θέλω κουκούλα να φορώ, όχι προδότη μα Ζορό, στα "σούπερ" να μπουκάρω.
Όρυζα και ζυμαρικά, εδώδιμα, αποικιακά στο δρόμο να σουτάρω.
Μια τέτοιου είδους εκτροπή θα έκανα χωρίς ντροπή κι ας είχα επιπτώσεις.
Ο Γαβριήλ κι εσύ μαζί, πάμε σε κάποιο μαγαζί, για απαλλοτριώσεις».

Kι ο συνέταιρος, σαν μ’ ακούει, μ’ αρχίζει στην καζούρα:
«Εσύ δεν είσαι ποιητής, δεν είσαι δικηγόρος.
Είσαι κλεφτοαρματολός, αντάρτης στο Βελούχι,
ατρόμητος της Κατοχής έφηβος σαλταδόρος,
που την ορμή σου τρέμουνε του πλούτου οι ευνούχοι.
Είσαι Ακρίτας Διγενής, νησιώτης μπουρλοτιέρης,
Σουλιώτης απροσκύνητος, τρανός Μεσολογγίτης,
του Σολωμού ο Πόρφυρας, του Ελύτη ο Λευτέρης,
της θείας Καλβικής Ωδής ο Ιερολοχίτης».


Βορβ Ζακόνε


Πρώτο Μπάμ
-Κεραυνός ήταν αυτό ?
-Ναι, πρέπει να έσκασε πολύ κοντά μας.
-Σκατόκαιρος.
-Ενώ εσείς στη Μόσχα έχετε πάντοτε λιακάδα, έτσι ;
-Άνοιξη είναι διάολε, υποτίθεται πως όταν έρχομαι εδώ την άνοιξη, περιμένω να συναντήσω καλό καιρό.
-Nα μην περιμένεις πιά τίποτα από την πατρίδα.
-Ντακ-ντουκ.
-Πώς είπες ;
-Ντακ-ντουκ. Οι γυαλοκαθαριστήρες σου κάνουν "ντακ-ντουκ". Άκου ! Ντακ-ντουκ. Ντακ-ντουκ. Ντακ-ντουκ. Προσέχεις ;
-Σιωπή, προσπαθώ να πιάσω τις συχνότητες. Δεν κάνουν ντακ-ντουκ. Κάνουν κάτι σαν "τουγκντουπ". Ναι, σωστά, "τουγκντουπ". Υπόκωφο, αδιάλειπτο τουγκντουπ. Αυτή είναι η ακριβής περιγραφή του ακούσματος.
-Ποιού ακούσματος ;
-Των γυαλοκαθαριστήρων, γι' αυτούς δε μιλάμε ;
-Γι' αυτούς. Θέλουν αλλαγή τα λάστιχα. Πώς μπορείς και οδηγείς έτσι ; Βλέπεις τίποτα μπροστά σου ;
-Τα πάντα. Και οπωσδήποτε δεν θέλουν "αλλαγή τα λάστιχα". Ίσως αντικατάσταση τα μάκτρα.
-Χα, πάντα ακριβόλογος.Και είρων.
-Πάντα ακριβολόγος. Και σαρκαστής, ενίοτε.
-Μου επιτρέπεις να κλείσω για λίγο τα μάτια μου ; Μού σπασες τ' αρχίδια. Και πώς πέφτει πίσω αυτό το κάθισμα ;
-Ο μοχλός είναι στα δεξιά σου, ενσωματωμένος στη θέση. Να υποθέσω ότι τα Lada διαθέτουν φωνητική ενεργοποίηση ανάκλισης καθισμάτων ; "Lada, ρίξε κάθισμα πίσω".
-'Ολο μαλακίες είσαι.
-Όνειρα γλυκά.

