Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009

Η Ασπάσω και το κλέος. Τέλος.


Κι είναι άσχημο πράμα η γκρίνια. Και μεταδοτική σαν επιδημία. Μη δουν επιτυχημένο οι άνθρωποι, να πέσουν να τον φάνε. Κι άμα δεν μπορείς να βαρέσεις το γάιδαρο, χτυπάς το σαμάρι. Γάιδαρος ο Περικλέας, δεν καταλάβαινε Χριστό, βρήκαν τον κακόμοιρο το Φειδία να καταχεριάσουν. Κι αν έπιανε το κόλπο, θα περιλάμβαναν και τον ηγέτη. Στήσανε, λοιπόν, μια κατηγορία πως τάχα μου ο Φειδάκος τσούρνεψε κάτι κιλά απ’ το χρυσάφι με το οποίο είχε στολίσει το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς. «Κι άντε τώρα ν’ αποδείξεις πως δεν είσαι ελέφαντας», σκέφτηκαν οι κατήγοροι. ‘Τί θα κάνει ο Φείδης; Πώς θ’ αποδείξει πως όλα τα κιλά είναι πάνω στο άγαλμα;». Γάτα ο Περικλέας ,όμως, του είχε πει να κρύψει κάτι χρυσές πλάκες μεσ’ το άγαλμα, σηκώνεται πάνω, «άμα θέλετε ρε, πηγαίνετε να δείτε τις πλάκες, μεσ’ το άγαλμα είναι!», τέζα οι συκοφάντες, ούτε καν τόλμησαν να παν να το ζυγίσουν μπας και γίνουν νούμερα, έπιασε η μπλόφα ,αφρός ο Φειδίας.
Έλα όμως που ο Περίκλας δεν υπολόγισε τη ματαιοδοξία τού φίλου του. Νέα καταγγελία, ο Φειδίας είχε χαράξει πάνω στην ασπίδα της θεάς Αθηνάς τη σκυλόφατσά του, την μακρουλή κεφάλα του Περικλέα και το μουτράκι τής Ασπάσως. Ιεροσυλία! Στη μπουζού ο Φείδης, χωρίς μισόγυμνα μοντέλα, του ήρθε μελαγχολία, κορόμηλο το δάκρυ.
Επόμενος στόχος ο Αναξαγοράκος. «Τι σκατά λέει αυτός; Πως ίσως τ’ άστρα κι ο ουρανός υπακούουν σε κάποιους φυσικούς νόμους και δεν κόβουν βόλτες κατ’ εντολή των θεών; Και πως ο ήλιος δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά φωτιά; Κάτσε να φτιάξουμε ένα νόμο να απαγορεύει τέτοιες μελέτες κι αν μπορεί ας συνεχίσει ο τρελλός επιστήμονας να λέει τις παπαριές του!». Του το σφυράνε του αρχαίου Κοπέρνικου, σκέφτεται αυτός «ρε, εδώ μου την έχουν στημένη!» και την κάνει σαν τον Καραβέλα.
Κι ήρθε κι η σειρά της Ασπάσως που της άρεσαν τα παρτάκια. «Γιατί τόσα τσιμπούσια, κυρά μου; Και καλά, θες να ντερλικώνεις με τους φίλους σου, οι παλλακίδες τί χρειάζονται στις συνεστιάσεις σου; Επειδή αρέσουν στον μερακλή τον Περικλέα οι παρτούζες, εσύ θα κάνεις την τσατσά;».
Και ούιιιι, κυρίες και κύριοι! Νάσου η μαντάμ στο καρεκλάκι.
«Δεν πιστεύει στους θεούς αλλά μελετάει τα φυσικά φαινόμενα, κύριοι δικαστές! Αφήστε , που κάθε τρεις και λίγο μαζεύει τα κοριτσόπουλα στο σπίτι της να γαργαλάνε τα καλαμπαλίκια του Περικλέα και των φίλων του! Έτσι τον κρατάει, με παρτούζες κι αλλαξοκωλιές! Αίσχος!».
Πουτάνα ο Περίκλας, σκέφτεται πως δεν τη βγάζει καθαρή η Ασπάσω με ανταλλαγή επιχειρημάτων, ξέρει πως ο κόσμος τον λατρεύει, σηκώνεται το λοιπόν και τραβάει ένα δακρύβρεχτο λόγο περί αγάπης, λατρείας, ματς-μουτς και τα τοιαύτα, ρίχνει κι ένα δάκρυ στυλ Ξανθόπουλου, τους παίρνουν τα ζουμιά τους δικαστές και τσουπ καθαρή κι αμόλυντος η μανταμίτσα.
Παρεμπιπτόντως, η εξάπλωση των Αθηναίων ενοχλούσε τους Σπαρτιάτες. Τσίγκλησαν, το λεπόν, κάποιες πόλεις που δεν πολυγουστάρανε τους Αθηναίους, τους έταξαν και συμπαράσταση κι άρχισαν τα όργανα. Βγάζει ένα διάταγμα ο Περικλάρας περί απαγόρευσης εισόδου των Μεγαρέων στην Αθήνα, τα παίρνουν στην κράνα οι άλλοι και να το πατιρντί. Βρίσκει ευκαιρία το πειραχτήρι ο Αριστοφάνης, στήνει μια ιστορία πως τάχα μου δυο Αθηναίοι απήγαγαν την καλύτερη πουτάνα των Μεγάρων ,τη Σιμήθα, η οποία έκανε και λεσβιακό σόου, και πως σ’ αντεκδίκηση οι Μεγαρείς απήγαγαν δυο πουτανάκια της Ασπάσως. Και πως η Ασπάσω, πολύ κακοκαρδίστηκε και έβαλε λόγια του Περικλέα να καρπαζώσει τους Μεγαρείς. Και πως έτσι ξεκίνησε ο πόλεμος, ο Πελοποννησιακός. Πυρ, γυνή και θάλασσα τα τρία κακά της ανθρωπότητας και κακώς κατηγορήθηκε η Εύα για το ένα απ’ αυτά, καθότι η Ασπάσω ήταν μεγαλύτερη καργιόλα.
Έπεσε, όμως, λοιμός, ξεκληρίστηκε η Αθήνα, τα κακάρωσαν κι οι δυο γιοι τού Περικλέα απ’ την πρώτη του γυναίκα, δεν είχε προλάβει να στήσει Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας ο Περικλέας, κόλλησε κι αυτός την ίωση και πήγε να κοιτάξει τα ραδίκια απ’ τη ρίζα.
Κι έπεσε σε λύπη βαριά η μανδάμ, αλλά στις εννιά τού μακαρίτη άλλος μπήκε μεσ’ το σπίτι. Λυσικλή τον λέγανε, πρόβατα έβοσκε, τον περιέλαβε όμως η τσουράπω και σε εννιά μήνες τον έκανε να βγάζει κάτι λόγους στην Αγορά ν’ ακούει η μάνα και τού παιδιού να μη λέει. Κι έγινε ηγέτης της Αθήνας ο Λυσικλέας κι ικανοποιήθηκε κι η μαντάμ που απέδειξε πως ήξερε να φτιάχνει άντρες. Για τα πρόβατα τού Λυσικλέα δεν αναφέρει κάτι η Ιστορία, αλλά από κάτι φήμες συνάγεται το συμπέρασμα πως γίνανε μεζεδάκια για τις συνεστιάσεις τής Ασπάσως, καθότι η ψυχή βγαίνει, το χούι δεν βγαίνει……………

