Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009

Λούτσος βρώσιμος


Επιτέλους, μετά επίμονον πολιορκίαν, κατώρθωσε να την πείση δια νυκτερινήν έξοδον. Τόπος συναντήσεως ωρίσθη το φαρμακείον του Μπακάκου εν Ομονοία. Εξίνισεν ολίγον όταν της το προέτεινεν ,αλλά ήτο αργά δια να επανορθώση. Πιθανόν να τον εθεώρησεν επαρχιώτην αλλά είχε τρόπον να ανατρέψη την αρχικήν εντύπωσιν. Της ετοίμαζε τρομεράν έκπληξιν.
Είχεν επιμεληθεί προσωπικώς εκ πρωίας του καθαρισμού και της στιλβώσεως τού οχήματός του.Είχεν αφαιρέσει και το μαγνητικόν ταμπελίδιον «Μπαμπά, μην τρέχεις!» δια προφανείς λόγους.
Άμα τη προσωρινή στάσει, η πολύφερνος επεβιβάσθη του απαστράπτοντος οχήματος χαρίεσσα και μειδιώσα.
Έχεις καμιά προτίμηση?»,την ηρώτησε , γνωρίζων ότι θα του παρεχώρει την πρωτοβουλίαν. Όπερ και εγένετο. Την αιφνιδίασε.
Είσαι για λούτσο?», η επομένη ερώτησις.
Ορίστε?»
Λούτσο, ντε! Το νοστιμότατον οψάριον!».Δραξάμενος της ευκαιρίας εποίησε και την σχετικήν επίδειξιν των ιχθυολογικών του γνώσεων.
«Και πού τον τρώμε?», η διφορούμενος απάντησις .
Η απόκρισις τού έφερεν εις το έρκος των οδόντων πρόστυχον ατάκα αλλά συνεκρατήθη.
«Στη Λούτσα!»
Μετ’ ολίγον εκείνη προεφασίσθη έντονον κεφαλαλγίαν.
«Δεν θέλω να σου χαλάσω τη βραδιά! Μια άλλη φορά».
Απεβιβάσθη θωπεύσασα την παρειάν του. Ποτέ του δεν αντελήφθη τί ωδήγησεν εις τοιαύτην στρέβλωσιν
.

Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2009

Hijo de Puta

H Siesta είναι μία, πάει και τελείωσε. Δεν υπάρχει δηλαδή αυτό που πολλοί λένε, κατά πλεονασμό, "μεσημεριανή σιέστα", μιάς και δε νοείται ούτε πρωϊνή ούτε βραδυνή σιέστα, ούτως ή άλλως. Η Siesta είναι η hora sexta - η έκτη ώρα- μετρώντας πάντα απ' την αυγούλα. Κοντολογής, το μεσημέρι. Είναι η ώρα του σαπίσματος, η ώρα που ο Μεξικάνος, ζαβλακωμένος από τον ήλιο και με την κοιλιά πρησμένη από τακίτος με τορτίγιας κι έχοντας κατεβάσει καμμιά δεκαριά μπυρόνια, πέφτει τελικά σε καταστολή και λειώνει, όπως ο βόας που μόλις έχει καταβροχθίσει ένα ελάφι,αμάσητο.
Ο Κάρλος, αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του ελεεινού μπάρ "Fandango", μιάς ποντικότρυπας χαμένης κάπου όξω από την Θιουδάδ Ομπρεγόν, έχει μόλις σηκωθεί από τη σιέστα του και πασκίζει απεγνωσμένα να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά πάνω από την ήδη πιτσιλισμένη από χοντρές σταγόνες ιδρώτα φυλλάδα του, την "Εl Financiero", κάτι σαν τον δικό μας "Κόσμο του Επενδυτή". Δηλαδή, κυριλέ πράγματα.
Ο Κάρλος προσεγγίζει αρκετά αυτό που έχεις κατά νουν ως μεξικάνικο πρότυπο : Χοντρός, μακρυμάλης, λαδομάλης, με παχιά μουστάκα, βρωμίλος κι αξύριστος. Έχει όμως μάτι που κόβει σβέλτα, καθώς και μιά Winchester Defender, φτηνιάρικη αλλά πάντα γεμάτη, κάτω από τον πάγκο του, διά παν ενδεχόμενο. Και είναι και μελετηρός. Ειδικά στα οικονομικά είναι άπιαστος. Τεχνική ανάλυση βέβαια δεν κατέχει, ούτε ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, αλλά στα θεμελιώδη διαθέτει ένα άλφα επίπεδο.
"-Έϊ, Χουανίτο, το ξέρεις φίλε μου ότι η Citigroup έχει πάει ενάμισυ δολλάριο ?". Το μάλλον ρητορικό ερώτημα απευθύνεται από τον Κάρλος στον Χουάν Γκουτιέρεθ Πασκουάλ, πρώην αριστερό μπακ της Ντεπορτίβο Τολούκα, νυν άνεργο και σταθερό θαμώνα του "Fandango", ήδη από την εποχή ακόμη που έπαιζε μπάλα. Ίσως και γι αυτόν ακριβώς το λόγο να την έκοψε νωρίς τη μπάλα. Ο Χουανίτο προσεγγίζει αρκετά αυτό που έχεις κατά νουν ως μεξικάνικο πρότυπο : Χοντρός, μακρυμάλης, λαδομάλης, με παχιά μουστάκα, βρωμίλος κι αξύριστος. Το μάτι του είναι μονίμως θολωμένο από την tequila και το μόνο που κόβει είναι η θέση του μπουκαλιού, μέχρι το επόμενο σερβίρισμα. Σπάνια σηκώνει τη μοσχαροκεφαλή του από τον πάγκο κι όταν το κάνει είναι για να θαυμάσει κάποια ατάκα του οικοδεσπότη Κάρλος, που πάντα βρίσκει τον τρόπο να τον εντυπωσιάζει. Να, όπως τώρα :
"-Απίστευτο !", αντιδρά ο χοντρο-Χουάν στην είδηση του γκρεμοτσακίσματος της Citi, λες κι ήξερε πόσο έκανε και πέρυσι.