Δεύτερο Μπάμ
-Τί ήταν αυτό ρε ;
-Πουλί στο παρμπρίζ. Καλύτερα όμως να μου πείς, τί είναι αυτό που κρατάς.
-Πιστόλι. Όπως λαγοκοιμόμουν, νόμισα ότι μας ρίχνουν και το τράβηξα ασυναίσθητα.
-Ποιός να μας ρίξει μέσα στην Εθνική ; Πας καλά ; Δε σου 'χω πεί ότι δε θέλω να βλέπω όπλα ; Κρύψτο, πριν μας σταματήσουν, ηλίθιε.
-Ηρέμησε, το μαζεύω. Μα πώς κάνεις έτσι καημένε ;
-Με ποιό τρόπο το πέρασες από δύο αεροδρόμια ;
-Δεν το πέρασα. Ο Γρηγόρης μου το δάνεισε, χθες βράδυ. Για ασφάλεια.
-Ο Ιγκόρ. Μμμμ, φυσιογνωμία. Μ' αυτόν τα πίνατε χτες ;
-Βρεθήκαμε για ένα ποτό, στο ξενοδοχείο.
-Και για δουλειά, φυσικά.
-Σαν τί δουλειά ;
-Εσύ να μου πεις. Εγώ πού να ξέρω ; Αλήθεια, μιας και το 'φερε η κουβέντα, για ποιόν ακριβώς λόγο ανεβαίνουμε πάνω ;
-Για μια δουλειά.
-Αυτό ρωτάω. Τί είδους δουλειά ;
-Θα σου πω όταν φτάσουμε πάνω.
-Δε μου λες από τώρα ;
-Βαριέμαι και νυστάζω. Μπορούμε να σταματήσουμε κάπου για έναν καφέ ;
-Ναι, αν ξεφορτωθείς το όπλο αυτή τη στιγμή.
-Αστεία λες. Δεν είναι καν δικό μου. Και πού να το πετάξω ; Στο δρόμο από το παράθυρο ;
-Τί είναι ;
-Ποιό ;
-Το πιστόλι. Τί πιστόλι σου έδωσε ;
-Μα τί σημασία έχει ; Δεν το πετάω, έτσι κι αλλιώς.
-Τί πιστόλι σου έδωσε ;
-Βρε το μαλάκα, κόλλησε. Δεν το είδες ; Ένα Πάϊθον. Ικανοποιήθηκες τώρα ;
-Χα ! Το ήξερα. Κομπλεξάρες Ρώσσοι.
-Τί βλακείες λες τώρα ; Ποιοί είναι οι κομπλεξάρες ;
-Οι Ρώσσοι. Ο Ιγκόρ. Εσύ. Όλοι σας. Ομογενείς και μη. Συμπλεγματικοί. Τα πάντα έξτρα λαρτζ, αμερικάνικα ή γερμανικά.
-Πας καλά ρε ; Τί σου φταίνε τώρα οι Ρώσσοι ;
-Ε, λοιπόν σας βαρέθηκα. Κι εσάς και τις παρέες σας και τις μαύρες Μερσέντες σας και τα μαύρα σας κοστούμια και τα ζιβάγκο σας και τις γελοίες χρυσές καδένες σας και τ' ανεκδιήγητα ρολόγια και τα τατουάζ και τις βότκες και τα χαβιάρια σας και τις μπορς και τις ρασόλνικ και τις σολιάνκες σας και όλη τη σκατοκουζίνα σας, λιγούρια, φιγουρατζήδες, κακοποιοί της συμφοράς. Και γαμώ το Ερμιτάζ, τον Αϊζενστάϊν, τον Λένιν και τον Στάλιν μαζί.
-Ο Στάλιν δεν ήταν Ρώσσος. Ούτε ο Αϊζενστάϊν. Και δεν σε άκουσα να λές κάτι για τις Ρωσσιδούλες. Μεροληπτούμε, βλέπω.
-Σαν τί να πώ δηλαδή ;
-Δεν ξέρω, κάτι εξίσου προσβλητικό. Ας πούμε "γαμώ τα Μπολσόϊ".
-Ωραία. Γαμώ και τα Μπολσόϊ, από την πρίμα μπαλλερίνα και κάτω.
-Από την ετουάλ, εννοείς. Και θα ΄θελες.
-Να σου πω, δεν ρίχνεις πάλι πίσω το κάθισμα ; Σε βαρέθηκα. "Lada, ρίξε κάθισμα πίσω". Χα! Συμπλεγματικοί Ρώσσοι.
-Ανόητε. Μη με ξαναενοχλήσεις.
-Δεν πρόκειται.
Τρίτο Μπάμ
-Τί ήταν πάλι αυτό ρε ;
-Λάστιχο. Μην εξάπτεσαι και βάλε το όπλο μέσα. Στο είπα και πριν.
-Αντανακλαστικά μου συμβαινει. Τί θα κάνεις τώρα ;
-Θα σταματήσω στην άκρη. Θα πρέπει ν' αλλάξουμε λάστιχο, δε νομίζεις ;
-Να το αντικαταστήσουμε, εννοείς.
-Έστω. Μαθαίνεις. Θα χρειαστώ βοήθεια.
-Και πού να τη βρείς. Εγώ πάντως δεν βγαίνω έξω, στη βροχή. Το μαύρο κοστούμι που λέγαμε ; Θα χαλάσει. Ξέχνα με.
-Συμπλεγματικοί, μα και άχρηστοι. Δεν σε έχω ανάγκη.
-Δεν θα το πιστέψεις, αλλά εμείς εκεί πάνω, όταν μείνουμε από λάστιχο, το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να δώσουμε μια φωνητική εντολή. "Lada, άλλαξε λάστιχο". Και θες ν' ακούσεις και το καλύτερο ; Το Lada μας απαντάει. "-Μάλιστα αφέντη, ό,τι πειτε εσείς. Προφανώς εννοείτε να αντικαταστήσω το λάστιχο. Αμέσως!". Αλλά, τελικά, έχεις δίκιο.
-Φυσικά κι έχω δίκιο. Είσαι απαράδεκτος.
-Όχι, άλλο εννοώ. Οι γυαλοκαθαριστήρες. Τουγκντούπ κάνουν.