Η Ασπάσω και το κλέος Νο 2


Kουμπάροι ο Αναξαγόρας κι ο Φειδίας. Το έθιμα απαιτούσαν προίκα. Ξεβράκωτη η νύφη, ο Αξίοχος τα είχε κακαρώσει στο μεταξύ και της άφησε κάτι χειρόγραφα Ιώνων φιλοσόφων, οι Σόθμπυς δεν είχαν ανοίξει ακόμη, ο κίνδυνος να γίνει ρεζίλι η νύφη μεγάλος. Πονήρω η Ασπασία, τα έσοδα απ’ τα ιδιαίτερα τα είχε καταχωνιάσει και το ‘παιζε πτωχή πλην τίμια. Τι να κάνουν οι κουμπάροι, στάξανε από δέκα τάλαντα, χοντρά λεφτά τότε, βγήκε στον αφρό η νύφη κι είχαν κι αυτοί το ελεύθερο για τη γενναιοδωρία τους.
Ηγέτης ο γαμπρός, κουκλάρα η νύφη, όλο και υπήρχε κίνηση στο σπίτι. Είχε και τις ανησυχίες του το ζεύγος, τις φιλοσοφικές η Ασπασία, τις πολιτικές ο Περικλάρας, τους άρεσε κι η καλή παρέα κι έτσι στήθηκε ο κύκλος. Ιππόδαμος, Αναξαγόρας, Φειδίας, Σωκράτης, Σοφοκλής, Ηρόδοτος απετέλεσαν τον πυρήνα. Οι τέσσερις πρώτοι είχαν πάρει και μεζέ. Οι άλλοι ήταν στο περίμενε. Κι οργάνωνε τσιμπούσια η Ασπασία και καλούσε όποιους αυτή γούσταρε- από τότε είχαν το ταλέντο οι γυναίκες να φτιάχνουν τον κύκλο που αυτές θέλουν- κι όλοι μαζί συμβούλευαν το Μεγάλο πως θα κάνει την Αθήνα παντοκράτειρα και φανταχτερή.
Έκοβε και τις τσάρκες της στα μαγαζιά η Ασπασία, ψώνιζε κάνα φουστανάκι σινιέ και κάνα πατούμενο μουράτο και πέρναγε ο καιρός ζάχαρη. Ώσπου, όξω από μια βιτρίνα, την περιέλαβε μια Λουκά της εποχής , την πλάκωσε στα μπινελίκια - τι τσούλα, τι τσόκαρο την είπε- και πολύ έκλαψε η Ασπασία για το κακό και τ’ άδικο. Την παρηγόρησε ο Περικλέας, της είπε πως έτσι γίνεται όταν είσαι διασημότητα, της θύμισε και τη σκηνή με τη Μιμή και τη μπούφλα που της έχωσε μια μισότρελλη, παρηγορήθηκε η Ασπάσω, είχε και μια καθυστερησούλα, κάτι λιγωμάρες και ναυτίες, κατάλαβε πως της τον είχε φυτέψει το σπόρο ο ηγέτης και σταμάτησε να χολοσκά για μικροπράγματα, καθότι ανεμένετο τέκνον ξακουστών γονέων και το γεγονός δεν ήταν γι άλλες σκασίλες. Το κακό ήταν πως εκείνη την εποχή είχε προτείνει ο Περικλής ένα νόμο που έλεγε πως Αθηναίοι πολίτες θα λέγονταν μόνο τα παιδιά που είχαν και τους δυο γονείς Αθηναίους κι έτσι το κυοφορούμενο δεν θα έβλεπε ποτέ ψηφοφορία και αξιώματα. Δεν τον έπαιρνε τον Περικλή ν’ αλλάξει το νόμο, σκέφτηκε πως έχει ο Θεός -στο Ελλάντα οι νόμοι αλλάζουν σαν τα πουκάμισα- αγκάλιασε την Ασπάσω, της χάιδεψε την κοιλιά και δάκρυσαν παρέα για την ευτυχία που ερχόταν.
Κι επειδή τα μεγαλεία θέλουνε και μπιχλιμπίδια, ρίχνει την ιδέα ο Φειδίας να χτίσουνε ένα ναό που θα βγάζει μάτια. Και δίκην Μπόμπολα αναλαμβάνει το έργο του Παρθενώνα, παίρνει για βοηθούς τον Ικτίνο και τον Καλλικράτη και ξεκινούν οι δουλειές. Και πήρε πίσω και με το παραπάνω η κουφάλα ο Φειδίας τα δέκα τάλαντα που ακούμπησε για την προίκα της Ασπάσως. Οι καιροί αλλάζουν, η μίζα είναι όμως διαχρονική.
Έφαγε η μαρμάγκα πολλούς εργάτες στο χτίσιμο. Αλλά έτσι είναι οι μεγάλες ιδέες. Έχουν και θύματα. Ευτυχώς που δεν υπήρχαν τότε νόμοι για τα εργατικά ατυχήματα, γιατί το έργο θα τελείωνε του αγίου Σειληνού ανήμερα.
Κι είδε ο γύφτος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του. Ήρθαν κλαψουρίζοντας κάτι Μιλήσιοι στην Αθήνα ,καρπαζωμένοι απ’ τους Σαμιώτες, να ζητήσουν βοήθεια. Τον τρελαίνει στην κρεβατομουρμούρα η Ασπάσω τον Περικλέα, «τα πατριωτάκια μου είναι καλά παιδιά και δημοκρατικά», την πιάνει κι ένας πονοκέφαλος, τη βγάζει με το χειρογλύκανο ο Περικλέας, τσιμπάει , τραβάει μια εκστρατεία στη Σάμο, καταφέρνει να την κερδίσει , αλλά του έγινε ο κώλος μπουγαδοκόφινο. Σκληρά καρύδια οι Σαμιώτες, του βγάλανε τη γλώσσα έξω να τους λυγίσει. Κι άρχισαν να γκρινιάζουν οι Αθηναίοι πως άλλος γαμεί, άλλος πληρώνει.
Συνεχίζεται..........

