Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Ψηλά αφόδευε και τήρα γύρω

Προς ομάδα προγραμματισμού.
Κυρίαι και κύριοι,
Το εγχείρημα πρέπει να είναι εντυπωσιακόν, πρωτότυπον, ελκυστικόν. Το περιβάλλον, φιλικόν και εύχρηστον. Αι δυνατότητες τεράστιαι, καθ’ όσον προβλέπεται πλημμυρίς αρθρογράφων και χρηστών. Λάβετε ,όμως, υπ’ όψιν σας και το εξής. Θα ενοχληθούν αρκετοί άμα τη ενάρξει λειτουργίας. Τουτέστιν, πρέπει να έχουν γνώσιν οι φύλακες. Τα οχυρωματικά έργα πρέπει να είναι απροσπέλαστα από τον εχθρόν, όστις καραδοκεί και αναζητεί την κερκόπορταν. Οφείλετε ,λοιπόν, να ακολουθήσετε την επί Τουρκοκρατίας τακτικήν των κυνηγημένων, όταν καθίστατο επιτακτική η ανάγκη δια την «ανάγκη των». Ο Τούρκος ηδύνατο να τους καταλάβη εξαπίνης και με βράκας εις κατιούσαν πορείαν. Η λύσις, ουν, ήτο η εξής, την οποίαν σας προτείνω να ακολουθήσετε εις τον προγραμματισμόν ασφαλείας τής εν δημιουργία ιστοσελίδος. Κι επειδή οι πολλοί λόγοι πενία εστίν, ιδού η τακτική:






Υ.Γ. Διότι αλλέως, "μηδέν εις το πηλίκιον" που λέει κι ένας άλλος Πρόεδρος.

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2009

Fora στη φόρα

Είναι εντυπωσιακό το πώς έλκονται οι γκουρούδες από την ιδέα του να επιβάλλουν οι ίδιοι ban σε άλλους χρήστες. Αρκεί να τους δοθεί η δυνατότητα. E, τόσα χρόνια στο Capital, τελικά τους έμεινε το χούϊ. Υπολανθάνουσα αρχομανία γκουρουδοειδούς τύπου, έτσι λέγεται αυτό το πράγμα, στην επιστήμη μου. Μελέτησα τους γκουρούδες για σημαντικό χρονικό διάστημα, χρησιμοποίησα όλες τις κύριες ψυχομετρικές τεχνικές και προβολικές μεθόδους διάγνωσης, όπως Roschach test και Thematic Apperception test, ενώ σε κάποιους απ’ αυτούς προχώρησα και σε βιοχημικές-φυσικοχημικές εξετάσεις, ώστε να καταλάβω τι σκατά κουβαλάνε μέσα στο κεφάλι τους.

Βέβαια, δεν χρειάζεται να είναι κανείς σπουδαγμένος, όπως του λόγου μου, για να καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καλά με δαύτους. Ότι πρόκειται κατά βάσιν για πυροβολημένα άτομα, πάσχοντα από πληθώρα νευρωτικών συνδρόμων. Εριστικοί υπερθυμικοί, ασυγκράτητοι και ψευδολόγοι, βαρύθυμοι καταθλιπτικοί τύπου guru-emo, εκρηκτικοί ψυχανώμαλοι, αυτοδιαφημιζόμενοι, επιζητούντες προσωπικό κύρος, εκκεντρικοί, αδρανείς φανατικοί, αλλά και κάμποσοι παρανοειδείς, συνθέτουν το πολύπλοκο τοπίο της πολύπαθης αυτής πληθυσμιακής ομάδας, της γνωστής γκουρουδιάς. Ας μην υπεισέλθουμε τώρα σε επιστημονικές λεπτομέρειες, που άλλωστε δεν θα καταλαβαίνατε, όλοι εσείς οι άσχετοι.

Το ρεζουμέ είναι ότι δεν πάτε καλά, αυτό σας λέω μόνο.

Ας πάρουμε για παράδειγμα αυτή νέα μόδα, με τα fora “do it yourself”. Ξαφνικά, όλοι παράτησαν τα blogs τους και την είδαν administrators. Tο σύνθημα το έδωσε η Εύη, με τους επικίνδυνους πειραματισμούς της. Σήκωσε εκεί ένα φόρουμ της συμφοράς, έβαλε τον εαυτό της moderator κι επειδή δεν είχε ποιόν να κάνει ban, αυτοbanαρίστηκε η ίδια. Έτσι, καθώς το υπό σύσταση φόρουμ δεν είχε πλέον κανέναν χρήστη, το κατέβασε και ησύχασε.

Μόλις είδε ο Mc ότι η Εύη σήκωσε φόρουμ, ζήλεψε ο άνθρωπος και είπε να σηκώσει κι αυτός ένα δικό του. Ανέβασε λοιπόν εκεί χάμω μια μαλακία και μισή, μ’ έναν Cyber-Παπάρα στο πάνω μέρος της σελίδας και περίμενε μπας και μπει κανένας βλαμμένος στις συζητήσεις. –Ποιές «συζητήσεις», βρε τεμπελχανά ? Τελικά, το μόνο που πέτυχε, ήταν να προσελκύσει δυο-τρείς πιτσιρικάδες, που είδαν το Cyber look του υποτιθέμενου φόρουμ και μπήκαν μέσα να πιάσουν κουβέντα για τα Nintendo τους. Έτσι, το πρώτο (και τελευταίο) θέμα αυτού του φόρουμ, είχε ως επικεφαλίδα «Ο Σούπερ Μάριο και πώς να περάσετε την καταραμένη πέμπτη πίστα με τα μανιτάρια». Δυστυχώς, η κουβέντα κόπηκε απάνω που άναβε, καθώς οι πιτσιρικάδες έπρεπε να πέσουν νωρίς για ύπνο, αφού είχαν σχολείο σήμερα. Έτσι, ίσως να μη μάθουμε ποτέ πώς να περάσουμε την πίστα με τα γαμημένα τα μανιτάρια. Κρίμα.

Δεν τελειώσαμε όμως εδώ, αφού ο δημιουργικός οίστρος συνεχίστηκε αμείωτος, μέχρι αργά τη νύχτα. Ήταν να μη γίνει η αρχή. Τη σκυτάλη παρέλαβε ο Negetropist, που ένοιωσε την πρόκληση. Σου λέει «-γιατί δηλαδή ο Mc και όχι εγώ ?». Αμ, δεν έχεις άδικο, φίλε μου. Κι έτσι έφτιαξε κι αυτός το δικό του φόρουμ. Εγώ τώρα νόμιζα, απ’ αυτά που έχω ακούσει δηλαδή, ότι το να στήσεις μια ιστοσελίδα της προκοπής δεν είναι δα και το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου. Θέλει κάμποσα λεφτά, ακόμη περισσότερο χρόνο και κάποιους νοματαίους, απ’ αυτά τα φυτά, τους κομπιουτεράκηδες, να δουλεύουν νυχθημερόν, γράφοντας με το χέρι κώδικες Da Vinci. Θέλει domain names, θέλει πάροχο, θέλει της Παναγιάς τα μάτια.

Ωστόσο, απεδείχθη ότι οι πληροφορίες μου ήταν εσφαλμένες, αφού όπως διαπίστωσα, τα νέα fora ξεπηδούν πλέον σαν τα μανιτάρια του Σούπερ Μάριο, σε χρόνους ρεκόρ. Άρα, μαλακίες μου έλεγαν αυτά τα άχρηστα κορμιά της πληροφορικής, με τους οποίους συνεργάζομαι. Απολύονται όλοι τους. Ουστ από δω χάμω, κοπρόσκυλα. Θα βρω άλλους, ικανότερους.

Έλεγα λοιπόν ότι ο Negen σήκωσε κι αυτός το δικό του φόρουμ. Ορίστε :

http://negen.freeforums.org/index.php?sid=22a7da8521c7849cfeca18bd9ddd7826

Αρχικά, φάνηκε τυχερός, καθώς οι πιτσιρικάδες με τα Nintendo είχαν ήδη πάει για ύπνο, ειδάλλως θα έβλεπε για πρώτο θέμα «Επίλυση προβλημάτων της κονσόλας Wii». Ωστόσο, στη συνέχεια, αποκαλύφθηκαν τα εγγενή τεχνικά προβλήματα : Στο τρίτο μόλις σχόλιο μπούκωσε το φόρουμ κι έπεσε ανάσκελα ο server. Και πάλι καλά να λες, που δεν πρόλαβε να μπει μέσα αυτό το κανγκουρώ, ο ΒΩΒΟ-γκουρού από την Αυστραλία, δηλαδή ο (can)guru, που τα ελληνικά τα μιλάει σπαστά και τα γράφει κωλοσπασμένα. Εκεί να δεις πώς θα έπεφτε ο server. Σαν πέτρα. Εκεί να σε δω βρε Negen, που θα έπρεπε να προσλάβεις μεταφράστρια από τον ΟΗΕ, για να βγαίνει νόημα. Πάρε ένα ελάχιστο δείγμα :

«όλα τα συνάρια πεζουντε αλλα το πιο πιθανό σεινάριο είναι να γκινη μια ανακοίνοση. Απέχεις πόλη από το έργο και σε πίστεψα και πούλησα. Έχη ένα στημένο τουφλο στα 5,05. -Ποιος τα θέλει να τα αγοράσει μιποσ είναι ο δήμαρχος ;»

Θα σε γελάσω, φίλε μου. Ίσως να ‘ναι κι ο Νομάρχης, ποιός μπορεί να ξέρει ποιός κερατάς στήνει τα τούφλα ; Όπως παραδέχτηκες, όλα τα συνάρια πέζουντε.