"-Κάρλος, άσε επιτέλους αυτές τις μαλακίες και πιάσε μια θερβέθα", ακούγεται η βραχνή φωνή του Ερνέστο Ετσεβερία, από την άλλη άκρη του πάγκου. Ο Κάρλος, ικανοποιεί το αίτημα, όχι πάντως δίχως να ρίξει ένα φαρμακερό βλέμμα προς τον "Έρνι τον Κύκλωπα". Ο Ερνέστο προσεγγίζει αρκετά αυτό που έχεις κατά νουν ως μεξικάνικο πρότυπο : Χοντρός, μακρυμάλης, λαδομάλης, με παχιά μουστάκα, βρωμίλος κι αξύριστος. Το μάτι του είναι ένα και μοναδικό. Το άλλο το έχασε σ' έναν άγριο καυγά, πριν κάτι χρόνια. Για γκόμενες λένε κάποιοι. Άλλοι πάλι, κάνουν λόγο για πρέζα. Ο Έρνι δεν μιλάει ποτέ για το χαμένο μάτι.
"-Κι όμως φίλοι μου !", επιχειρεί εκ νέου ο Κάρλος, "βρισκόμαστε σ' ενα οριακό σημείο των αγορών. Είναι το λεγόμενο σημείο "του αποχαιρετισμού", αφού κάποιων οι δρόμοι θα χωρίσουν για πάντα. Ορισμένοι από μας θα γίνουν πλούσιοι, ενώ κάποιοι άλλοι θα παραμείνουν για πάντα στη μιζέρια τους". Το τελευταίο σχόλιο συνοδεύεται κι από ένα καταφρονητικό βλέμμα προς αμφότερους τους θαμώνες του καταστήματος. Αυτοί σαλεύουν αμήχανα στις θέσεις τους, αποφεύγοντας τη ματιά του. Στο κάτω-κάτω, δεν θέλουν ν' αποχαιρετιστούν με τον Κάρλος. Ο Κάρλος είναι φιλαράκι, για ποιό λόγο να χωρίσουν οι δρόμοι τους ?
Έξω, ο τζίτζικας έχει ήδη βγάλει τη μπέμπελη. Λειώνουν μέχρι κι οι κάκτοι.
"-Φίλοι !". Τώρα ο Κάρλος έχει πάρει το επισημότερο ύφος του. "-Οι στιγμές που ζούμε, είναι κοσμοϊστορικές. Οι ευκαιρίες περνούν για μια στιγμή από μπροστά μας, μιά τόση δα στιγμούλα, ίσα-ίσα για όσο χρόνο προλαβαίνει ένας γρήγορος μάγκας σαν κι εμάς ν' απλώσει τη χερούκλα του και να τις γραπώσει ! Και ν' αλλάξει την ιστορία της ζωής του, για πάντα !"
"-Απίστευτο !", αντιδρά ο χοντρο-Χουάν.
"-Κι όμως ! Όπως ακριβώς σας τα λέω. Ο Πλανήτης μας είναι πλέον γεμάτος ευκαιρίες, φίσκα, όπως το Εστάδιο Αζτέκα, στο Μουντιάλ του '86, επί Μιλουτίνοβοτς, τότε που είχαμε πηδήξει τις αδελφάρες τους Βέλγους, στην πρεμιέρα. Κι εμείς καθόμαστε εδώ και πίνουμε μπύρες, σαν άχρηστα τομάρια που είμαστε. Ορίστε, διαβάζω τώρα, η Μπάνκα Ναθιονάλ ντε Γκρέθια έχει πάει στα 9,82 ευρώ, βάλτε κάτω να δείτε πόσα πέσσος μας κάνει αυτό. Τζάμπα. Αδιανόητη ευκαιρία λέμε, μοναδική, σχεδόν θεόσταλτη, μα τον Άγιο Δομένικο !". Και οι τρείς μαζί σταυροκοπιούνται.
"-Φίλοι, η Μπάνκα Ναθιονάλ ντε Γκρέθια είναι η ευκαιρία της ζωής μας. Θα γίνουμε πάμπλουτοι", καταλήγει ο Κάρλος, σχεδόν υποκλινόμενος μπροστά στο ολιγάριθμο κοινό του.
"-Απίστευτο !", αντιδρά ο χοντρο-Χουάν.
"-Κάρλος, άσε επιτέλους αυτές τις μαλακίες και πιάσε μια θερβέθα", συμπληρώνει ο Ερνέστο Ετσεβερία, με τη βραχνή φωνή του και το ένα και μοναδικό μάτι του να καρφώνει άγρια τον Κάρλος, τον δήθεν "φίλο", που προσπάθησε -τόσο απροκάλυπτα- να τον μπάσει στην ΕΤΕ. Hijo de puta.....

Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

DA CAPO


Ήτο πρωία, περί τας δέκα. Πλήθος μέγα συνωθείτο εις την των αριστοκρατίσκων, πολιτικάντηδων, δημοσιογραφίσκων, βουλευτίσκων, ηγετίσκων και απατεωνίσκων πλατείαν. Ηλιόλουστος η ημέρα και οι πλείονες ανεγίγνωσκον επιδεικτικώς τον πρωινόν τύπον εδραζόμενοι επί των διεσπαρμένων εν τοις πεζοδρομίοις καθισμάτων. Εφρόντιζον, βεβαίως, άπαντες τα καθίσματα ταύτα να ανήκουν εις δημοφιλές καφεποτείον ούτως ώστε και η φήμη των ιδίων να μην απομειούται αλλά και να συγκεντρώνουν τα βλέμματα των διερχομένων. Η εμβρίθεια εις την ανάγνωσιν της εφημερίδος ήτο εμφανώς τοιαύτη ώστε ουδείς αμύητος θα ηδύνατο να αντιληφθεί την ταυτόχρονον πλαγίαν όρασιν του αναγιγνώσκοντος.
Αυτοί οι άνθρωποι ήσαν εμπειρότατοι. Ουδέν διερχόμενον τους διέφευγεν, ουδέ καν πτηνόν πετούμενον, ό σπανίως υπερίπτατο, ως εκ της πυκνής αιθαλομίχλης του άστεως.
Αι διερχόμεναι κυρίαι ήσαν πολυτελώς ενδεδυμέναι, επιμελώς επιχρίσασες τας παρειάς των, τα χείλη των και τα του οφθαλμικού κόγχου περιβάλλοντα χωρία (βλέφαρα, βλεφαρίδας και όφρεις). Το βάδισμά των ήτο αργόν, προσεκτικόν, αρκούντως σεμνόν, το δε βλέμμα των εξόχως υπεροπτικόν. Εκαλημέριζον υπομειδιώσαι τας γνωρίμους κυρίας και εσυνέχιζον αγέρωχοι τον πρωινόν τους περίπατον.
Αίφνης ,πρωτόγνωρον τι συνετάραξε τους ηρέμους ρυθμούς της πλατείας. Ξανθομαλλούσα νεάνις εισέβαλε θριαμβευτικώς εκ συγκλινούσης οδού. Η ένδυσίς της ευτελής, τα υποδήματα δε ενεθύμιζον λόγχας παλαιών τυφεκίων. Παρά ταύτα η ανάγνωσις των εφημερίδων έπαυσεν αύθις και όλων τα βλέμματα επεκεντρώθησαν εις το διερχόμενον δεσποινάριον. Τί προεκάλεσε τοιαύτην προσοχήν? Ήτο προφανές. Η όλη κίνησις και παρουσία εις ουδέν ομοίαζεν με την των προηγηθεισών «κυριών».Το φόρεμα μετά βίας εξικνείτο έως των παρυφών των γλουτών. Δεν εκάλυπτε . Αντιθέτως απεκάλυπτε μηρούς ευειδείς, ευθυτενείς, σφριγηλούς. Οι γλουτοί εξετέλουν την κίνησιν του εκκρεμούς, το δε πλάτος της ταλαντώσεως ενείχε τον κίνδυνον μετατροπής της εις κυκλικήν κίνησιν. Ωσάν αιώρα ήτις εξήντλει όλον το εύρος της επιτρεπτής ,άνευ ανατροπής, διαδρομής της. Οι έχοντες την τύχην δε να παρακολουθούν ταύτην κατευθυνομένην προς την θέσιν εις την οποίαν εκάθηντο ,διέκρινον θρασύτατον ζεύγος ευτραφών και υψιπετών μαστών να επιχειρούν απόδρασιν δίκην Παλαιοκώστα εκ της εν χαλάσει λεπτής και ετοιμορρόπου περιφράξεώς των.
Κούπαι καφέ έμειναν μετέωροι κατά την πορείαν των προς τα χείλη των θεατών. Καθίσματα έτριξαν ελαφρώς ως εκ της αλλαγής στάσεως των καθημένων. Λεπτοί καλαμίσκοι ,προς αναρρόφησιν των χυμών πορτοκαλέας ,εξ αφηρημάδος κατηυθύνθησαν προς ρινικάς ή οφθαλμικάς κοιλότητας. Συζητήσεις έπαυσαν και μία νεκρική σιγή επεκάλυψε την περιοχήν. Άλαλα τα χείλη των ασεβών.

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

Τα μάτια.........