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Η Ασπάσω και το κλέος

Μπουκιά και συγχώριο το πουτανάκι. Αλλά κι ο Ιππόδαμος, ωραίος άντρας. Το ζόρι ήταν ο πατέρας της. Πρόσωπο αξιοσέβαστο στη Μίλητο καθότι διοικούσε το μεγαλύτερο φροντιστήριο τής περιοχής. Γραφόσουν στο φροντιστήριο τού Αξίοχου κι έβγαινες μεγάλος και τρανός. Ειδικά στην παρλαπίπα. Το άσπρο μαύρο έκανες και σου χτυπάγανε και παλαμάκια.
Το ξέκωλο , εκτός απ’ τα θεσπέσια καπούλια και τη φάτσα Μαστροκώστα, είχε και μια γλώσσα ροδάνι. Κρεμόσουν απ’ τα χείλια της. Άσε που παρακολουθούσε και τα μαθήματα του πατέρα της και σου τραβούσε κάτι αναλύσεις για τη γέννηση τού σύμπαντος να σου ‘ρχεται περίοδος! Ενθουσιάστηκε απ’ όλα τούτα ο Ιππόδαμος και, παρά τον κίνδυνο να τον τουλουμιάσει στο ξύλο ο γέρος, το στραμπούλιξε το πορνίδιο και του δίδαξε και τις άλλες χρήσεις της στοματικής κοιλότητας.
Όμως ο Ιππόδαμος ήταν και τύπος ανήσυχος. Δεν τον χωρούσε το χωριό. Κι έτσι ξενιτεύτηκε στη μεγάλη πόλη, που τότε τη λέγανε Αθήνα. Είχε και μια κλίση στο σχέδιο, βρήκε τους Αθηναίους να ασχολούνται με το αν θα μπει στην κυβέρνηση ο Καρατζαφέρης, τους έχτισε τον Πειραιά, είδαν οι καράβλαχοι πρώτη φορά στη ζωή τους ολοκληρωμένο σχέδιο πόλεως, χαραγμένα οικόπεδα, μεζονετούλες και πλατείες και να σου μεγάλος και τρανός ο Ιππόδαμος. Και κατά τον ρουν των γεγονότων και τα ειωθότα της εποχής αντί ν αγοράζει Πόρσε, αγόραζε αγοράκια, έκανε τσιμπούσια, μάζευε και παλλακίδες-γιατί μερικοί προσκεκλημένοι ήταν ανώμαλοι κι ήθελαν και γυναικάκια -και τη βόλευε μπέικα ο Βωβός της αρχαιότητας.
Κι εκεί που κουτούπωνε τον πισινό ενός δούλου, του ήρθε η φλασιά. «Ρε κείνο το πουτανάκι η Ασπασία, τι να γίνεται; Δεν το φέρνω δω να τους μουρλάνω όλους που έχουν πήξει στις χαμηλοκώλες και στις κουτσομπόλες; Τσιμπούσια μετά διαλέξεων. Να χαίρεται το μάτι σου, να φχαριστιέται ο φαλλός σου και να χαϊδεύονται τ’ αυτιά σου ταυτόχρονα. Της Ασπασίας θα γίνει!».
Της τραβάει την προσκλησάρα ο Ιππόδαμος, λιγώνεται η μικρά με την ιδέα πως την περιμένουν τα μεγάλα σαλόνια, καβαλάει το χάι σπιντ Μίλητος- Παλούκια και σε λίγους μήνες-άργησε το γρήγορο καθότι είχε κύμα- τσουπ στη βιλάρα τού Ιππόδαμου.
Το μαθαίνει η κουτσομπόλα ο Κριτίας ,πως ο Ιππόδαμος Ψινάκης έφερε φρέσκο πράμα και λαχταριστό ,και το κάνει βούκινο στους καφενέδες. Κι έπεσε επιδημία σιελλόροιας στους παραλήδες κι ανυπομονούσαν πότε θα δουν την Ασπάσα και πότε θα πάρουν πάσα.
Τους αφήνει ένα εικοσιτετράωρο να βράζουν στο ζουμί τους ο πορνόγερος και την επομένη ρίχνει το κάλεσμα για το τσιμπούσι. Και πήξανε οι μπαρμπέρηδες στο τάλλαρο και στις τρίχες καθότι οι αρχαίοι την κόμη περί πολλού την είχαν.
Μπαστακώθηκαν απ’ το σούρουπο στις ντιβανάρες του Ιππόδαμου ο Κριτίας κι ο Φειδίας κι ο Αναξαγόρας κι ο Αμεινοκλής κι ο Εβαϊων και περίμεναν την άφιξη της Ασπάσως. Που όταν έσκασε μύτη, τους έφυγε η ούγια , αλλά το παίξανε και λίγο μπλαζέ ,ως υπαγόρευε η αριστοκρατική καταγωγή τους.
Τρούπωσε στην αντροπαρέα η Ασπασία, ξάπλαρε δίπλα στον Αναξαγόρα ,που ήταν κοντοπατριώτης και παιδί σπαθί, ματσούλησαν τα κοψίδια κι ήρθε η ώρα τού μπεκρουλιάσματος (σημ. αρθρογράφου: πρώτα την έκαναν ταράτσα οι πρόγονοι και μετά σούρωναν κι όχι τούμπαλιν σαν εμάς που πλακωνόμαστε στα ξίδια και μετά ψάχνουμε για πατσατζίδικο και μπουγατσάδικο). Κι επειδής το κρασί θέλει παιχνίδια το ‘ριξαν στον κότταβο. Μόνο που αντί να σημαδεύουν με σταγόνες κρασιού απ’ το ποτήρι τους ακίνητους στόχους, βάλανε στο σημάδι μια ζουμπουρλού μισόγυμνη χορεύτρια που περπάταγε με τα χέρια. Κι έτσι άρχισε να μπαίνει στο νόημα η Ασπάσω για το πώς πιτσιλούσαν τα θηλυκά οι Αθηναίοι.
Κύλαγαν οι μέρες, ξεναγούσε ο Ιππόδαμος την Ασπασία στην πόλη και σκεφτόταν τον τρόπο να την ξεφορτωθεί απ’ το σπίτι ,καθώς βγήκε η βρώμα πως ο πολεοδόμος το γύρισε στις γυναίκες και δεν του καθόντουσαν τ’ αγοράκια. Απ’ τη δύσκολη θέση τον έβγαλε η Μιλήσια που του εξεδήλωσε την επιθυμία ν’ ανοίξει σχολή ρητορικής. Στο μεσοδιάστημα είχε θαυμάσει τις ιδέες τού Αναξαγόρα στην Αγορά αλλά και κατ’ ιδίαν κι είχε ποζάρει και για ένα άγαλμα τού Φειδία. (αυτό αποκλειστικά κατ’ ιδίαν).
Αφού βρήκε τις άκρες η Ασιάτισσα έκανε και το μεγάλο σάλτο. Σπίτι κάτω απ’ την Ακρόπολη και τα λεφτά ντούκου. Επίπλωση και τέσσερις σκλάβες ο Ιππόδαμος, ο Φειδίας έκανε το μεσίτη, κάτι πρέπει να τσόνταρε κι ο Αναξαγόρας κι έτοιμη η καλύβη που θα στέγαζε τις φιλοσοφικές ανησυχίες της.
Βοήθησε κι ένας στρατηγός, ο Αντιγένης, που διαφήμισε το μελίρρυτο τής νεαράς, με το αζημίωτο βέβαια, και τίγκα η καλύβη από μαθητές. Ούτε ο Στρατηγάκης στις δόξες του όταν άνοιγε παράρτημα για να μαθαίνουν οι μπόμπιρες το γκουντ μπάι.
Οι κακοήθεις λέγανε πως αυτό δεν ήτανε σχολή αλλά «οίκος». Τους έγραφε η Ασπασία εκεί που δεν πιάνει μελάνι ,απορροφημένη γαρ με τη διδασκαλία του πρωταρχικού στοιχείου στους Αθηναίους και με την καταμέτρηση του μπαγιόκου που ξεχείλιζε απ’ τα ερμάρια.
Ώσπου μια μέρα βροντάει την πόρτα της ο Σωκράτης. Και την άρχισε στα κολακευτικά πως τάχα μου ήθελε να τον μυήσει στη γνώση της. Καταφερτζής και λαοπλάνος ο αχρείος ,την έπεισε πως ήταν μπατίρης αλλά φιλομαθής. Κι έτσι ο Σωκράτης ήταν ο πρώτος που «διδάχτηκε» βερεσέ. Αλλά έσπασε ο διάολος το ποδάρι του και μια νύχτα τον τσάκωσε αγκαλιά με τον Αναξαγόρα, έγινε σκηνή μεγάλη, αλλά τελικά παρέμειναν καλοί φίλοι. Και οι τρεις τους……….


Και πέρναγε ο καιρός κι εκπαιδεύονταν οι Αθηναίοι και μάθαιναν τα ρητορικά σχήματα και τις περικοκλάδες του λόγου. Καθάριζε ο λαιμός τους, μιλούσαν από στήθους και φούσκωνε το στήθος τους που όλα αυτά τους τα έμαθε η Ασπασία η Μιλήσια. Φήμες πως μέχρι και μουγγοί μίλησαν μετά την παρακολούθηση των ιδιαιτέρων της ελέγχονται ως ανακριβείς απ’ τους ιστορικούς.
Κάπου κει έσκασε μύτη ο Περικλής. Για την ακρίβεια, δεν έσκασε , αλλά της την έσκασε. Έβαλε για ρουφιάνο το Φειδία που την προσκάλεσε σπίτι του ,τάχα μου για κάτι επείγον. Κι έπεσε πάνω στον ηγέτη και λιγώθηκε η γλωσσού κι έχασε τη μιλιά της. Η εξουσία θαμπώνει, ως γνωστόν, τα γυναικάκια κι η κυρία ,πια, δεν μπορούσε ν’ αποτελέσει εξαίρεση. Ένα προβληματάκι υπήρχε, ο Περικλής ήταν παντρεμένος, αλλά ο έρως κάτι τέτοια μικροπράγματα τα ξεπερνά κι όπως χρόνια δεν κοιτά, τα εμπόδια τα πηδά.
Τ’ ακούμπησε στεγνά, κατά το σύνηθες, ο Περικλάκος στη σύζυγο, γλύκανε κι αυτηνής η πίκρα, έκανε στην μπάντα κι άνοιξε διάπλατα ο δρόμος για τη νομιμοποίηση του μεγάλου έρωτα.
Συνεχίζεται............