Και τώρα που είπα τούφλο, ορίστε τούφλο που ψάρεψα από του Αναλυτάκη. Το έχει ποστάρει μια θαυμάστρια (λέμε τώρα), η elena2165 (λέμε τώρα):

«Ti na poume...otan milaei o kyrios kalogyrou oloi oi alloi apla... perisevoun»

Ναι μαντάμ (λέμε τώρα), όπως ακριβώς τα γράφετε. –Τί να πούμε τί, τί να τραγουδήσουμε ; Όταν μιλάει ο Λουλάς, εσύ δεν πρέπει να μιλάς. Κι όταν μιλάει ο κύριος Καλογύρου (ωχ, μάνα μου….), εμείς οι υπόλοιποι απλά περισέβουμε (ωχ, μάνα μου…).


Ούτε για ντεκόρ δεν κάνουμε, εδώ που τα λέμε.

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

Yo Pants !

Πιστεύω πολύ στη δική μου γενιά. Όταν ο Νίτσε διατύπωνε τη θεωρία του Υπερανθρώπου, ακριβώς τη δική μου γενιά είχε στο μυαλό του. -Ποιάν άλλη να είχε, δηλαδή ; Στον αντίποδα, οι σημερινοί πιτσιρικάδες είναι μια σκέτη απογοήτευση. Διάβολε, εμείς στην ηλικία τους μελετούσαμε Σαβοναρόλα, "Compendium revelationum" στο πρωτότυπο, βγαίναμε όξω, αλητεύαμε, παίζαμε μπάλα, κράζαμε γρηές στο δρόμο, σπάγαμε τζάμια με τις σφεντόνες, γυρνοβολάγαμε στα σφαιριστήρια, σπουδάζαμε, δουλεύαμε κι είχαμε κι από δυό-τρείς γκόμενες, να τους αραδιάζουμε ένα κάρο φούμαρα για παντρειές και τέτοιους μύθους των αδελφών Γκριμ.

Έχω συχνά στύψει το μυαλό μου, να βρω γιατί οι σημερινοί νεαροί είναι τόσο πολύ μαλακιστήρια. -Πώς στα κομμάτια γίνεται, μέσα σε μόλις είκοσι χρόνια, να έχει επέλθει τέτοιος βιολογικός εκφυλισμός, τέτοια παρακμή του ανδρικού γένους ; -Μερικοί λένε ότι φταίει ο Ανδρέας ο Παπανδρέου, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι η αιτία βρίσκεται στο Τσέρνομπιλ, γι αυτό και βγαίνουν όλες οι παρτίδες σκάρτες. Τέλος πάντων, πολλές θεωρίες έχουν αναπτυχθεί επ' αυτού, αλλά εγώ νομίζω ότι άλλη είναι η αιτία που οι σημερινοί πιτσιρικάδες είναι τέτοια κοπρόσκυλα και ακαμάτηδες :

Ο λόγος είναι ότι τα παιδιά δεν μπορούν να περπατήσουν. Σοβαρολογώ. Αφού δεν μπορούν καλά-καλά να περπατήσουν, πώς περιμένει κανείς να δουλέψουν ; Δεν περιμένει, βέβαια. Και δεν μπορούν να περπατήσουν, επειδή τους εμποδίζουν αυτά τα μυστήρια τα χιπ-χοπ παντελόνια που φοράνε. Μιλάω για αυτά τα φαρδιά παντελόνια, που τους κρέμονται μέχρι κάτω από τον κώλο, λες κι είναι χεσμένοι απάνω τους. Στην ουσία, δεν φταίνε τα παιδιά. Τα παντελόνια φταίνε.


Προχτές τό απόγευμα, όπως οδηγώ μες στο ψιλόβροχο, βλέπω μπροστά μου, σε απόσταση είκοσι μέτρων, έναν τέτοιον μπαγλαμά. Προχωρούσε στην άκρη του δρόμου, μιλώντας αμέριμνος στο φορητό του, ενώ του είχε κατέβει του αχαϊρευτου ο καβάλος μέχρι την επιγονατίδα κι έσερνε τα μπατζάκια του στην άσφαλτο, το γαϊδούρι. Δεν συγκρατήθηκα. Λέω από μέσα μου "ρε πούστη μου, το σηκώνει ο οργανισμός σου το μπουγέλο!". Σανιδώνω ξαφνικά το γκάζι και σημαδεύω ακριβώς το κέντρο μιας τεράστιας νερολακούβας που έχασκε στο οδόστρωμα, την ώρα που ο πιτσιρικάς περνούσε από δίπλα της. Ένα διπλό -από τον μπρος και πίσω τροχό- φονικό τσουνάμι λάσπης και βρωμιάς τον έπληξε καίρια. Τον βλέπω στον καθρεφτη να τραντάζεται, λες και τον χτύπησε κεραυνός.


Στρίβω αμέσως δεξιά, αναλογιζόμενος ότι τελικά τίποτα δεν έχει μεγαλύτερη πλάκα από έναν μπουγελωμένο πιτσιρικά με μισοκατεβασμένο το παντελόνι, όμως σχεδόν αμέσως αλλάζω γνώμη : Το σωστό είναι ότι τίποτα δεν έχει μεγαλύτερη πλάκα από έναν διπλο-μπουγελωμένο πιτσιρικά με μισοκατεβασμένο παντελόνι. Ως εκ τούτου, ξανακόβω δεξιά, κάνω τον γύρο του τετραγώνου και βρίσκομαι εκ νέου ξωπίσω του, σε κάποια απόσταση. Παρακολουθώ το θήραμα να βαδίζει και πάλι στην άκρη του δρόμου -μυαλό δεν έβαλε- σκύβοντας κάθε τόσο, για να επιθεωρήσει τις αβαρίες της τρισάθλιας βράκας του. -

Συγγνώμη, αυτός ο τριμάλαξ θα πάει μεθαύριο να ψηφίσει ; Ελπίζω πως όχι. Το θέμα είναι ότι, όπως είχε βαρύνει από το νερό το παντελόνι του, οι κωλότσεπες είναι ζήτημα εάν απείχαν μισό μέτρο από το έδαφος, κι όμως, ο κερατάς δεν έκανε τον παραμικρό κόπο να το τραβήξει λίγο προς τα πάνω. Αντιθέτως, συνεχίζει να σέρνει νωχελικά τα βήματά του, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να βλαστημάει από μέσα του τον καργιόλη που του έκανε τη ζημιά. Δηλαδή, εμένα.


Κι επειδή εμένα, έστω κι αν στην πραγματικότητα είμαι, πάντως δεν μ' αρέσει να με λένε χωρίς σοβαρό λόγο "καργιόλη", επιτίθεμαι για δεύτερη φορά, αμέσως μόλις φαίνεται στο πλάϊ του πιτσιρικά αξιόλογη νερολακκούβα. Να τον χαιρόμαστε τον δήμαρχό μας. Δουλευταράς. Τελικά, το βάθος της νερολακούβας ήταν μεγαλύτερο του εκτιμωμένου. Εντάξει, δεν γίνεται να τα προβλέπουμε όλα. -Αδελφέ μου, τί "σπλατς" ήταν αυτό ; Ένοιωσα τη ζάντα να βροντάει δυνατά στη λακούβα και το δάπεδο του αμαξώματος να συγκλονίζεται, σαν την πλώρη του καραβιού που κοντράρει στο πελώριο κύμα, ενώ τόσος ήταν ο όγκος του νερού που σηκώθηκε, ώστε μου κάλυψε το μισό παρμπρίζ. Εκτιμώ ότι ο καψερός ο πιτσιρικάς πρέπει να χάθηκε κάτω από ένα κυβικό μέτρο βρωμόνερα. Δεν είμαι τύπος που γελάει εύκολα, αλλά ομολογώ ότι μ' αυτόν τον πιτσιρικά διασκέδασα αρκετά. Ίσως να χαμογέλασα κιόλας, το παραδέχομαι.


Το μόνο κακό της υπόθεσης είναι ότι πρέπει τώρα να πάω τ' αμάξι για ζυγοστάθμιση. Ελπίζω μόνο να μην έχει ραγίσει καμμιά ζάντα.