Είχε κάτι οργωμένα μάτια. Φρύδια σκυφτά απ’ την πολυετή καταπόνηση, βλέφαρα εξοιδημένα απ’ τη συνεχή τριβή, ματοτσίνορα με πυκνή φυλλωσιά ,φύλακες άγρυπνους των καλά προστατευμένων βολβών.
Τρύπωσε δειλά απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα. Κάθισε βιαστικά στο πιο κοντινό άδειο τραπέζι. Δεν ήθελε να είναι έστω και για λίγα δευτερόλεπτα η οπτική εστία των ελάχιστων πελατών. Φούντωνε η αγοραφοβία του με αποτέλεσμα να γίνεται ευάλωτος. Κι αυτός ήθελε να δείχνει απρόσβλητος.
Παρήγγειλε το συνηθισμένο του ποτό. Παρακάλεσε για «καθαρό» το βαριεστημένο γκαρσόνι, που απεδείχθη εξόχως εύθικτο. «Μόνο καθαρά σερβίρουμε, κύριε!»
Με την πρώτη γουλιά η μπόμπα 100 οκτανίων ξεχύθηκε ακάθεκτη στα στροφιλίκια του αγγειακού του δικτύου. Αναγκάστηκε να καταφύγει στη νοθεία. Μπόλικο νεράκι στο γυάλινο ρεζερβουάρ. Άρχισε να κόβει κίνηση.
Το μαγαζί ,στην πρώτη ματιά ,έδειχνε αυτό που λέμε κυριλέ. Τού το είχε συστήσει ένας φίλος, μεγάλο ψαχτήρι. «Κι έχει και παιχνίδι», τού είχε πει κλείνοντας το μάτι.
Δεν άργησε να καθίσει δίπλα του. Χωρίς καν να χαιρετίσει τον κοίταξε βαθειά στα μάτια σαν κάτι να ’ψαχνε. Τα χαμήλωσε γρήγορα, τρομοκρατημένος.
«Ωραία μάτια», τού ψιθύρισε.
Θύμωσε με τις βλεφαρίδες που τον πρόδωσαν. Τελικά δεν έκρυβαν και τόσο καλά το μυστικό του.
Άναψε τσιγάρο και καθήλωσε το βλέμμα στα παγάκια που κολυμπούσαν στο ορυκτέλαιο.
«Να πιω κάτι μαζί σου?», επέμεινε.
Έκανε νόημα στο γκαρσόνι να φέρει το λογαριασμό .





Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009

Το δαιμόνιο του "κερατά"

Του είχε σπάσει τα νεύρα. Κάθε πρωί, γύρω στις δέκα, ντριιιιιιινννννννν!
-Έλα, ρε! Ωραίο πήδημα κάνει η γυναίκα σου!
Είχε κινήσει γη κι ουρανό. Τι ντετέκτιβ να παρακολουθούν τη σύζυγο στις εξόδους, τι προχωρημένες τεχνολογίες για εντοπισμό του καρτοκινητού του δράστη, τι ξεψάχνισμα γνωστών και φίλων! Αποτέλεσμα μηδέν!
-Έλα, ρε! Ωραίο πήδημα κάνει η γυναίκα σου!
Χάρηκε όταν άκουσε για την άρση της ανωνυμίας των καρτοκινητών. Και περίμενε την εφαρμογή της. Κι όταν έγινε, πίστεψε πως θα ησύχαζε!
Το επόμενο πρωί ,γύρω στις δέκα, ντριιιιιιιννννννννν!
-Έλα, ρε! Ωραίο πήδημα κάνει η γυναίκα σου!
«Εδώ σ έχω, καργιόλη», σκέφτηκε. Σε λίγες ώρες ήξερε τα πάντα. Όνομα, διεύθυνση. Ήταν στην απέναντι πολυκατοικία, στον ίδιο όροφο. Κρύφτηκε πίσω απ' τις κουρτίνες της κρεββατοκάμαρας να κόψει κίνηση καθώς είδε ανοιχτά τα παράθυρα του πήδουλα.
Ντριιιιιιιινννννννννν!
-Έλα ρε! Ν' αλλάξεις τις κουρτίνες! Και να κλείνεις τα παντζούρια!

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

«Ότι ανέβη, όπου ήν το πρότερον»