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2009

Το χούι κι ο Συκουτρής





«Άντε πάλι. Θ’ αρχίσει τα σαλιαρίσματα ο κουνιστός».
Παρέα δεν είχε, μόνος του φιλοσοφούσε, είχε και την πλάκα του ο ντιγκιντάγκας, τον άφησε να καθίσει δίπλα του.
-Θα πιεις κάτι; τον ρώτησε.
-Ναι. Ουίσκι με μπόλικα παγάκια και νερό ως απάνω.
-Πολύ το νερώνεις, αδελφάκι μου.
-Κι οι αρχαίοι το ίδιο έκαναν.
-Όλο στους αρχαίους το πας. Σε συμφέρει;
Μειδίασε ο νεανίας.
-Προϊόν πολέμου.
-Δεν σε πιάνω
-Θα το προτιμούσα, αλλά μ’ αποφεύγεις.
-Ναι. Έχω κι εγώ τις ιδιοτροπίες μου. Για λέγε. Τί εννοούσες;
-Οι αρχαίοι. Οδηγήθηκαν εξ ανάγκης.
-Στη φιλοσοφία;
-Όχι. Στον Έρωτα τον μεταξύ ανδρών . Μετά γεννήθηκε η φιλοσοφία.
-Προϊόν του κώλου η φιλοσοφία;
-Ασχημονείς.
-Σε χάνω.
-Ας το πιάσουμε απ’ την αρχή. Ποιοι ήταν πιο πολεμοχαρείς; Οι Δωριείς ή οι Ίωνες;
-Οι Δωριείς.
-Καλός είσαι. Γι αυτό και σ’ αυτούς ,Θηβαίους, Βοιωτούς, Θεσσαλούς, ήταν αποδεκτή η σχέση εραστή και ερωμένου. Ανεπτύσσοντο δεσμοί ισχυροί, απολύτως απαραίτητοι στις μάχες.
-Κοίτα ρε, τι μαθαίνει κανείς! Το χεις ψάξει το θέμα, ε;
-Φυσικό δεν είναι;
-Εμένα γι’ αφύσικο μου κάνει, αλλά ας μην επεκταθούμε. Ρε λες γι’ αυτό να τους πήραν παραμάζωμα τους άλλους, στα Λεύκτρα, στη Χαιρώνεια και στη Μαντινεία; Τους έδενε ο κώλος;
-Το ευτελίζεις!
-Συγχώρα με. Ας το πούμε ιερός δεσμός φιλίας. Σου κάνει;
-Πρώτος! Γι αυτό κι ο Πλούταρχος χαρακτηρίζει «ως μόνον αήττητον όντα τον Έρωτα των στρατηγών».
-Απ’ τη Βοιωτία ήταν ο Πλούταρχος;
-Ναι.
-Α, έτσι εξηγείται!
-Θα φύγω!
-Κάτσε, ρε, τώρα που σε βρήκα! Εύθικτος μου βγήκες! Και δε μου λες; Μόνο οι Πελοποννήσιοι κι οι Κρητικοί ήταν στρέϊτ;
-Όχι. Στην Σπάρτη ο εισπνήλας είχε θέση κηδεμόνα.
-Ο ποιος;
-Ο εισπνήλας. Ο εραστής.
-Α, έπρεπε να το καταλάβω από το εις. Έμπαινε δηλαδή.
-Φεύγω!
-Καλά, θα είμαι φρόνιμος. Και ο ωθούμενος, πώς λεγόταν;
-Άϊτας!
-Άιντα, ρε!
-Ναι. Στην Κρήτη δε, γινόντουσαν και προξενιά!
-Άει στο διάλο!
-Εξακριβωμένο. Το αναφέρει ο Στράβων.
-Ανοιχτομάτης ο στραβούλιακας.
-Ναι ,ο φιλήτωρ ( ο εραστής) έκανε πρόταση στους οικείους του ερωμένου κι αυτοί τον αποδέχονταν ή όχι.
-Τι λε ρε; Δηλαδή, «ζητώ την χείρα του κοπελιού»;
-Ακριβώς!
-Και του την έδιναν;
-Άμα τους άρεσε ο γαμπρός!
-Κι οι Αθηναίοι πώς μπήκαν στο κόλπο;
-Γι άλλους λόγους αυτοί. Ήταν θέμα παιδείας. Δεν υπήρχαν βιβλία τότε. Υπήρχαν όμως παιδαγωγοί.
-Έλα, παιδί μου, να σου δείξω τού κώλου σου την τρύπα, δηλαδή!
-Είσαι αισχρός! Ο νέος έπρεπε να έχει πρότυπο!
-Πατέρα δεν είχαν οι αρχαίοι;
-Ναι. Αλλά ο πατέρας, σπανίως εγίνετο πρότυπο τότε. Καθότι η οικογένεια δεν είχε τον δεσμό που έχει σήμερα. Κι έτσι οι νέοι αναζητούσαν τα πρότυπά τους στα γυμναστήρια που ήταν της μόδας εκείνο τον καιρό. Οι παιδαγωγοί , που δεν είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας από τους νέους, καμμιά δεκαριά χρονάκια, σύχναζαν επίσης εκεί. Κι οι νέοι θεωρούσαν μεγάλη τιμή να τους προτιμήσει ένας παιδαγωγός.
-Δε μου τα λες καλά. Και το χούφταλο ο Σωκράτης πώς κατάφερνε και τους κουτούπωνε όλους;
-Τους παιδαγωγούσε θες να πεις. Ε, ένας ήταν ο Σωκράτης!
-Έτσι λοιπόν γίνανε αυτά τα θαυμαστά και τα μεγάλα. Απ’ τους δεσμούς φιλίας και την επιθυμία να μετεμφυσήσουν στους νέους το ωραίο, το καλόν, την ανδρεία, τη σωφροσύνη, την αγνότητα, την πίστη στους νόμους, την ενασχόληση με τα κοινά, τη φιλοκαλία και την αναζήτηση του ιδανικού.
-Τώρα τα λες καλά!
-Βέβαια και κάτι άλλο τους εμφυσούσαν, αλλά κι αυτό ήταν μέρος τής αναζήτησης τού ωραίου.
-Ειρωνεύεσαι.
-Με παρεξηγείς. Το ωραίο σώμα εις τα μάτια του Έλληνος ενεφανίζετο ως έκφρασις μιας ψυχής, μιας ορατής ψυχής, και το κάλλος του ήτο σύνθεσις αδιαίρετος και ανερμήνευτος σαρκός και πνεύματος.
-Μ’ έσκισες τώρα! Πού τα ξέρεις αυτά;
-Διάβασα την εισαγωγή τού Συκουτρή για το Συμπόσιο τού Πλάτωνα.
-Και γιατί μ’ αφήνεις να σου κάνω ανάλυση τόση ώρα;
-Έτσι. Για να δω αν έχεις μελετήσει σε βάθος το χούι σου!

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

Τρελλάρες όλοι γίναμε!