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

Κονδυλοφορούσα



«Θα δείτε και μια φίλη μου σήμερα», είπε η γραμματεύς. «Κολλητή μου!».
-Εντάξει. Μην την χρεώσεις!
Τριαντάρα. Γόβα στιλέτο, μπούστο μισάνοιχτο, σοβάς μερακλίδικος, μπογιάντισμα αριστοτεχνικό.
-Καλησπέρα. Είδα κάτι σπυράκια.
-Ο δερματολόγος είναι στον δεύτερο.
-Όχι. Εσάς αφορούν.
-Τα σπυράκια; Έχω κόψει τις διπλωματικές σχέσεις με δαύτα εδώ και τριάντα χρόνια, κυρία μου.
-Εννοώ, τα έχω στο επίμαχο σημείο.
-Α! Τότε σωστή ειδικότητα επιλέξατε.
Κάτι μικρά κουνουπιδάκια είχαν στήσει αντίσκηνο στα επίμαχα σημεία της ζουμπουρλούς.
-Ξέρετε, έχετε κονδυλώματα.
-Τί είναι αυτά;
-Μικραί εκβλαστήσεις στον βλαστό ενός φυτού.
-Με προσβάλλετε!
-Συγγνώμην, κυρία μου. Τον ορισμό της λέξεως έδωσα.
-Και πώωως;
-Ε, αφροδίσιον. Εκ τής Αφροδίτης.
-Ποια Αφροδίτη, καλέ;. Μαρία την λένε την κολλητή μου.
Ο επιστήμων χλόμιασε. Μαρία λέγανε και την γραμματέα του. Ο συνειρμός ήταν εύκολος.
-Δώστε μου μισό λεπτό.
Δρομέως κατευθύνθηκε στο μπάνιο. Προέβη σε εξονυχιστικό έλεγχο, με τη βοήθεια μεγεθυντικού φακού, ακροποσθοβαλανικόν. Ουδέν προς το παρόν. Αλλά θα έζη γι’ αρκετούς μήνες με την αγωνία.
Φωνές ακούγονταν απ’ το σαλόνι. Εξερχόμενος αντίκρισε βολήν υγράν να εκτοξεύεται απ’ τη στοματική κοιλότητα της ζουμπουρλούς στοχεύουσα την γραμματέα του.
-Φτου σου!

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

"Guru" - the clip


Παραγωγή : Guru Productions, 2009
Σκηνοθεσία : Θ. Αγγελόπουλος
Πρωταγωνιστεί η σαγηνευτική Aisha, πλαισιωμένη από πλειάδα διάσημων γκουρούδων
.


Το σενάριο, με δυό λόγια : Στο κέντρο που χορεύει η υπέροχη γκουρουδίνα Αϊσα, εμφανίζεται μια παρέα γκουρούδων, προκειμένου να διασκεδάσει. Ακριβώς στη σκηνή 0:53, στο κέντρο του καρρέ, διακρίνεται ένας ψηλός αρχοντάνθρωπος με τραγιάσκα, σαν Μπαγκλαντέζος Αντριάνο Τσελεντάνο (που σωστά μαντέψατε ότι είμαι εγώ), ενώ παραδίπλα μου, στα δεξιά μου, ο κοντός με το καβουράκι και το κασκώλ είναι ο Usound. To λαμόγιο με το μουστακάκι στα αριστερά μου δεν ξέρω ποιός είναι, κάποιος κομπάρσος, προφανώς.



Η παρέα γλεντάει, θαυμάζοντας τα λικνίσματα της υπέροχης Αϊσα, ενώ μάλιστα στο 1:18 διακρίνεται ολοκάθαρα ο άπληστος Usound, την ώρα που απλώνει τη χερούκλα του, να κωλοχεριάσει τη χορεύτρια, πλην όμως αστοχεί και πιάνει αέρα.


Εν συνεχεία, ανεβαίνουν στη σκηνή κι άλλες γκουρουδίνες και το θέαμα γίνεται φαντασμαγορικό. Η παρέα των γκουρούδων ξεφαντώνει κανονικά και μάλιστα, στο 2:05 η κάμερα παρακολουθεί τον Usound να βαράει παλαμάκια, σε έξαλλη μεν κατάσταση, αλλά χωρίς αυτή τη φορά ν' απλώνει τα κουλά του. Ομοίως, το λαμόγιο-κομπάρσος την έχει καταβρεί και χτυπιέται μόνος του, σαν χταπόδι.



Στο 3:00, η χορεύτρια εκδηλώνει την εμφανή της προτίμηση προς το ημέτερο πρόσωπο και με αρπάζει για χορό. Δεν αντιστέκομαι ιδιαίτερα. Να 'σου όμως από κοντά κι ο καβουράκιας ο Usound, ενώ βέβαια έχει στρειδωθεί και το λαμόγιο-κομπάρσος. -Πώς να χορέψει κανείς, υπ'αυτές τις συνθήκες ? Τέλος πάντων.



Το δεύτερο μέρος του κλιπ, απαρτίζεται από εξωτερικές λήψεις. Στο 3:33 ο Usound μου ανακοινώνει ότι έχοντας ακολουθήσει τις συμβουλές των ελλιοτικών του φόρουμ, πόνταρε όλα τα λεφτά μας σορτάροντας τον Dow στις 6.500 μονάδες, με τιμή-στόχο τις 3.500 μονάδες, όπως μας έλεγαν δηλαδή. Τα χάσαμε όλα. Από τα νεύρα μου, δίνω μιά και αναποδογυρίζω το δισκάκι που περιέχει τις τελευταίες μας οικονομίες (3:35), ενώ ακολουθούν στιγμές οδύνης και περισυλλογής, με φόντο την Αγιά Σοφιά (εδώ γεννώνται και μεγαλοϊδεατικοί συνειρμοί).



Όμως τότε, λες και ήσαν συνεννοημένοι, σαν δύο από μηχανής θεοί παρέα, Usound και λαμόγιο βγάζουν ξαφνικά κάτι λεφτά από τις τσέπες τους (αναρωτιέμαι πού τα βρήκαν...) και μ' αυτό το αρχικό κεφάλαιο πάμε και παίζουμε στην Εναλλακτική Αγορά της Ισταμπούλ (3:51), όπου σορτάρουμε αλύπητα ένα σαπάκι, την ΣΕΚΕΡ (3:56), μέχρι που την κλειδώνουμε στο -30% και χεζόμαστε στο τάλληρο, όπως αποδεικνύει και το ταμπλώ, πίσω μας. Γινήκαμε και πάλι πλούσιοι. Πληρώνουμε τις προμήθειες στον μουσουλμάνο broker (4:12) και την κάνουμε, φορτωμένοι μετρητό.



Στο σημείο αυτό, επανεμφανίζεται η χορεύτρια, που μυρίστηκε ψητό και της άνοιξε η όρεξη. Παίρνουμε το βαποράκι και πάμε όλοι παρέα (και το λαμόγιο μαζί, μπάστακας) στα Πριγκηπονήσια, να ζήσουμε σαν πρίγκηπες.


Εξαιρετική δουλειά, εύγε Θεόδωρε !




Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Έλειωσα στο περπάτημα σήμερα...



Σ
την απόρρητη φωτογραφία που βούτηξα από το Reuters, διακρίνεται το U3-X, μια συσκευή «προσωπικών μετακινήσεων» που φτιάχνει η Honda. Από τότε που πέθανε το αφεντικό, ο γέρο-Σοϊχίρο, έχει χαθεί κάθε έλεγχος εκεί στην Honda και κατασκευάζουν ό,τι παπαριά τους κατέβει στο κεφάλι.


Α
υτή τη φορά σκαρφίστηκαν ένα σκαμπό, που στέκεται μόνο του όρθιο και τσουλάει πάνω σε μια ρόδα. Θρονιάζει τον κώλο του ο οδηγός στο σκαμπό και πάει όπου θέλει, με ταχύτητα έως έξι χιλιομέτρων την ώρα. Όχι ακριβώς σφαίρα, αλλά όχι και σα χελώνα.


Τ
ο μόνο που χρειάζεται να κάνει ο οδηγός είναι να γείρει το σώμα του προς την κατεύθυνση στην οποία θέλει να κινηθεί -ευθεία, πλάγια ή και όπισθεν.


Τ
ο πράγμα ζυγίζει δέκα κιλά, λειτουργεί για μία ώρα με κάθε φόρτιση της μπαταρίας λιθίου και προορίζεται -λέει- για ηλικιωμένους που θέλουν να κινούνται στο πεζοδρόμιο χωρίς να κουράζονται, όπως ισχυρίζεται η Honda.


K
αλοί μαλάκες είσαστε του λόγου σας, λέω εγώ.


Κ
ατ' αρχήν, με βάρος 10 κιλών, χλωμό το βλέπω να μπορεί να το σηκώνει ο γέροντας, όταν απαιτηθεί. Ας πούμε ότι έχει σκάψει η ΕΥΔΑΠ το πεζοδρόμιο και πρέπει να κατέβει ο γέρος από το εργαλείο, να κάνει το γύρο της λακούβας και να ξανακαβαλήσει. -Τί θα κάνει, θα φωνάξει τους πρόσκοπες να βάλουν ένα χεράκι ? Και σιγά μην έρθουν.


Έ
πειτα, είναι και το άλλο : Το φτιάξατε που το φτιάξατε, βρε άχρηστοι σχιστομάτηδες, χάθηκε ο κόσμος να βιδώσετε από πίσω έναν κοτσαδόρο, να σέρνει η γρηά το καροτσάκι της λάϊκής ? -Όλα εγώ θα σας τα λέω ?