Τηλεόραση εγώ δεν βλέπω, το έχω ξαναπεί. Ούτε πολιτικές εφημερίδες διαβάζω, διότι είμαι από παλιά αλλεργικός στους κάθε λογής Κουρήδες. Ακούω όμως αρκετό ράδιο. Ραδιόφωνο εννοώ, όχι το άλλο, το στοιχείο, που τ’ ανακάλυψαν οι Κιουρήδες, η Μαρί κι ο Πιέρ, αλλά το πληρώσαν με θάνατο. Ακούω λοιπόν το ραδιάκι μου, που είναι καλή περίπτωση, διότι δεν είσαι υποχρεωμένος και να βλέπεις τη φάτσα του κάθε κρετίνου, τον ακούς μόνο, που κέρδος είναι κι αυτό.
Από χτές λοιπόν έχουνε λυσσάξει με τον Παληοκώστα και τον συνεργό του, τον Παληοαλβανό. Και πώς και γιατί και «αίσχος» και «ντροπή» και «γινήκαμε ρεζίλι» «και παρέλυσε το κράτος», φίλε έφυγε ο Στράτος ή μάλλον ο Ριζάης ο Αλμπανός έφυγε και να πάει στο καλό, ούτως ή άλλως φύρα ήτανε.
Μεγάλη απορία είχανε ορισμένοι, γιατί λέει «-δεν είχανε βάλει συρματόπλεγμα στην ταράτσα του Κορυδαλλού». Βγήκε ένας και τους εξήγησε κάτι για τη Σύμβαση της Ρώμης, περί των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που απαγορεύει να μπαίνει κοτετσόσυρμα από πάνω, προφανώς για να βλέπουν οι κρατουμένοι γαλάζιο ουρανό, δίχως να αισθάνονται σαν κοτόπουλα Μιμίκου.
Ακριβώς στο σημείο εκείνο της εκπομπής, θέλησα να παρέμβω τηλεφωνικώς, για να προτείνω κάποιες πρακτικές λύσεις, ούτως ώστε να ξεπερασθεί το εμπόδιο της συνθήκης των Σεβρών. Όπως ας πούμε να σπείρουνε την ταράτσα με τηλεοπτικές κεραίες, ψηλές ίσαμ’ αυτές του Περισσού, που πιάνουν έως και Βλαδιβοστόκ. –Πώς να ζυγώσει μετά ελικόπτερο, με τόσες κεραίες, μου λες ?
Και αν ρωτήσει κάνας περίεργος, απ’ αυτούς τους επιθεωρητές των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, «-τι στο διάολο τις θέτε ρε τόσες κεραίες ?», θα έχουν ως γερή πρόφαση το γεγονός ότι η Ελλάς διαθέτει τόσο πλούσιο τηλεοπτικό πρόγραμμα, που θα ήταν αμαρτία οι καημένοι οι κρατούμενοι να αποστερούνται της αντικειμενικής ενημερώσεως, των επιμορφωτικών εκπομπών και της εν γένει τηλεοπτικής κουλτούρας. Είπαμε, να εκτίσουν την ποινή τους, αλλά όχι και να τους κόψουμε τα στοιχειώδη, τσιγάρο, νερό και Βερύκιο. Έτσι, και τα ελικόπτερα θ’ αποδιώχναμε, αλλά και μάγκες ανθρωπιστές θα βγαίναμε από πάνω.
Δεν είχα όμως μονάδες στο καρτοκινητό, ούτως ώστε να παρέμβω κι έτσι η ιδέα μου –τί ιδέα, πατέντα πες καλύτερα- πήγε ανεκμετάλλευτη, όπως όλες οι χρήσιμες εμπνεύσεις, σ’ αυτόν τον καταραμένο τόπο.
Μετά, έγινε πολλή κουβέντα για το κομπολόϊ. Μη που πείς ότι δεν ξέρεις για το κομπολόϊ ! Στην πρώτη του –λέει- απόδραση, ο Παληοκώστας δεν είχε τίποτις άλλο να φιλέψει τον πιλότο του ελικοφτέρου και έτσι του δώρισε το ίδιο του το κομπολόϊ, ως «ενθύμιον αεροπειρατείας/αποδράσεως». Κι ευτυχώς που το είχε κι αυτό το κομπολόϊ μαζί του, διότι –εάν δεν το είχε- τέτοιος κιμπάρης που είναι ο Παληοκώστας, ήταν ικανός να βγάλει το σώβρακό του, να το δώσει στον πιλότο ή –ακόμη χειρότερα- τις κάλτσες του. Κάτι, τέλος πάντων, να μη φύγει ο πιλότος με χέρια αδειανά.