Ο τύπος ήταν αυτό που λέμε πρόσωπον αξιοσέβαστον. Αξιοσέβαστος είναι αυτός που οι άλλοι κάνουν πως τον σέβονται κι αυτός κάνει πως σέβεται τον εαυτό του. Κι έτσι είναι όλοι ευχαριστημένοι.. Οι μεν γιατί κάτι τσιμπολογούν από την επίδειξη σεβασμού, ο δε ,συλλέγοντας τον καρπόν των θαυμαστών, τον μεταπωλεί σε αξία πολλαπλάσια στο ευρύ κοινό.
Ο αξιοσέβαστος είχε δυό παιδιά και μια γυναίκα. Ή μάλλον δυό παιδιά και μια σύζυγο. Διότι, ως γνωστόν, η σύζυγος, κατά κάποιον περίεργο τρόπο, άμα τη κατακτήσει του αξιώματος, παύει να είναι γυναίκα. Η δε γυναίκα παραμένει γυναίκα όσο δε γίνεται σύζυγος.
Γνωστά αυτά και τετριμμένα. Όπως και το ότι το γένος πρέπει να διαιωνίζεται. Κι ο αξιοσέβαστος γεννήτωρ δεν μπορεί ειμή να παραγάγει αξιοσέβαστους απογόνους. Τουτέστιν, νέα γενιά αμειβομένων θαυμαστών και εκμεταλλευόμενων κορόιδων.
Τις περισσότερες φορές το μήλο πέφτει κάτω απ’ τη μηλιά. Κι όχι ένεκα των νόμων της βαρύτητας αλλά ένεκα απλής λογικής επεξεργασίας. Σκέφτεται ο απόγονος , συνεπικουρούντος και του οικογενειακού περιβάλλοντος, που πάντα θέλει το καλό του: «Στρωμένη δουλειά, λαδωμένη η μηχανή, ξέρουμε τα χούγια της, τα σκορτσαρίσματά της και τα γκάζια της, δικός μας ο φαναρτζής, ο μάστορας κι ο βαφιάς, πουλάμε το φύκι για μεταξωτή κορδέλλα» κι η ζωή συνεχίζεται, το μπαγιόκο πληθύνεται, η μάνα καμαρώνει τους απογόνους της, που, αν δεν ήταν αυτή, ρεμάλια θα γινόντουσαν, κορδώνεται ο γεννήτωρ που, αν δεν ήταν αυτός, θα κάναν παρέα στη μάνα τους στο νεροχύτη κι η δουλειά πάει ρολόι και το παραδάκι πέφτει ράιτ θρου.
Στον αντίποδα του αξιοσέβαστου είναι ο φτωχομπινές. Πρόσωπον αμελητέον και καταφρονεμένον. Σύζυγον μίαν και αυτός και τέκνα δύο. Κατά σατανική σύμπτωση ο μπατίρης είναι και τίμιος. Αυτά τα δύο είναι αλληλένδετα, πλην σπανίων εξαιρέσεων. Και οι εξαιρέσεις δεν αφορούν στο σκέλος της εξέλιξης του τιμίου σε παραλή, αλλά του μπατίρη σε λαμόγιο και επίδοξο λεφτά. Το πρώτον είναι αδύνατον. Το δεύτερον έχει τινας πιθανότητας επιτυχίας.
Και κατά τον ρουν των γεγονότων τα τέσσερα τέκνα μαντραχαλεύουν, οι δυό κυράτσες φουσκώνουν καθότι κάτι έπαθε ο θυρεοειδής τους και δεν κάνουν καλές καύσεις (άσχετα αν καθημερινώς γλύφουν και τον πάτο της κατσαρόλας) και οι κεφαλές της οικογενείας συνεχίζουν το μοναχικό δρόμο τους. Ο μεν πρώτος αυξάνων τη λόρδωσή του ο δε δεύτερος την κύφωσή του. Αλλ’ ως ευθείες τεμνόμενες, καθόσον ακολουθούν διαφορετικές πορείες, έχουν και κοινόν σημείον. Το σημείον τούτο εις ουδέν έτερον συνίσταται πλην της φθινούσης συχνότητος διεγέρσως των ορμών τους ως και της εντάσεως αυτών. Διο και σ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν πρέπει το κοινό να λέγεται σημείο αλλά μνημείο.
Ας λάβωμε τυχαίως εκ του δείγματος δύο τοιούτους τύπους και ας σπουδάσωμεν την εξέλιξη των βλαστών τους.
Στην αρχή είναι κοινή. Βυζαίνουν όλα ή συνήθως ρουφάνε απ’ το μπουκάλι όλα. Τα μεν αξιοσέβαστα διότι η μάνα τους έχει ως πρώτην προτεραιότητα τη σφριγηλότητα των μασταριών της, τα δε δεύτερα, εις το πηγάδι ουρήσαντα κατά το κοινώς λεγόμενον, διότι η δικιά τους μάνα, πλην της αυτής προτεραιότητος μετά της βολεμένης, τρέχει και για το μεροκάματο. Κι έτσι, «ρούφα το μπουκάλι, μπούλη, να σε καμαρώνουν ούλοι!».
Η κοινή αυτή πορεία συνεχίζεται και κατά τα επόμενα χρόνια. Εις αμφότερα τα σπίτια συχνάζουν γιαγιάδες και παππούδες οι δε μανάδες σπανίζουν. Υπάρχουν ,βεβαίως, μικροδιαφορές που δεν αναιρούν όμως την ουσία. Όπως πως στο μεν πλουσιόσπιτο παίρνει το μάτι σου και καμιά Ρωσίδα τουρλοκώλα στην δε καλύβην το είδος τούτο δεν ευδοκιμεί. Το πρώτον σπέρμα στην πάλη των τάξεων γεννάται. Τα καλόπαιδα, εξ απαλών ονύχων έρχονται εις επαφήν μετά ξένων πολιτισμών και παραφυάδων της Ινδοευρωπαϊκής ,τα δε «γαμώ τη μάνα τους» ουδεμίαν τοιαύτην ευκαιρίαν έχουν, τουλάχιστον σε βρεφική ηλικία.
Τα χρόνια περνούν κάπως έτσι, ώσπου έρχεται η ώρα της εκπαίδευσης. Εδώ προκύπτει η πρώτη βασική διαφοροποίηση. Η επιλογή του σχολείου. Δημόσιο ή ιδιωτικό; Η πρώτη επιλογή απορρίπτεται κι απ’ τα δύο στρατόπεδα για όχι και τόσο προφανείς λόγους ,αλλά άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου και έρεβος το μυαλό του. Η δεύτερη, όμως, έχει διαβαθμίσεις.
«Κολλέγιο, Μωραίτη, Σαιντ Κάθρινς, Δούκα;», αναρωτιέται το πρώτο στρατόπεδο. Το δε δεύτερο , ακολουθώντας το ρηθέν «όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια», διαλέγει μεταξύ των «Το καλό μολύβι», «Το τζιμάνι», «ο Αϊνστάιν» και λοιπά παρόμοια. Ιδιωτικά πάντα……..Καθότι στα δημόσια κυκλοφορούν και Αλβανάκια που είναι κακά παιδάκια, δε διαβάζουν και πέφτει το επίπεδο.
Κυλούν τα έτη, πώς περνάνε τα άτιμα, παίζουν τα καλόπαιδα σε κάτι γηπεδάρες του σχολείου ναααααααααα, φοράνε αντίντας το πρωί και βλέπουν LG σαραντάρα το βράδυ, έχουν i phone και την τελευταία έκδοση του fifa, χάνουν το σχολικό αλλά πάνε στην ώρα τους γιατί η τζιπούκλα της μαμάς καβαλάει τα πεζοδρόμια και κόβει δρόμο. Και τα’ άλλα τα ξεχασμένα απ’ το Θεό, βολεύονται στο μικρό το γηπεδάκι, ντύνονται με Ζάρα εν πολλοίς (τα καλά τα έχουν για τις δύσκολες ώρες), βλέπουνε Τι Βι Samsung τριαντάρα, έχουν μια μπαχατέλα Νόκια και λίγα pixel στην κάμερα και δεν χάνουν ποτέ το σχολικό γιατί η μαμά δεν έχει τζιπ και το Σουζουκάκι που της πήρε ο μπαμπάς δεν καβαλάει πεζοδρόμια. Έτσι εμφανίζονται τα πρώτα συμπλέγματα κατωτερότητας. Ευτυχώς που το σοφό κράτος έχει προβλέψει κοινά βιβλία για όλα τα σχολειά και δεν προκύπτουν, τουλάχιστον εκεί, τραγικές διακρίσεις. Γιατί, για φαντάσου, των μεν το εξώφυλλο της Γεωμετρίας να ήταν δερματόδετο και με θαλασσιές τις χάντρες και των άλλων χάρτινο που ρουφάει τη σάλτσα και μένει στάμπα , τί κόμπλεξ θα δημιουργούνταν! Άσε που σε τραβάει περισσότερο το Πυθαγόρειο θεώρημα, βρε αδερφέ, αν το ξώφυλλο είναι μουράτο. Ενώ τώρα, που είναι μάπα, κανείς δεν το διαβάζει κι είναι και τα δυο στρατόπεδα ευχαριστημένα..
Κι έρχεται η ώρα των Πανελλαδικών όπου και ανακύπτουν οι αγεφύρωτες πλέον διαφορές. Γιατί τα τέκνα των κοτσαμπάσηδων κάνουν όλα τα μαθήματα ιδιαίτερα, ενώ των λαϊκών τρέχουν και σε κανένα φροντιστήριο τα κακόμοιρα, καθότι ο παράς φτάνει για λίγα ιδιαίτερα. Κι εξοργίζονται οι μανάδες των παιδιών του λαού ,και με το δίκιο τους, με την άτιμη την κενωνία που άλλους τους ανεβάζει κι άλλους τους κατεβάζει.
Αδιευκρίνιστο είναι εισέτι, γιατί τα καμάρια και των δύο παρατάξεων τρώνε ,στην πλειονότητά τους, πόρτα στις Πανελλαδικές. Τυχαίο δεν είναι. Κι υψώνουν οι γεννήτορές τους, για πρώτη φορά στην μέχρι τούδε διάφορο πορεία τους, κοινή φωνή διαμαρτυρίας για το άδικο το σύστημα. Για λίγο όμως. Καθώς τα πλουσιόπαιδα βρίσκουν κάτι τρύπες που τα λένε MBA ,ενώ τα φουκαριάρικα τα φτωχαδάκια τρέχουν στις Ρουμανίες και στις Βουλγαρίες, να μπλέξουν και με τίποτα πουτάνες, να κολλήσουν και καμιά παλιαρρώστια .
Άτιμο πράμα η πάλη των τάξεων, όπως προκύπτει απ’ τη μελέτη μας. Καθώς η σύγκλιση των βλαστών των δύο περιπτώσεων δεν πρόκειται να επιτευχθεί ποτέ. Τα πρώτα θα παραμείνουν λαμόγια, τα δε δεύτερα απλώς επίδοξα με πενιχρές δυνατότητες επιτυχίας. Κι αν τα καταφέρουν κι ανέβουν κατηγορία, έχουνε να το λένε. «Εγώ φτωχός γεννήθηκα , κοιτάξτε με που ηγήθηκα!»