Υ
πάρχουν κι άλλα θέματα. Εάν πχ έχει ξεχάσει ο μπάρμπας να το φορτίσει καλά -που θα έχει ξεχάσει, είναι βέβαιον- και απομακρυνθεί εποχούμενος καμμιά δεκαριά χιλιόμετρα από το σπίτι του, τί θα κάνει μετά ? Θα το ζευτεί στην πλάτη και θα το κόψει ποδαράτο ? Σιγά να μην τον αφήσουνε να μπεί στη συγκοινωνία με το μηχανάκι μαζί. Ουστ, ρε κάγκουρα, που μου θέλεις και λεωφορείο, έτσι θα του πούν.


Ε
πιπλέον, σκέφτηκε άραγε κανείς Ιάπων τί θα συμβεί εάν γεμίσουν οι αθηναϊκοί δρόμοι από χούφταλα με μηχανάκια ? -Φταίω εγώ σε τίποτε να την κόψω τη γρηά και να πληρώνω κανούργιο παρμπρίζ ? 'Η, ακόμη χειρότερα, να την πάρω από κάτω και να μου σπάσει κάνα ακρόμπαρο ? Είναι και γερά κόκκαλα, βλέπεις. Κορακοζώητες. Αλίμονο στ' αμάξι.

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Για να βάλουμε τα πράγματα σε μία σειρά

Φίλες και Φίλοι, απλοί ψηφοφόροι του ΛΑΟΣ,

Ξεκινώ τη σημερινή ενημέρωση, με τη διαπίστωση ότι ο κ. Usound βρίσκεται στην κοσμάρα του. Μετά την χθεσινή κεφάτη ανάρτηση, με τίτλο «-Γέρο δέρνουμε ?», κάτι για έναν μπάρμπα που τον έκαναν τουλούμι στο ξύλο τρείς γερμαναράδες χουλιγκάνοι, ο Πέτρος, ο Γιόχαν κι ο Φρανς (ή Φριτς, όχι πως έχει έχει σημασία), σήμερα ξαναχτυπά, με ποτ-πουρί των σαρδάμ κοτζάμ Πρωθυπουργού.

Να επισημάνω ότι και τα δύο θέματα ήταν copy-paste, το μεν χθεσινό από παλαιό βιβλίο νεοελληνικών Γ΄ Γυμνασίου του ΟΕΔΒ, το δε σημερινό, από το κείμενο που έγραψε ο Κάτμαν για λογαριασμό του αυριανού Πρωθυπουργού.

Αντί λοιπόν ο κ. Usound να επικεντρωθεί στην ολοκλήρωση του project που ο ίδιος, προ ημέρων, εξήγγειλε, τώρα ασχολείται με αλλότρια.

Ως εκ τούτου, από τούδε κηρύσσω τον Usound σε κατάσταση προσωρινής (???) διανοητικής διαταραχής και πλήρους δικαιοπρακτικής ανικανότητας και αναλαμβάνω προσωπικά και αποκλειστικά τη διακυβέρνηση του βυθιζόμενου blog.

Ήδη, τώρα δα που μιλάμε, βρίσκεται σε εξέλιξη η πυρετώδης προσπάθεια δημιουργίας ενός νέου χώρου στέγασης περισσότερων bloggers, όλων των παλιών γνώριμων γκουρούδων που εκδήλωσαν ενδιαφέρον, αλλά και του «νέου αίματος», ήτοι των εκκολαπτόμενων γκουρούδων, που θα μεταγγισθεί στη συνέχεια.

Εκ των πραγμάτων, καθώς η απόπειρα λήψης αποφάσεων δια βοής θα οδηγούσε πιθανότατα σε αδιέξοδο, οι βασικές ενέργειες πραγματοποιούνται από ένα ολιγομελές διεκπεραιωτικό (sic) σχήμα. Δηλαδή, από εμένα και τον Αλέκο. Υποτίθεται ότι θα βοηθούσε και ο Usound, αλλά αυτός τώρα ξεσκονίζει στην αποθήκη του κάτι παλιά αλφαβητάρια της α’ δημοτικού, αναζητώντας θέμα για την επόμενή του ανάρτηση (που βέβαια, ως μοναδικός πλέον Master & Commander, δεν θα επιτρέψω να γίνει ποτέ).

Έλεγα λοιπόν, ότι πρώτος στόχος, εφικτός, είναι η δημιουργία ενός εύχρηστου και λειτουργικού περιβάλλοντος, με αξιόλογες δυνατότητες και προοπτικές επέκτασης. Ενός χώρου ελκυστικού, που να προδιαθέτει θετικά για μόνιμη εγκατάσταση των απανταχού κατατρεγμένων γκουρούδων .

Κατ’ αυτό κιόλας το αρχικό στάδιο, κάθε νέα ιδέα είναι όχι απλώς ευπρόσδεκτη, αλλά πολύτιμη, ώστε –δίχως παρελθοντολογίες και γκρίνιες- να καταλήξουμε στο τί παρακρατούμε και τί απορρίπτουμε, βάσει των προηγούμενων εμπειριών μας.

Είναι σημαντικό να καταγράψουμε τώρα τί ακριβώς θέλουμε και τί όχι. Για παράδειγμα, ο γνωστός γκουρού με τα είκοσι χιλιάδες nicknames Βασίλης-Αντ, ζήτησε να υπάρχει στην frontpage ένα ticker με τις τιμές των μετοχών. Λογικό το αίτημά του, αφού κι εγώ -εάν είχα ΠΕΤΖΚ- θα καθόμουν όλη την ώρα σε αναμμένα κάρβουνα. Παράλληλα, ο γκουρού του copy-paste Μπλουζμαν ζήτησε ένα ticker με κώλους βραζιλιάνικους, ενώ ο γκουρού της παγκόσμιας λογοτεχνίας Yannis K. επιμένει σ’ ένα ticker με στίχους του Καββαδία. Δεν γίνεται όμως να βάλουμε εκατόν πενήντα τέσσερα tickers στην frontpage. Πρέπει ν’ αποφασίσουμε ποιά και πόσα tickers θα χρειαστούμε, με γνώμονα τις ανάγκες της πλειοψηφίας. Ένα απλό παράδειγμα έφερα, ώστε να γίνω κατανοητός σε όλους εσάς, τους τσουρουκάδες της πληροφορικής.

Κοινή επιδίωξη, όπως έχω καταλάβει, είναι κατ’ αρχήν ένας μπλογκο-πολυχώρος, με σαφείς και λεπτομερείς όρους χρήσης. Το μόνο βέβαιον είναι ότι από δω και στο εξής, κανένα αφεντικό δεν θα μπορεί να καρπαζώνει τους bloggers, ανάλογα με τα ονείρατα που είδε το προηγούμενο βράδυ, λες και του είναι ψυχοπαίδια, λες και του είναι παραγιοί. Από δω και στο εξής, είμαστε μοναχοπαίδια, είμαστε μοναχογιοί.

Εκπονείται ήδη ένα αχανές και δαιδαλώδες πλέγμα κανόνων δικαίου, εμπνευσμένο από τους Κώδικες του Χαμουραμπί, ώστε αφ’ ενός μεν καμμία χαμούρα να μην μπορεί να απειλήσει το Σύστημα, αφ΄ετέρου δε κανένα Σύστημα να μην μπορεί να απειλήσει τους bloggers. Είναι δε τόσο υπερκόσμια ιδιοφυιές αυτό το Σύστημα, ώστε αποτρέπει ακόμη και τον κίνδυνο να απειληθεί το Σύστημα από το ίδιο το Σύστημα. Σατανικό !

Προς το βράδυ, με χαρά (που λέει ο λόγος…) θ’ ακούσω τις απόψεις σας και θ’
απαντήσω διεξοδικά σε όλες τις απορίες σας.


(εάν βέβαια το θέμα δεν έχει υποσκελισθεί, από καμμιά νεώτερη ανάρτηση του Usound, όπως πχ το σχολικό ποίημα του Ι. Πολέμη «Στο λιβάδι ξεχασμένος ένας γάιδαρος βοσκούσε, τίποτ' άλλο δεν ζητούσε ο καημένος». –Μα πού πάει και τα βρίσκει ο άνθρωπος ?)

Kραυγή απόγνωσης


Ο «ελληνικός εργαζόμενος» βρίσκεται σε δεινή θέση. Χρειάζεται «να αναπτύξουμε την ανάπτυξη» και να καταστήσουμε διαφανή την αδιαφάνεια. Να πιάσουμε τ' άλογο απ’ τα κέρατα και να αφοσιωθούμε στα «κυριαρχικά θέματα» που τον απασχολούν. Όχι φρούδα λόγια και κούφιες ελπίδες. Λάδι!!!!!!!!!! Ο κύριος «Καραμαλής» είναι επικίνδυνος και πρέπει να επέλθει. «Πάση Θεού»!