Σάββατο, 11 Απριλίου 2009

Ο Θόδωρας και το βούκινο


"Άμα θα νοιώση ο κερατάς τη γλύκα του κεράτου, μέλι και γάλα γίνεται με τη νοικοκυρά του". Λαϊκή σοφία.

Ο κερατάς είναι είδος ουχί σπάνιον. Αντιθέτως, θα έλεγα. Όπου σταθείς κι όπου βρεθείς ο κερατάς είναι παρών.
Φερ’ ειπείν ο Θόδωρος στο γραφείο. Έχει κάτι εξογκώματα ναααααα, με το συμπάθειο, στην περιοχή των βρεγματικών. Τα σκεπάζει με κάτι περισσευούμενες τρίχες, αλλά όπως και να’ ναι τα καρούμπαλα δεν κρύβονται. Ο Θόδωρος το έχει περί πολλού το Λενάκι του. Τρεις φορές στη βάρδια, τουλάχιστον, θα το πάρει τηλέφωνο. Συνήθως ,το Λενάκι δεν απαντά. Και τότε ο Θόδωρος κατεβάζει τα μούτρα.
-Τι έχεις πάλι, ρε Θόδωρα;
-Να, μωρέ! Πήρα τηλέφωνο το Λενάκι και δεν απαντά. Λες να ‘παθε τίποτα;
-Ε, καλά ρε Θόδωρα! Μπορεί να είναι στο σούπερ μάρκετ.
-Πήρα και στο κινητό.
-Αμάν, ρε Θόδωρα! Μπορεί να κουβαλάει τις σακκούλες και να μην έχει ελεύθερο χέρι.
-Καλά λες!
Μετά από λιγο ,ντριινγκκκκκ το κινητό του Θόδωρα. Η μάπα του παίρνει μια μελιστάλαχτη έκφραση ,αλλά η φωνή του είναι λίγο αγριωπή. «Μη γίνουμε και ρόμπα στους συναδέλφους»,σκέφτεται.
-Πού ήσουνα, ρε Λενιώ;
Έτσι κάνει στην αρχή ο Θόδωρας. Το παίζει άγριος. Μετά από λίγο τη φωνή του χαμηλώνει, το βλέμμα του γλαρώνει, το μουστάκι του σαλιώνει. Και κλείνει με ένα γλυκερό «θα τα πούμε, αγαπούλα».
-Δεν του έχεις εμπιστοσύνη, ρε Θόδωρα;
-Ποιανού;
-Του Λενακίου.
-Τι λες ρε; Το Λενάκι είναι αφρός.
-Μωρέ, εγώ το ξέρω. Εσύ το ξέρεις;
-Κι από πού το ξέρεις; Αφού δεν το ‘χεις δει.
-Απ’ αυτά που μου λες, ρε Θόδωρα. Σοβαρός άνθρωπος είσαι, δεν μπορεί να λες μαλακίες!
-Σωστά. Να, είναι που τ’ αγαπώ πολύ το Λενάκι. Και δεν μπορώ πολλή ώρα χωρίς να τ’ ακούσω.
-Ναι, ρε Θόδωρα. Αλλά μήπως σε περάσει για μουνόδουλο?
- Λες; Αφού μου το ζητάει. Να την παίρνω, όποτε μπορώ.
-Από πού, ρε Θόδωρα;
-Απ' το σταθερό ,απ' το κινητό, ακόμα κι από τηλεφωνικό θάλαμο, αν μου έχει τελειώσει η κάρτα.
-Α! Ρε μήπως φοβάσαι μη στα φορέσει;
-Ας τα φορέσει. Γι αυτό της τ’ αγόρασα.
-Τα ποια, ρε Θόδωρα?
-Τα δαχτυλίδια.
-Άτσα, ο Θόδωρας! Μπερκέτι άντρας είσαι, ρε Θόδωρα! Και πώς τα βολεύεις ρε Θόδωρα με τρεις κι εξήντα;
-Για το Λενάκι μου και το σκατό μου παξιμάδι. Η γυναίκα, όπως και να ‘ναι, το θέλει το λούσο της.
-Και τον λούτσο της τον θέλει Θόδωρα, αλλά πού να σου εξηγώ τώρα………..