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2009

Ο Mr Bloom!


Δύσκολο το τράβηγμα. Ο γάντζος κατεβαίνει Το μαγκώνει το πλεούμενο και το κάνει κούνια

Το κάνει και τραμπάλα. Παιχνιδιάρης ο τύπος! Εδώ την έχει ψωνίσει! Θέλει να κάνει το Βόρειο πόλο ,Νότιο!
Και Νέρωνας ο τύπος ο ανώμαλος!






Και μπλουουουμμμμμμμμμμμμμμμμμμμμμμ!


Υ.Γ. Ω, ρε πούστη μου! Φοβερή φάση! Πρέπει να είχε ξεραθεί στα γέλια ο αρχαίος!












Κυριακή, 7 Ιουνίου 2009

Η Δίκη τού Βαθρακομάτη- Μέρος δεύτερον

Παίρνει αμπάριζα, λοιπόν, ο γέρος και βγαίνει. Και τους τα λέει τσεκουράτα σαν απόστρατος συνταγματάρχης. Καταρρίπτει μια- μια τις κατηγορίες, τους τραβά και μια διδαχή περί ηθικής και τιμιότητας και τους στέλνει αδιάβαστους. Σα να τόκανε επίτηδες ο αθεόφοβος. Εξοργίζονται οι πιο πολλοί απ’ τους δικαστές και τον τρελλαίνουν στο μονάστερο, που σήμαινε καταδίκη. Η πρόταση, όμως, τού μηνυτή ήταν θάνατος. Ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα αντιπρότασης. Ξανασηκώνεται ο προγάστωρ και τους κάνει ρόμπα. Αντί να προτείνει μια ποινή ήπια -το κουφό τότε ήταν πως οι δικαστές έπρεπε να επιλέξουν μία από τις δύο προτάσεις (τού μηνυτή και τού μηνυόμενου, ενδιάμεση επιλογή δεν είχαν)- διεκδικεί το δικαίωμα να τον ταΐζουν τζάμπα για την προσφορά του στην κοινωνία. Αλλά για να μην τον πουν και υπερβολικό, ρίχνει στο τραπέζι τη δικιά του πρόταση. «Άντε, να σας δώσω μια μνα!». Τα πήρανε στην κράνα οι δικαστές και του σβουρίξανε στην κεφάλα την πρόταση τού μηνυτή με περισσότερες ψήφους αυτή τη φορά. Και τον έρμο τον παππούλη τον παρέδωσαν στους Έντεκα.
Στη μπουζού, λοιπόν, για καμιά τριανταριά μέρες, γιατί γιόρταζαν τα Δήλια τότε οι αρχαίοι και δεν θέλανε να λερώσουν τα χέρια τους με αίμα, άγιες μέρες. Πέσαν’ από δίπλα οι φανατικοί μαθητές του να τον παρηγορήσουν. Παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι να βγει η ψυχή του. Η κουφάλα ο Πλάτωνας, επειδή το κλίμα ήταν βαρύ για τους Σωκρατικούς, την κοπάνησε και κρύφτηκε. Βέβαια, αποκατέστησε τη μνήμη τού δασκάλου του με τα γραπτά του ,αλλά τότε εφάνη ολίγον χέστης.
Τη βιόλα του, όμως, και στην ψειρού ο γεροντάκος. Εκεί, να τους κάνει επαναληπτικά μαθήματα στη φυλάκα! Και τζάμπα ο αφιλότιμος. Γι’ αυτό τον κοπάναγε η γυναίκα του η Ξανθίππη. Εμ ξενοπηδούσε, εμ και δεν έφερνε φράγκα στο σπίτι.
Έστησε και μια μηχανή απόδρασης ο Κρίτων ο φιλαράκος του. Λάδωσε τους δεσμοφύλακες να κάνουν την κορόιδα, όταν ο Σωκράτης θα δραπέτευε πάνω σ’ ένα άσπρο άτι. Ελικόπτερα δεν υπήρχαν τότε. Του το ξέκοψε ο παππούς κι έτσι ήρθε η ώρα τού κωνείου.
Άτιμο φυτό αυτό το κώνειο. Φύτρωνε μέχρι και στις αυλές των σπιτιών. Κάτι σαν το σημερινό χασισάκι. Με τη διαφορά πως, αν έκανες την αποκοτιά και το μασουλούσες, δεν έστρωνες κεφάλα, αλλά σε κλαίγανε οι ρέγγες. Κι άρχιζες να παζαρεύεις με τον Άγιο Πέτρο μεζονέτα στον Παράδεισο. Το καλό ήταν πως μύριζε σαν ποντικοκάτουρο κι έτσι κανείς δεν γευόταν το ζουμί του.
Είχε μια ουσία μέσα αυτή η φούντα που τη λέγανε κωνειίνη. Πιθανή προέλευση τού ονόματος τού φυτού το ρήμα κωνάω (ουσ. κώνος), που σημαίνει στροβιλίζομαι. Η καλύτερη ποικιλία ήταν το Μεγαρίτικο .Προκαλούσε ανώδυνο θάνατο. Οι αρχαίοι, μανούλα στις επιστήμες, είχαν προσδιορίσει και τη θανατηφόρο δόση, 4,5 γραμμάρια..Υπήρχε περίπτωση, βέβαια, να έπεφτε ο δήμιος σε κανένα Μιθριδάτη και να χρειαζόταν δεύτερη και τρίτη δόση, την οποία έπρεπε να τρέξει να τη βρει( στοκ δεν είχαν). Κι επειδή ήτανε τεμπελχανάδες οι δήμιοι απαγόρευαν στον καταδικασμένο να κουνιέται, αφού το πιεί, για να μην «κάψει» γρήγορα το δηλητήριο και πάει στράφι η δόση. Οι πιο καπάτσοι ζητούσαν φακελλάκι για να τρέξουν να βρουν την παραπανίσια δόση. Γι αυτό και λέγανε οι κακιές οι γλώσσες πως «οι Αθηναίοι ουδέ δωρεάν ίνα αποθάνη τις επιτρέπωσι» .
Ο Πλάτων στον Φαίδωνα μας δίνει με λαμπρό τρόπο την εικόνα της δηλητηριάσεως. Λέει λοιπόν ο Πλάτων:
«Όταν ένοιωσε ο Σωκράτης να βαραίνουν τα σκέλη του ξάπλωσε στην πλάτη. Έτσι του σύστησε ο δήμιος. Συγχρόνως αγγίζοντας τον, αφού πέρασε λίγος χρόνος, παρατηρούσε τα πέλματα και τα σκέλη. Κατόπιν πίεσε δυνατά το πόδι και τον ρώτησε αν αισθάνεται. Ό δε "ουκ", έφη (είχε ήδη αρχίσει η νέκρωση των αισθητικών νεύρων από την περιφέρεια) και μετά από αυτό πίεσε πάλι τις κνήμες και αφού ξαναήρθε μας έδειχνε ότι παγώνει και παραλύει».
Σεμνός ο Πλάτων δεν αναφέρει πως η καλύτερη μέθοδος για να διαπιστώσει ο δήμιος την επίδραση του φαρμάκου ήταν η κλωτσιά στ’ αρχίδια. Αν δεν υπήρχε αντίδραση, το θανατηφόρο αποτέλεσμα ήταν βέβαιο.
«Τον άγγιξε και είπε ότι όταν φθάσει (η παράλυση ) στην καρδιά τότε θα πεθάνει. Ήδη σχεδόν το πάγωμα είχε φθάσει στο επιγάστριο. Ξεσκεπάστηκε, γιατί ήταν σκεπασμένος, και είπε τα τελευταία λόγια «ώ, Κρίτων, τω Ασκληπιώ οφείλομεν αλεκτρυόνα. Απόδοτε και μη αμελήσετε".
-Έτσι θα γίνουν, είπε ο Κρίτων. Μήπως θέλεις κάτι άλλο να μας πεις; τον ρώτησε.
Αλλά ο Σωκράτης δεν απάντησε τίποτα.... και τα όμματα έστησεν. Ιδών δε ο Κρίτων συνέλαβε το στόμα και τους οφθαλμούς.»
Έτσι κατέληξε, λοιπόν, ο Σωκράτης ο σοφός και δεν ματαείδε φως………….