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

Επεισόδιο





Το δρομάκι ήταν ήσυχο, σαν απελπισμένο και ορφανεμένο. Μεγάλες λακκούβες καταμεσής του, γεμάτες νερό της βροχής, θαμποφέγγιζαν κάτω από το αρρωστεμένο ηλιόφωτο, που πάσκιζε να ξεσκίσει την πηχτή συννεφιά. Στην πέρα γωνιά, εκεί που άρχιζε η άσφαλτος του μεγάλου δρόμου, σωριασμένα σκουπίδια, κουρέλια, χαρτιά κι αποκαΐδια και σάπιες φλούδες, ανάδιναν τη βαριά και ξινή μυρουδιά τους. Το κορίτσι κοντά στο παράθυρο προσπαθούσε να συνεφέρει κάποιο κουρέλι με τη βελόνα του. Ένα χειμωνιάτικο πουλάκι στάθηκε στα σκουπίδια, τσίμπησε μια φλούδα και πήγε να κοιτάξει τον κόσμο πάνω από 'να γερμένο κεραμίδι.

Απελπισμένο κι ορφανεμένο ήταν το δρομάκι. Κι έτυχε τότε να 'ρθει και ν' ανασάνει εκεί δα χάμου ο άνθρωπος που περπατούσε από τα βαθιά χαράματα, φέρνοντας λογής λογής φρύγανα και σαρίδια από το βουνό. Μια παλιοκασόνα με δυο ρόδες στο πλάι ήταν το έχει του· τη ζεύτηκε ο ίδιος και το παιδί ίσαμε δεκατεσσάρω χρονώ, την έσπρωχνε από πίσω. Κι ίδρωναν κι αγκομαχούσαν κι οι δυο. Το μεγάλο παιδί έρεβε δυο μήνες στη φυλακή – μέρα τη μέρα καρτερούσε την εχτέλεση, που θα το λύτρωνε από τα δεινά του. Τα βάσανά του ήταν αμολόγητα, τι βελόνες στα νύχια και τι αναμμένες εφημερίδες και τι σούρσιμο πάνω στα χαλίκια με την κοιλιά – μα εκείνο δεν άνοιγε το στόμα του, μήτε που παραπονιόταν, μήτε που μετάνιωνε για τίποτε, μόνο καρτερούσε ήσυχα την ώρα που θα ‘παιρναν ένα τέλος όλα τούτα, μ’ ένα βόλι στην καρδιά, μ’ ένα βόλι στο καθάριο μέτωπο της θυσίας. Ο χειμώνας ήταν βαρύς, η ντουλάπα με τις ψαλιδισμένες εφημερίδες άδεια, το τζάκι σβηστό – μια μούχλα και μια υγρασία, κάτι σαν την ανάσα της πείνας, είχε κατακάτσει απάνω σ’ όλα και δεν έλεγε να ξεσηκωθεί από κει. Έτσι ο γέρος τ’ αποφάσισε να πάει να μάσει χόρτα και ξύλα. Τόσοι και τόσοι έκαναν κάθε μέρα το ίδιο. Ξεκινούσαν για το βουνό με τα πόδια γυμνά, μ' ένα τσουβάλι στην πλάτη, με μια κασόνα ξεγοφιασμένη· σαν τύχαινε και μπορούσαν να βοηθήσουν και τα παιδιά, στον πηγεμό τα βάζανε μέσα και τα σούρνανε -κι ύστερα έσπρωχναν κι εκείνα στο γυρισμό από πίσω. Μα ο δρόμος ήταν μακρύς - Θε μου, τι ατέλειωτους δρόμους έχει η γη σου! Κι εκεί έξω τα χωράφια πρασίνιζαν, τα νεράκια μουρμούριζαν, μα η συννεφιά ήταν πάντα βαριά και πηχτή, σαν μια πίκρα που πλάκωνε την καρδιά. Θρήνος σ' έπιανε να κοιτάς τα σπαραγμένα πεύκα, τ' αποκαΐδια, τους μαύρους λόφους που ξεμάκραιναν ίσαμε τη θάλασσα. Οι λοτόμοι ξεστήθιαζαν τις ανηφοριές, ξεχέρσωναν τις λαγκαδιές. Ήταν άλλης λογής άνθρωποι τούτοι! Γέμιζαν τα κάρα τους με τα χοντρά άλογα από το πράσινο δάσος και φεύγανε, φεύγανε τραγουδώντας. Και την άλλη μέρα ξανά· και δεν άφηναν δέντρο για δέντρο, μονάχα τη γη σακατεμένη -και τη νύχτα να τη δέρνει αλύπητα η βροχή και, σα να μην την καταπίνει, σαν να τη βγάζει από τα σπλάχνα της η ίδια, μια θάλασσα δάκρυα και μια λάσπη γλιστερή που γέμιζε πατημασιές, καθώς ανοιχτές λαβωματιές πάνω σ' ένα καταπληγιασμένο κορμί. Και τότε το πάθος των ανθρώπων έσμιγε με το πάθος της γης- χορτάρι δεν πρόφταινε να φυτρώσει κι ο πεινασμένος το συμμάζευε στο σακούλι του τρέμοντας μην τον ξεκρίνει από πουθενά και τον διώξει σαν το τυραγνισμένο σκυλί ο δυνάστης λοτόμoς. Μα, όσο και να πεις, ήταν μια παρηγοριά αυτή η στέρηση που έδενε τον άνθρωπο με τα πράματα κι η πίστη, πως κάποια μέρα πίσω από εκείνους τους λόφους θ' ανέβαινε ένας ήλιος φλογάτος και θα ξυπνούσαν οι τάφοι κι από στεριές κι από θάλασσες θα ξεχυνόταν το καινούριο τραγούδι, μια μέρα χαρούμενη, που δεν θα 'χε πια τελειωμό.



Το καροτσάκι βρισκόταν παρατημένο σύρριζα στο στενό πεζοδρόμιο. Ο άνθρωπος σφούγγιζε τον ιδρώτα του με το κουρελιασμένο μανίκι και το παιδί ξεκουραζόταν κοντά στο παράθυρο, κάτου από το κορίτσι με την ασταμάτητη βελόνα. Το σακούλι με τα χόρτα ήταν γεμάτο και το καροτσάκι ήταν γεμάτο - θα μπορούσαν όπως όπως να την περάσουν και τη μέρα τούτη και τώρα που ανακάλυψαν το βουνό η ελπίδα δεν ήταν χαμένη. Το παιδί ξέκρινε κιόλας μια φρέσκια φλούδα πορτοκαλιού στα σκουπίδια και χίμηξε να την αρπάξει, σαν να φοβόταν μην τύχει και βρεθεί περαστικός στο ειρηνεμένο δρομάκι και του την πάρει. Κάθισε κει δα πέρα και ξεσκάλιζε· βρήκε κι ένα κόκαλο, πασαλειμμένο παχιά λάσπη και το 'πλυνε στη λακκούβα καταμεσής, στο νερό της βροχής, και το τραγάνιζε ευτυχισμένο. Σ' ένα ξεκοιλιασμένο κουτί κονσέρβας φέγγιζε κάτι σαν υποψία λαδιού και το συμμάζεψε κι εκείνο και το 'δειχνε στον πατέρα του σαν πλούσιο βρετίκι, χάρισμα μοίρας πονόψυχης. Ήταν μια σοβαρή δουλειά να ψάχνεις, ολοένα να ψάχνεις στο σωρό τα σκουπίδια και ν' απλώνεις το χέρι ολοένα βαθύτερα και να πασπατεύεις ζητώντας το θησαυρό, που δεν τ' αποφάσιζε να βρεθεί -μα κιόλας κάτι του 'λεγε του καθενός πως υπάρχει.