Περιεστράφη λοιπόν η συζήτησις περί του κομβολογίου τούτου. -Κεχριμπαρένιο ήτανε ή μήπως πλαστικούρα ? -Βρε μπας κι ήτανε απ’ αυτά που σιάχνανε οι εαμοβουλγάροι, κατά τον συμμοριτοπόλεμον, από ανθρώπινες απολήξεις (μην σας πώ τι είδους απολήξεις, διότι θα σας σηκωθεί η τρίχα κάγκελο. Απλώς σας παραπέμπω στο σχετικόν σύγγραμμα του Γενικού Επιτελείου Στρατού, "Η Πατρίς κατά τον Συμμοριτοπόλεμον/Φωτιά και Τσεκούρι", Α΄έκδοσις, 1949, τόμος ΙΙ σελ. 345 επ. και θα φρίξετε).
Τέλος πάντων, ουδείς ήξερε λεπτομέρειες γι αυτό το κομπολόϊ. Μόνον η Ασφάλεια ξέρει, λέει, διότι το ιστορικό αυτό κειμήλιο το ήθελαν για πειστήριο κι έτσι του φουκαρά του πιλότου του το κατάσχεσαν. Όπως και τη συζήτηση, την κατάχεσαν, εδώ που τα λέμε. Κομπολογής και για να μην πλατειάζουμε, το συμπέρασμα ήταν πως ο Παληοκώστας είναι κατά βάθος καλό παιδί, διαπνεόμενο από τα ιδανικά των παλαιάς κοπής ληστών, τύπου Γιαγκούλα και Νταβέλη, λεβέντης κι ανοιχτοχέρης και έχει βοηθήσει πολύ κόσμο, ιδίως δε υπόκοσμο.
Υπ’ αυτήν την σκοπιά, η θεαματική Ανάληψίς του εις Ουρανούς, είναι πράξις συγχωρητέα για τον ίδιον, πλην όμως ασυγχώρητος δια τους σωφρονιστικοί υπαλλήλοι και την υπερεσία της φυλακής. Γραμμένα είναι αυτά, παλαιόθεν : «Άγγελοι θαυμάζουσιν, άνθρωπον ορώντες υπεράνω αυτών». Και παρακάτω : «Άρατε πύλας οι άρχοντες ημών, πάντα τα έθνη κροτήσατε χείρας». Μωρέ κροτήσανε, και χειροκροτήσανε, απομένει μόνον η αγιοποιήσις του αναληφθέντος και περιμένουμε βέβαια και την Πεντηκοστή, να δούμε και την επιφοίτηση.
οιές θα είναι τώρα οι επόμενες κινήσεις του Παληοκώστα, ανέκυψε το εύλογο ερώτημα. Εγώ λέω –κι ήθελα να το πώ και με παρέμβασή μου, αλλά ας όψονται ο μονάδες του καρτοκινητού- ότι πρωτίστως θα κουτουπώσει την άγνωστη γυναίκα-αράχνη-συνεργό, που τον συνέδραμε κατά την απόδραση. Λογικό, αν αναλογισθεί κανείς το μακρό διάστημα της κρατήσεως.
Όπως μάλιστα ετόνισε και ο ρεπόρτερ/ερευνητής Σώμπολος, αυτές οι γυναίκες ερωτεύονται παράφορα τους κακοποιούς και θα έφταναν στα άκρα για πάρτη τους. Κάτι θα ξέρει ο Σώμπολος, πολύ μπρουτάλ τύπος, που ‘χει και ένα «τούτο» κακοποιού.
Η επόμενη προβλέψιμη κίνηση του δραπέτη, αμέσως μετά το σχετικό κουτούπωμα, θα είναι να πάει ν’ αγοράσει ένα καινούργιο κομπολόϊ. Εκεί, πιστεύω εγώ, ότι είναι η χρυσή ευκαιρία της Ασφάλειας να τσιμπήσει τον Παληοκώστα. Να πάνε να τη στήσουν έξω απ' όλα τα κομπολογάδικα (-πόσα είναι πιά σε όλη την Ελλάδα ?) και να περιμένουν να σκάσει μύτη ο μάγκας.
Να τον αφήσουν να μπεί μέσα και τότε να μπουκάρουν. Χειροπέδες και ξανά πίσω στη φυλακή. Μόνο που αυτή τη φορά, η ταράτσα θα είναι διάσπαρτη από κεραίες. Να μη ζυγώνει μήτε χελιδόνι, όχι ελικόπτερο. Εκεί να σε δώ ρε Παληοκώστα, από πού διάβολο θα φύγεις. Θα μου πεις, και δεν καλείς ένα ραδιοταξάκι, να σε περιμένει απ όξω από την πύλη ?