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2009

Η Δίκη τού Βαθρακομάτη



Ήταν λοιπόν ο άμοιρος στον αγρό και μάζευε ραδίκια. Τον εμπόδιζε βέβαια η κοιλάρα του στο σκίψιμο, καθότι το έτσουζε τακτικά ο οινόφλυξ μαζί με τον άλλον τον μπεκρούλιακα τον Αλκιβιάδη. Καλούτσικα τα κατάφερνε, όμως, παρά τα χρονάκια του. Κόντευε τα εβδομήντα. Παράπονο δεν είχε. Καλά την είχε βολέψει μέχρι τώρα.. Αν και κοιλαράς, κουτσομούρης (απ’ αυτόν πήρε τ’ όνομά της η κουτσομούρα) και βαθρακομάτης, και σε τσιμπούσια τον καλούσαν (συμπόσια τα λέγανε τότε οι αριστοκράτες) και σε κάτι ξενύχτια φιλολογικά , όπου στα διαλείμματα τσίμπαγε τον κώλο καμιάς εταίρας. Υπήρχαν, βέβαια και ατυχήματα ενίοτε, ιδίως μετά το σερβίρισμα άκρατου οίνου υπό του σουρωμένου οινοχόου, όπου, συνεπικουρούντος και του μισοσκόταδου, μπορούσες να μπερδέψεις τον κώλο της Ασπασίας με αυτόν του Πλάτωνα ,αλλά τότε αυτά δεν παρεξηγιόνταν. Ίσα, ίσα που το γλεντούσαν κιόλας.
Πάνω που λες που τίγκαρε το δεύτερο σακί ο πορνόγερος, να σου τρεις κουτσαβάκηδες τον ζυγώνουν.
-Κοίτα , τι σου έχω, σάψαλο! ,του τη χώνεται ο πρώτος. Κάπου τον είχε πάρει το μάτι του αυτόν. Έγραφε στιχάκια σε κάτι σκυλούδες , στην Άντζελα και στην Έφη. Επισήμως δήλωνε ποιητής. Θυμήθηκε και τ’ όνομά του. Μέλητο τον έλεγαν.
Τους άλλους δυο δεν τους ήξερε. Μετά κατάλαβε πως τους είχε φέρει για μάρτυρες. Τότε τους έλεγαν κλητήρες. Μετά γίνηκαν και δημόσιοι υπάλληλοι.
-Πρόσκληση!
Περίεργη εποχή. Όταν ήθελε ο άλλος να σου πει «θα σου κάνω μήνυση», έλεγε «θα σου κάνω πρόσκληση». Η απάντηση έκτοτε παρέμεινε αναλλοίωτος ,παρά το διάβα των αιώνων. Ο απειλούμενος απαντούσε το ίδιο και τότε. «Θα μου κλάσεις τ’ αρχίδια!»
Το ίδιο φέρεται ν απήντησε κι ο Σωκράτης, διότι περί αυτού επρόκειτο.
-Σε τέσσερις μέρες θα τα πούμε, σκατόγερα, που θα παραδώσω τη γραφή στον άρχοντα!, απήντησε ο Φοίβος της εποχής.
Τη διάβασε τη γραφή μετά τετραήμερο ο άρχοντας. Κάλεσε και το Σωκράτη να συντάξει την αντιγραφή του. Η λέξη τότε δεν σήμαινε το σκονάκι ,αλλά την αντίκρουση της γραφής. Μην κοιτάτε που σήμερα τα έχουμε ξεφτιλίσει όλα.
Πάει την αντιγραφή του ο Σωκράτης, κάθεται και μελετάει ο άρχων , του έρχεται κι ένα ραβασάκι από τους τότε κυβερνώντες ,«παράπεμψέ τον» ,έλεγε, τί να κάνει ο Σανιδάς της εποχής, του τραβάει μια παραπομπή σε δίκη τού έρμου τού Σωκράτη.
Ευτυχώς που δεν έκανε και ψοφόκρυο τη μέρα της δίκης γιατί θα πήγαινε πριν την ώρα του ο σοφός. Γιατί τότενες τα δικαστήρια ήταν υπαίθρια. Βρίσκανε ένα χωράφι και του βάζανε ένα ξύλινο φράχτη για να μην μπουκάρουν εύκολα οι θεατές και γίνει της πουτάνας. Στήνανε και κάτι τάβλες μακριές μέσα , μην τους φάει η ορθοστασία τους δικαστές. Υπήρχε και Πρόεδρας με γραμματέα. Άνδρα φυσικά για να μην κολάζεται ο Πρόεδρας κι αποσπάται η προσοχή του. Δεξιά κι αριστερά τής έδρας τού Πρόεδρα ήταν τα καθίσματα των αντιδίκων. Όχι στο ίδιο ύψος με τού Πρόεδρα. Είπαμε , δημοκρατικοί οι Αρχαίοι, αλλά μην το χέζουμε και το πράμα. Προ της έδρας τού Προέδρου υπήρχε κι ένα βήμα για ν’ αγορεύουν οι ρήτορες. Περιέργως, εκ των γνωστών ρητόρων της εποχής, ουδείς έφερε το όνομα Γιωργάκης……..