Κι ήταν ολότελα δοσμένο σε τούτη τη δουλειά το παιδί· και δεν άκουσε τίπoτα. Μήτε ο πατέρας άκουσε τίποτε, προσπαθώντας να ζευτεί πάλι το καροτσάκι και να ξεκινήσει για πάρα πέρα. Έπαιρνε και να μεσημεριάζει και συλλογιόταν πως θα έπρεπε στο σπίτι ν' ανάψουν φωτιά να ζεσταθούνε και μια σταλιά και να βράσουν τα χόρτα. Κάποιος γείτονας του είχε πει τις προάλλες πως έριχνε μέσα στο τσουκάλι πεντέξι ελιές και το χόρτο έπαιρνε τη μυρουδιά του λαδιού και νοστίμιζε. Σαν δύσκολο πράμα να βρεις τι ελιές! Μα μπορεί στο τέλος ο γείτονας να 'χε ακόμα καμπόσες. Όλα τυχαίνουν -και τα πιο απίστευτα- σε τούτο τον κόσμο καμιά φορά! Δε συλλογιόταν άλλο τίποτε από τούτο, καθώς ζευόταν το καροτσάκι σαν έπεσαν μονομιάς στο δρομάκι οι λαστιχένιοι τροχοί κι ένα σούσουρο έκαμε το πουλί, που στεκόταν ακόμα στο κεραμίδι του, να πετάξει αλλοπαρμένο πέρα στην άσφαλτο, μακριά. Πίσω από το κρύσταλλο, στ' αυτοκίνητο, άστραψε ένα φαρδύ κατακόκκινο πρόσωπο, οργισμένο. Καθόταν κι ένα κορίτσι δίπλα του και μασούσε μια σοκολάτα χαμογελώντας. Το καροτσάκι σείστηκε σύγκορμο, μα ήταν κολλημένο γερά στη λάσπη και δεν έλεγε να ξεκινήσει από κει. Κι ο άνθρωπος ζεμένoς αγκομαχούσε και τιναζόταν κι εκείνος σύγκορμος και στέριωνε τα πόδια ολάνοιχτα πίσω και πάσκιζε να τραβήξει μπροστά με το φαγωμένο κορμί τεντωμένο σαν ένα τόξο και τ' αριά άσπρα γένια του ξαναγέμισαν ιδρώτα μονομιάς και τα μάτια του συννέφιασαν και δεν μπορούσαν τίποτε πια να ξεκρίνουν. Το χοντρό πρόσωπο μούγκριζε πίσω από το κρύσταλλο και φοβέριζε και βλαστημούσε σ' άγνωρη γλώσσα. Είχε γίνει πια γαλαζοκόκκινο και γαλάζωνε ολοένα, κι ο κοντός λαιμός ανασηκωνόταν ανυπόμονος μπροστά σε τούτο το εμπόδιο τ' αναπάντεχο. Το κορίτσι μασούσε τη σοκολάτα του και χασκογελούσε. «Τι χαριτωμένος γινόταν αυτός ο Φριτς, όταν θύμωνε!» Μα το πράμα δε βάσταξε πολύ. Ο Φριτς κατέβηκε από τ' αυτοκίνητο αλαφιασμένος· οι μπότες του άστραψαν καλογυαλισμένες, άστραψαν τα μάτια του σκοτεινά και τα χείλη του μούγκριζαν, μούγκριζαν. Το 'πιασε το γεροντάκι, λιγνό σαν το φρύγανο, και το ‘στησε στον τοίχο πλάι στο παράθυρο του κοριτσιού που ανατρόμαξε και κρύφτηκε μέσα κι άρχισε να το δέρνει το γεροντάκι, να το χτυπάει όπου έβρισκε με γροθιές και κλοτσιές κι ολοένα να φρενιάζει περισσότερο. Το παιδί σωριάστηκε πάνω στα σκουπίδια και βάλθηκε να κλαίει τρομαγμένο και να κοιτάζει και να μην μπορεί να κουνήσει από τον τόπο του. Το γεροντάκι δεν έβλεπε πάρεξ δυο ασημένιους αϊτούς, ένα περιλαίμιο που ανεβοκατέβαινε μπροστά του -κι ένιωθε δυο χοντρά, ζεστά κομμάτια σάρκας να πέφτουν απάνω του σαν το φλογισμένο σίδερο· μα μήτε βόγκηξε μήτε άρθρωσε λέξη. Τo κορίτσι κατάπιε τη σοκολάτα του και ξεφώνισε: «Ντας ιστ γκενούχ, λίμπλιχε Φριτς, ντας ιστ γκενούχ!» Οι μπότες ξεμάκρυναν. Το χοντρό πρόσωπο είχε ξανάβρει τον εαυτό του, κάτι σαν γαλήνη και σαν ικανοποίηση. Ανέβασε το αυτοκίνητο σύρριζα στον τοίχο, στο αντικρινό πεζοδρόμιο, και πέρασε θριαμβευτικά, γεμίζοντας βαριά μυρουδιά μπενζίνας τ' ορφανεμένο δρομάκι.

Το κορίτσι με τη βελόνα άνοιξε την πόρτα, έπλυνε το πρόσωπο του γέρου με κρύο νερό, το σκούπισε με καθάρια πετσέτα· ήρθανε κι οι άλλες γειτόνισσες κι έφερε η μια ένα κομμάτι, ένα ελάχιστο κομμάτι ψωμί κι η άλλη το μπουκαλάκι με το ρούμι και πάσκιζαν να συνεφέρουν τον άνθρωπο που κακοπάθησε. Μα κάτω από τα μάτια το πετσί ήταν γαλαζόμαυρο και φουσκωμένο, λες κι από στιγμή σε στιγμή θα 'σκαζε και θα 'τρεχε από εκεί μέσα όλο το δάκρυ που δεν έβγαινε από την καρδιά. Το παιδί μπόρεσε τότε πια ν' ανασηκωθεί κι έπιασε τα χέρια του πατέρα και τα φιλούσε και του πασπάτευε το κορμί και γλυκά και θαρρετά του μιλούσε, σαν να γεννιόταν την ώρα εκείνη ένας αδάμαστος άντρας μέσα του. Ύστερα στάθηκε ολόρθο και κοίταξε πέρα κι είδε τη λάσπη σημαδεμένη από τα λάστιχα κι έβαλε όλη του την ψυχή στη ματιά· κι ήταν σαν να γέμισε το δρομάκι αχούς αναστάσιμους και ν' άνθισε η γης μονομιάς, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, και τα χελιδόνια να σπάθισαν το γαλάζιο του ασυννέφιαστου ουρανού. Γιατί την ώρα εκείνη ένα βασανισμένο κι ανυποψίαστο παιδί έγινε λεύτερος άνθρωπος και κατάλαβε ποιο είναι το χρέος του.
usound
Και για την αντιγραφή

Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

Έρευνα αγοράς

Ο τύπος ήταν αυστηρός:
-Θέλω το καλύτερο σάιτ!
-Τί εννοείτε, κύριε;
-Αυτό που είπα! Να μπαίνουν και να παθαίνουν ρεύση!
-Ξέρετε, δεν είναι μόνο θέμα εμφάνισης….
-Αλλά;
-Και ουσίας! Όση φιγούρα και να φτιάξουμε, το προϊόν πρέπει να πουλάει!
-Άσε, ρε ζωγράφε! Δική μας δουλειά αυτή! Για το μπογιάτισμα, πόσα θες;
-Θα το μελετήσω και θα σας πω.
-Εσύ, από ποιό ΤΕΙ είσαι;
-Αγουλινίτσας!
-Άσε, θα προτιμήσω ΕΜΠ! Θα μου έρθει και φτηνότερα!

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009

Nα φύγετε, να πάτε αλλού !

Φύγαμε λοιπόν ή μας φύγανε ή δεν ξέρω τί, δεν έχει σημασία.

Τα blogs όμως είμαστε ΟΛΟΙ εμείς. Πάντα ήμασταν εμείς. Από Βασίλη-Αντ μέχρι Θρασσάκο κι από Σπάρτη μέχρι Kίκου, με Κέκροπες και Αλκατέλες.

Την πρώτη σελίδα, που δεν μας ανήκε άλλωστε, μπορεί ασφαλώς να την κρατήσει η ιδιοκτήτρια εταιρεία, για να προμοτάρει V.I.P's blogs, όπως καλή ώρα του καψερού του Aegean.

Μένει τώρα να βρούμε το "αλλού".

Ελάτε γκουρούδες, να βρούμε μέρος.

Είμαστε ΠΟΛΛΟΙ βλέπεις και θέλουμε άφθονο χώρο.

Και καθαρό αέρα, οπωσδήποτε

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Αχιλλεύς


“Θέλουμε τη γλώσσα του λαού με τη γενικότερη και την υψηλότερη σημασία της λέξεως «λαός». Του λαού που πράγματι διαμορφώνει και σ’ εμάς, όπως παντού αλλού, μιαν άκρως εθνική γλώσσα. Κι ο λαός που διαμορφώνει μια τέτοια γλώσσα, όπως διδάσκει η ιστορία και η γλωσσική επιστήμη, είναι πάντοτε ο λαός των πολυανθρώπων κέντρων, των αστικών κέντρων, των μεγάλων πόλεων, όπου βέβαια συζούν και συνεργάζονται τεχνίτες και εργάτες, έμποροι και βιομήχανοι, επιστήμονες και καλλιτέχνες και λογοτέχνες και καθένας απ’ αυτούς συνεισφέρει τον οβολό του στη διαμόρφωση μιας γλώσσας εθνικής”.
Το λαμπρότερο από τα έργα του είναι η "Νεοελληνική σύνταξις" (1928). Το έργο αυτό παρουσίασε στην Ακαδημία ο Γ. Χατζηδάκις με τα εξής λόγια: "Το Συντακτικόν του είναι το πρώτο εις το είδος του. Συντακτικόν πλήρες της Νέας Ελληνικής ουδέ εις προ αυτού επεχείρησε. Δεν δύναται άρα περί αυτού να λεχθεί το παλαιόν λόγιον "έτερος εξ ετέρου σοφός". Και αληθώς μετά πολλής φιλοπονίας και αγάπης συνήγαγε και κατέταξε μεθοδικώς το υλικόν της νέας σύνταξης, ούτω δε κατέστησε δυνατήν την περί αυτής ιστορικήν και επιστημονικήν έρευναν".
Γόνος μια απλής φτωχικής Τυρναβίτικης οικογένειας, κατάφερε χάρη στην μόρφωση και στην οξύτητα του νου του να διακριθεί ως εξέχουσα πνευματική προσωπικότητα. Το 1886, τελειώνοντας τις βασικές σπουδές στον Τυρνάβο γράφεται στο γυμνάσιο Λάρισας με υποτροφία του Δήμου Τυρνάβου και το 1890 εισάγεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Παν/μιου Αθηνών.

Το 1900 ανακυρύσσεται διδάκτορας του ίδιου Πανεπιστημίου. Διέπρεψε ως εκπαιδευτικός λειτουργός σε σχολεία και σχολαρχεία της Λάρισας και της Αθήνας. Υπήρξε μελετητής της Ελληνικής γλώσσας και εισηγητής του νεοδημοτικισμού. Υποστήριζε την τονική απλοποίηση της γλώσσας μας και στηριζόταν σʼαυτό που σήμερα ονομάζουμε «κοινή καθομιλουμένη». Επέμενε στον όρο μητρική γλώσσα διαχωρίζοντας την από δημοτική. Πρώτος απʼόλους επισήμαινε ότι η χρήση είναι ο κανόνας της γλώσσας κι ότι πρέπει να διδάσκεται η γραμματική της κοινής ομιλουμένης ελληνικής γλώσσας. Σύμφωνα με τα γραφόμενά του «Η γραμματική δεν έχει προορισμό να θέτει νόμους στη γλώσσα, χρωστά να παρουσιάζει πως μιλούμε. Νομοθέτης είναι ο λαός. Με τη γραμματική δε μαθαίνουμε τη γλώσσα, αλλά μαθαίνουμε για τη γλώσσα».
Αναγνωρίστηκε από αξιόλογους πνευματικούς ανθρώπους ως μεγάλος δάσκαλος της γλώσσας και του έθνους μας. Ο Γιώργος Σεφέρης χαρακτηριστικά ανέφερε: «Στα χρόνια μας πρέπει να μην το ξεχνάμε. Το ζήτημα δεν είναι αν θα γράφουμε καθαρεύουσα ή δημοτική. Το τραγικό ζήτημα είναι αν θα γράφουμε ελληνική ή ένα οποιοδήποτε ελληνόμορφο εσπεράντο, σα να θέλουμε να ξεκάνουμε με όλα τα μέσα τη γλώσσα μας. Αυτή είναι η κατάσταση μας και δε μας μένει καιρός. Χωρίς μια φούχτα ανθρώπους σαν αυτόν, θα μιλούσαμε και θα γράφαμε όλοι μας εσπεράντο».

Ο προοδευτικός χαρακτήρας του έργου του δικαιώθηκε από η γλωσσική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και τις θέσεις του πρεσβεύει σήμερα η γλωσσολογία.
Το έργο του διακρίνεται σε φιλολογικό, γλωσσολογικό, κριτικό και χαρακτηρίζεται από συνθετότητα και επιστημονική αντικειμενικότητα. Σημαντική υπήρξε και η συγγραφική του δραστηριότητα. Τα πιο γνωστά έργα του είναι:

Γραμματική Αρχαίας Ελληνικής και Λατινικής Γλώσσας,
Νεοελληνική σύνταξη,
Το γλωσσικό μας πρόβλημα,
Περί της σύγχρονου Θεσσαλικής διαλέκτου.

Πάρτε παράδειγμα εκπαιδευτικού, που ως εκ της θέσεώς του (επιθεωρητής Μέσης εκπαίδευσης), προτείνει επιβράβευση συναδέλφου του:
« …Ο τρίτος, γράφει, υπηρετεί εν τω 8ω ενταύθα γυμνασίω και ονομάζεται Χρίστ. Λαμπράκης. Τον τελευταίον τούτον, συνδυάζοντα σπάνια και εξαιρετικά προσόντα ου μόνον επιστημονικής αρτιότητος, γλωσσομαθείας, παιδαγωγικής ιδιοφυίας και απαραμίλλου διδακτικής δεξιότητος, αλλά προσέτι φυσικά χαρίσματα κοινωνικής παραστάσεως, μετριοφροσύνης, μειλιχιότητος ουχί τυχούσης, συνιστώμεν εξαιρετικώς υπέρ πάντας εις την αξιότιμον Επιτροπήν ως δυνάμενον εάν υποβοηθηθή προς περαιτέρω εν Ευρώπη συμπλήρωσιν των σπουδών του, να χρησιμεύση ως άξιος λόγου παράγων προαγωγής της παρ’ ημίν επιστήμης και της εκπαιδεύσεως εν γένει.» Προς επίρρωσιν της κρίσης του επισυνάπτει την έκθεση του Γυμνασιάρχη του 8ου Γυμνασίου, κ. Παναγιώτη Θεοδωρόπουλου, περί του προσωπικού τού σχολείου το οποίο διευθύνει για το ακαδημαϊκό έτος 1914-15, με ημερομηνία 22 Ιουνίου 1915.
«….Ειδικώς περί εκάστου των μελών των συλλόγων ουδέν έχομεν να προσθέσωμεν εις τα κατά το παρελθόν έτος περί αυτών εκτεθέντα δια της υπ. αριθ. 15 της 12 Ιουλίου 1914 αναφοράς ημών προς το σον Υπουργείον. Μόνον περί του καθηγητού κ. Χρίστου Λαμπράκη το πρώτον εν τω καθ’ ημάς γυμνασίω κατά το λήγον σχολ. έτος αναλαβόντος υπηρεσίαν έχομεν να εκθέσωμεν τα εξής. Ο καθηγητής ούτος από της αρχής του σχολικού έτους ανέλαβεν την διδασκαλίαν των Ελληνικών, Λατινικών και της Ιστορίας του α’ τμήματος της Α’ τάξεως, ην ομαλώς και τακτικώς διεπέρανεν. Η γενική επιστημονική μόρφωσίς του είναι αρίστη, ως εμφαίνεται εκ του διπλώματός του φέροντος αριθμόν «Άριστα», εκ της γλωσσομαθείας του, γιγνώσκοντος καλώς την Γερμανικήν και την Γαλλικήν γλώσσαν, και εκ των διατριβών, ας έχει δημοσιεύση εν περιοδικοίς.
Αλλ’ ό,τι εν αυτώ καθίσταται άξιον θαυμασμού είναι η διδακτική του ικανότης. Μειλίχιος και πράος κατά τον χαρακτήρα, ευγενής και αβρός και ανεπίδεικτος τους τρόπους, ήρεμος και απαθής το ήθος προσελκύει ταχέως την εμπιστοσύνην των μαθητών του και διαπλάσσει ευκόλως το ήθος αυτών. Δεν διδάσκει ρητορικώς και μετ’ επιδείξεως, ως πολλάκις αντελήφθην παρακολουθήσας το μάθημά του, αλλά συνεργάζεται μετά των μαθητών του ων εξεγείρει θερμόν το υπέρ του μαθήματος διαφέρον, συγκρατεί αμετάπτωτον την προσοχήν χωρίς και να καταπονή αυτούς και τους καθιστά αυτενεργούς. Δια τούτο βαθεία και ειλικρινής είναι η προς αυτόν αγάπη και ο σεβασμός των μαθητών του ως ουδείς καθ’ όλον το έτος δι’ απείθειαν ή αταξίαν ετιμωρήθη. Υπήρξαν μεταξύ των μαθητών του και τινες σφόδρα δυσμαθείς και ανεπίδεκτοι κλασικής μορφώσεως, αλλ’ ούτοι δια της αγαθότητος και των πατρικών συμβουλών του επείσθησαν να επιδοθώσιν εις πρακτικόν τι έργον. Αποχωρήσαντες δε του σχολείου δεν απέβαλον και την προς αυτόν αγάπην, αλλά και μετά ταύτα προσήρχοντο ενίοτε εις το γυμνάσιον, ίνα χαιρετίσωσι και ευχαριστήσωσι τον αγαθόν των διδάσκαλον. Αφοσιωμένος ολοψύχως εις το έργον του, απέχων των ιδιαιτέρων παραδόσεων, της λύμης ταύτης των σχολείων της Μέσης Εκπαιδεύσεως, άμεμπτος κοινωνικώς, είναι σπάνιος τύπος διδασκάλου όμοιον του οποίου δεν συνήντησα κατά την εικοσιπενταετή εις πλείστα σχολεία του κράτους υπηρεσίαν μου.
Δια τα προεκτεθέντα πλεονεκτήματα αυτού, τα οποία περιβάλλει υπερβάλλουσα μετριοφροσύνη και σύνεσις είναι αγαπητότατος προς πάντας ανεξαιρέτως τους συναδέλφους του και κόσμημα του γυμνασίου μας. Δια τούτο θεωρώ επιτακτικόν καθήκον να συστήσω τούτον υμίν, κ. επιθεωρητά, ως άριστον πάντων. Ευπειθέστατος….» κλπ. κλπ.

Α, ρε Αχιλλέα! Ευχαριστούμε που μας ξεστράβωσες!