Αντί να χτυπάει την κουδούνα ο Πρόεδρας, «άρχεται η συνεδρίασις», το σήμα εδίδετο με φαγοπότι. Τράβαγαν μια θυσία οι αρχαίοι προ της διαδικασίας, ντερλίκωναν τα κοψίδια οι δικαστές και μετά ανοίγανε το μαγαζί.
Τα δικαστήρια ήταν ορκωτά τότε. Αποφάσιζαν δηλαδή οι πολίτες που επελέγοντο με κλήρωση. Και κανείς τους δεν την έκανε κοπάνα γιατί θα έχανε τα κοψίδια. Όχι σαν σήμερα που τους αφήνουν ξενηστικωμένους κι όλοι τρέχουν στους γιατρούς, να πάρουνε κάνα χαρτί να τη σκαπουλάρουν. Κι ήταν και μπόλικοι, π’ ανάθεμά τους. Πεντακόσιοι και ένας. Ο μονός. Άρα, ισοπαλία δεν υπήρχε. Σοφοί οι αρχαίοι!.
Κι αναπληρωματικούς είχανε. Καμιά κατοσταριά. Κι αυτούς τους ταΐζανε για να μην λακίσουν. Αν τύχαινε, βέβαια, να λιποθυμήσει κάνας τακτικός, ο κατηγορούμενος έκανε την προσευχή του. Καθόσον ο εξωφυλλαρούχας, μέχρι να τον φωνάξουν ν’ αναπληρώσει τον ξαπλωμένο, είχε κατεβάσει όλα τα υπόλοιπα του τσιμπουσιού συν τις νταμιτζάνες με τον κράσο.
Τις δίκες σαν του Σωκράτη τις ονόμαζαν αγώνες δημοσίους. Καθότι εβλάπτετο το δημόσιο συμφέρον. Σοβαρά πράγματα, δηλαδής. Αν κάποιος σούφρωνε την κότα τού διπλανού και τον πηγαίνανε σε δίκη, η δίκη αυτή λεγόταν αγών ίδιος. Ψιλοπράγματα, δηλαδής.
Σηκωνόταν ο γραμματέας, περιέργως οι γραμματείς τότε, αν και άρρενες, ήταν τουρλοκώληδες, διάβαζε τις αντωμοσίες, τι θα πει τούτο ποτέ δεν το κατάλαβα, και μετά έπαιρνε το λόγο ο κατήγορος. Οι μάρτυρες τού κατήγορου λέγονταν συνήγοροι. Οι συνήγοροι του Μέλητου, του ποιηταρά ντε, ήταν ο Άνυτος, πολιτικός, κάτι σαν τον Μητσοτάκη της εποχής, κι ο Λύκωνας, που το έπαιζε ρήτωρ. Ψεύτες του κερατά, τουτέστιν. Ίσως γι αυτό από τότε τους δικεόρους, υπερασπιστές του κατηγορουμένου, να τους λεν συνηγόρους.
Τους δικαστές τους ονομάτιζαν Ηλιαστές. Κατά την επίσημον εκδοχήν, εκ της Ηλιαίας, ήτις ήτο το πρώτον δικαστήριον. Νεώτερα δεδομένα, όμως, συνηγορούν υπέρ της απόψεως πως τους νταλάκιαζε ο ήλιος και πάθαιναν ηλίαση. Εξ ου και τ’ όνομα!
Δικεόροι δεν υπήρχαν. Μετά εφευρέθη το λειτούργημα. Καθότι επληθύνθησαν τα λαμόγια.
Ούτε αναβολές και λοιπές μαϊμουδιές υπήρχαν. Η δίκη έπρεπε να περατωθεί εντός της ημέρας. Ούτε παράβολα.
Τρεις ώρες μπορούσε ν’ αγορεύει ο κάθε διάδικος. Ήτανε παρλαπίπες οι αρχαίοι. Ο χρόνος εμετράτο δια κλεψύδρας δια του στομίου της οποίας έρεε νεράκι .Κι επειδή ο χρόνος ήταν πολύς , μερικοί διάδικοι το παίζανε και τσαμπουκάδες. Καλούσαν τον αντίδικο ν’ απαντήσει ενώ ο χρόνος έγραφε για πάρτη τους. «Εν τω εαυτού ύδατι», του έλεγαν. Κοινώς, «πάρ’ τα πούστη!».
Το δικαστήριο θύμιζε λίγο από γήπεδο. Αν κάποιος αγορητής δεν έπειθε τους ακροατές, έπεφτε το γιουχάισμα τής αρκούδας. Κάτι σαν μετά από πτώση τού Καραγκούνη.
Στο τέλος ψήφιζαν με κάτι χάλκινα δισκάκια που στη μέση είχαν έναν άξονα. Κρατούσαν τον άξονα με τον δείκτη και τον αντίχειρα, όπως σήμερα φυσάμε τη μύξα μας, κι έριχναν την ψήφο τους στον κουβά. Αν οι περισσότερες ψήφοι ήταν καταδικαστικές , ο κατηγορούμενος καθόταν στον άξονα των ψ. Τον περιλάμβαναν Έντεκα νταβραντωμένοι στους οποίους απηγορεύετο κάθε είδους γενετήσια επαφή για ένα μήνα προ τής δίκης.
Τον κάτσανε που λέτε στο σκαμνί το Σωκράτη με τις κατηγορίες της αθεΐας και τής διαφθοράς τού ήθους των νέων. Κατηγορίες τού κώλου καθώς άλλοι ήσαν οι λόγοι.
«Ήσαν και οι τρεις κατήγοροι φανατικοί δημοκρατικοί. Κατισχύσαντος τού κόμματός των στον εμφύλιο πόλεμο και παλινορθώσαντες το δημοκρατικό πολίτευμα δεν ηνείχοντο τον Σωκράτη να ομιλή με περιφρόνησιν για την δημοκρατία και τον πολύ λαό. Έβλεπαν στο πρόσωπό του τον διδάσκαλο του βιαιοτέρου των Τριάκοντα Κριτία, τον φίλο του ολιγαρχικού Χαρμίδη, τον Αλκιβιάδη τον αχώριστο εταίρο, προσώπων και που την πόλη έβλαψαν με την φιλαρχίαν των και ατομικώς ατομικάς αδικίας πολλάς είχαν κάμει. Ο Σωκράτης κατέκρινε πράγματι το πολίτευμα εκείνο, κατέκρινε την εκλογή των πλείστων αρχόντων της πόλεως με κλήρον, ειρωνεύετο του πολλού λαού την αμάθεια, το άστατο, το παλίμβουλο το ευπαράγωγο απ΄τους επιτήδειους πολιτικούς. Ήτο λοιπόν ολιγαρχικός; Όχι, αλλ’ αριστοκρατικός. Ήθελε διοίκηση της πολιτείας υπό των εξεχόντων σε φρόνηση και ήθος. Ήτο από τους ανθρώπους που ο νους των δημιουργεί ιδανικήν κυβέρνησιν ,αλλά μη δυνάμενοι να την πραγματοποιήσουν, μένουν απροσάρμοστοι προς τους πάντας και τα πάντα. Ο φαιδρός και άκακος χαρακτήρ του, αι γνώσεις του και το σπιθοβόλο μυαλό του τον καθίστων σεβαστό και ανεκτό στας ομαλάς περιστάσεις, στην ταραχώδη όμως αυτή εποχή εθεωρήθη επικίνδυνος δια το καθεστώς και η εμπάθεια δεν εφείσθη ούτε της γεροντικής του ηλικίας».
Συνεχίζεται. Μέρος δεύτερο, το Κώνειο.

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2009