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2009

Το τρίλημμα

Τού χρώσταγε ο παγαπόντης πενήντα χιλιάρικα. Απηύδησε ο άνθρωπος, έψαξε, βρήκε τη διεύθυνση τού φεσατζή και τσουπ χτυπάει το κουδούνι. Εκπάγλου καλλονής θηλυκό τον υποδέχεται.
-Τον κύριο Ακάλυπτο.
-Δεν είναι εδώ, αλλά όπου νάναι......
-Να τον περιμένω;
-Βεβαίως! Να σας βάλω κάτι;
-Ένα σκατς.
Άντε το πρώτο, άντε το δεύτερο, μπαλκονάτη και παιχνιδιάρα η κερά, αρχίζει το μπαλαμούτιασμα ο δανειστής, ανταποκρίνεται το μιλφ και γίνεται η ταράτσα υπόγειο .
Αίφνης ,δίμετρος και μπρατσαράς, ο σύζυγος εισέρχεται, βλέπει τα πόδια τής κυράς στ' αυτιά τού επισκέπτη, θωρεί και τα ακάλυπτα οπίσθιά του και τού ξηγιέται αρμυρό φυστίκι.
Την επομένη ο δανειστής επισκέπτεται ψυχίατρο.
-Γιατρέ, έχω τρίλημμα!
-Δηλαδή;
-Να, ξέρεις, μετά απ' αυτό το περιστατικό, επισκέφτηκα το ίδιο σπίτι πέντε φορές σε μια βδομάδα.
-Λοιπόν;
-Έχω μπερδευτεί! Πήγα για να εισπράξω, πήγα για να πηδήξω, ή μπας και είμαι πούστης;.............

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009

Four Horsemen

Tέσσερις ελλιοτικοί αναλυτές, ο Καρπαζωμένος, ο Πικραμένος, ο Χαζεμένος και ο Πυροβολημένος, κάθονται στη στάση και περιμένουν το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, να πάνε στον Ωρωπό, για κάνα μπάνιο, να δροσιστούν λιγάκι, γιατί τελευταία έχει καεί η γούνα τους. Εκεί που κάθονται, μες στη ζέστη, πιάνουν τη συζήτηση. Ήταν ψηλά ο ήλιος και βάραγε άσχημα, υψηλά ήταν και τα νοήματα...

"Φίλοι", λέει ο Καρπαζωμένος, "να έχετε κατά νούν ότι μόλις επιβιβαστούμε στο λεωφορείο και κατά τη διάρκεια της διαδρομής είναι πιθανόν να σκάσει το λάστιχο του οχήματος, οπότε θ' αναγκαστούμε να κατέβουμε και να περιμένουμε να περάσει το επόμενο".

Απαντάει ο Πικραμένος : "Μάλιστα φίλε Καρπαζωμένε, πολύ ωραία η πρόβλεψή σου, αλλά να συμπληρώσω το εναλλακτικό σενάριο, να αποφασίσει απλώς ο οδηγός να βάλει τη ρεζέρβα, οπότε να μην χρειαστεί καν ν' αλλάξουμε λεωφορείο"

Πετάγεται κι ο Χαζεμένος, να πει κι αυτός τα δικά του : "-Αγαπητοί φίλοι, εξαιρετικές και οι δύο προβλέψεις σας, αλλά σκεφτήκατε την περίπτωση να μην μείνουμε από λάστιχο, αλλά να ξεμείνουμε από βενζίνη ? Σε αυτό το σενάριο, παίζει το υποσενάριο Α, να σπρώξουμε το λεωφορείο, εάν υπάρχει κοντά βενζινάδικο, καθώς και το υποσενάριο Β, να μην υπάρχει βενζινάδικο και να αναγκαστούμε να κατέβουμε και να περιμένουμε να περάσει το επόμενο λεωφορείο, βλ. και σενάριο του καλού φίλου Καρπαζωμένου".

"-Να συμπληρώσω", ξαναπαίρνει το λόγο ο Καρπαζωμένος, "ότι στο αρχικό σενάριο του σκασμένου ελαστικού, έχει ιδιαίτερη σημασία το είδος του σκασίματος. Από τί θα τρυπήσει το λάστιχο? Από καρφί ? Μήπως από βίδα ? Ή θα σκιστεί από γυαλί, οπότε θα μιλάμε για τον Μεγάλο Καρπαζωτικό ? Ακούω τις απόψεις σας"

Παίρνει θέση και ο Πικραμένος : "Έχεις απόλυτο δίκιο, φίλε μου Καρπαζωμένε, το είδος του τρυπήματος του ελαστκού είναι δυνατόν, υπό προϋποθέσεις, να ανατρέψει το σκηνικό και πιστεύω ότι θα συμφωνήσει και ο φίλος Χαζεμένος".


"-Ασφαλώς και θα συμφωνήσω φίλοι", απαντά ο Χαζεμένος. "-Νομίζω μάλιστα, ότι έχει καταστεί πλέον σαφές ότι τελικά θα είμαστε οι μόνοι επιβάτες του λεωφορείου που θα έχουμε προβλέψει με επιτυχία την δυσμενή εξέλιξη του δρομολογίου. Εύγε μας ! -Τί λες κι εσύ φίλε Πυροβολημένε ?", ρωτάει τον τελευταίο, που τόση ώρα καθόταν αμίλητος, αφήνοντας τους υπόλοιπους τρείς απορροφημένους στον διάλογό τους.

"Εγώ απλώς λέω", απαντάει όλο νεύρα ο Πυροβολημένος, "ότι το λεωφορείο μόλις πέρασε, ρε μαλάκες..."

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2009

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

Tϊ τα 'χεις τα μάτια ρε ?

Όταν έχεις μια ζωή οξύτητα οφθαλμών 10/10 άμφω και ξυπνάς ένα πρωϊ με θολούρα στο ένα μάτι (χωρίς μάλιστα να έχεις πιεί κάνα xxx large μπάφο ή τον ίδιο το Δνείπερο το προηγούμενο βράδυ), τότε έχει έρθει η ώρα να πας στον οφθαλμίατρο.
Δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω, πάω σ' έναν τέτοιον, να με δει, να μου πεί τί τρέχει με τα αμυγδαλωτά και τσακίρικά μου μάτια, που έχουν έχουν κάνει κομμάτια κι έχουν κάψει πολλές μορφονιές, εδώ και χρόνια κι εξακολουθούν να πυρπολούν ακόμη. Αλήθεια λέω.
"Καθήστε" μου λέει ο δόκτωρ, "θα τα δούμε όλα, μην ανησυχείτε". Οτι θα τα βλέπαμε όλα, ήταν το μόνο βέβαιον. Στην αρχή μου βάζει μια καρτέλα με πέντε νούμερα, μεγάλα σαν αυγά. "5-8-0-3-1", του τα λέω νεράκι. Μου βάζει μικρότερα. "3-0-2-4-7", του τα ξαναλέω νεράκι. Αυτή η δουλειά έγινε τρεις-τέσσερις φορές ακόμη, ώσπου ψιλοτσαντίστηκε ο γιατρός, που προφανώς από το τηλέφωνο είχε καταλάβει ότι θα τον επισκεπτόταν ο Ray Charles. Μου βάζει κάτι ψείρες, που αυτός ούτε με μικροσκόπιο δεν τις έβλεπε. "Τώρα σε γάμησα ρε μαλάκα!", σκέφτεται. Αλλά τελικά τον ξεπάτωσα εγώ : "7-0-9-3-4-Πάρτα!" του λέω.
Τα πήρε, όντως. "Εντάξει", μου λέει, "ας δούμε τώρα το βάθος". Χαίρε βάθος αμέτρητον, τα μάτια μου γαμούν και δέρνουν ΚΑΙ σε βάθος, γνωστό άλλωστε σε όσους έχουν παρατηρήσει το διεισδυτικό μου βλέμμα.
"Να δούμε και την πίεση", φυσάει και ξεφυσάει και μου βάζει ο πούστης, επίτηδες, ένα κολλύριο, για να με στραβώσει, να δικαιολογήσει την επίσκεψη. "Πώς πάμε?", ρωτάει σαρδόνια. "Με τύφλωσες αλμπάνη !", διαμαρτύρομαι. "Μη σε νοιάζει, θα συνέλθεις" και ζυγώνει να μου βγάλει τα μάτια με κάτι κέρατα σαν μπλε φωτεινές βεντούζες. Εκεί τον ζόρισα, διότι κουνιόμουν σαν εκκρεμές. Με τα χίλια βάσανα, μου πήρε και την πίεση, αν και αρχίδια πήρε, διότι δεν υπήρχε καμμία πίεση.
Μετά δοκίμασε με κάτι λαμπιόνια μυστήρια, μπας και με γκαβώσει και αποκτήσει πελάτη, αλλά εγώ σκύλος, έκλεινα τα μάτια και δεν τον άφηνα. "Δεν έχεις τίποτα", μου λέει, "η όρασή σου είναι αρίστη".
"Κάνεις λάθος γιατρέ" του απαντώ. "'Όταν ήρθα σε σένα, είχα μια θολούρα στο αριστερό μάτι. Τώρα, με όλες αυτές τις μαλακίες που μου έκανες, νομίζω ότι η θολούρα μεταφέρθηκε στο δεξί". Δεν θα του έλεγα τίποτα, αλλά έλα που το δεξί είναι το καλό μου μάτι.