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2009

Αρρηφόρειος καραμπόλα

Ρε τους μπαγάσηδες τους Αρχαίους! Ήταν και παιχνιδιάρηδες! Έφτασαν να βάζουν και τα κοριτσάκια να παίζουν μπιλιάρδο, οι διεφθαρμένοι! Τα κλειναν ,που λες, για κάτι μήνες στην Ακρόπολη για να υφάνουν το πέπλο της Αθηνάς για τη γιορτή των Παναθηναίων. Τα βάφτιζαν και Αρρηφόρους για να έχει και μια μεγαλοπρέπεια το πράμα.Τον ελεύθερο χρόνο τους τα κοριτσόπουλα δεν είχαν τι να κάνουν. Καφέ δεν είχε τριγύρω, το chatting ήταν άγνωστο, κορτάκηδες δεν πλησίαζαν. Τόριξαν λοιπόν στο μπιλιάρδο. Μόνο που τότε οι μπάλες κυλούσαν στο έδαφος και τις χτυπούσαν με κάτι ξύλα απελέκητα. Το μέρος που έπαιζαν το ονόμασαν σφαιρίστρα των Αρρηφόρων. Κλέψαν την ιδέα τα αρσενικά κι έστησαν αργότερα τα γνωστά σφαιριστήρια, τόπους αλητείας κι ακολασίας. «Πού ήσουνα παιδάκι μου?», ωρυόταν στη γειτονιά η κυράτσα. «Πότε θα διαβάσεις? Θα σε φάνε τα σφαιριστήρια!»
Μερικοί νομίζουν πως το μπιλιάρδο το ανακάλυψαν οι Γάλλοι, επειδή ένα είδος του λέγεται «Γαλλικό». Πίπες! Τσούρνεψαν την ιδέα οι Σταυροφόροι και τη μετέφεραν στους κουτόφραγκους. Κι επειδή οι ευγενείς τους ήταν και λίγο ντιγκιντάγκηδες, άλλαξαν και τον τρόπο παιξίματος. «Πού να τρέχουμε τώρα στα χωράφια!», σκέφτηκαν. «Μεσ’ τις λάσπες! Να κολλήσουμε και καμιά πανούκλα των ζώων!»
Μέσα στα κάστρα δεν υπήρχαν οι μεγάλοι χώροι της υπαίθρου, έτσι και οι μπάλες δεν μπορούσαν να τρέχουν προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Άρχισαν λοιπόν να περιστοιχίζουν χώρους στο πάτωμα με κομμάτια από δέρμα και να παίζουν το παιχνίδι μέσα στους χώρους αυτούς. Στα μοντέρνα αυτά μπιλιάρδα υπήρχε σχιστόλιθος, (ο σημερινός γραφίτης) , το τραπέζι ντύθηκε με ύφασμα (σημερινή τσόχα), παράλληλα δε τοποθετήθηκαν και τοιχώματα γύρω – γύρω (σημερινές σπόντες). Τα τοιχώματα αυτά ήταν δερμάτινα και παραγεμισμένα από τρίχες χαίτης αλόγου. Έβαζαν και κάνα στοίχημα για να’ χει ενδιαφέρον το πράμα. Ίσως από κει να ξεκίνησε και η λέξη «αλογομούρης».
Τα φτωχαδάκια, που δεν είχαν τέτοιες ανέσεις, βρήκαν άλλον τρόπο. Γέμισαν τις ταβέρνες με δαύτα και καραμπόλιζαν εκεί.
Φάλτσα δεν είχε τότε. Ανακαλύφθηκαν αργότερα, κατά τύχη, από τον κούτσαυλο τον Μινγκό. Χτύπησε με την πατερίτσα τις μπάλες του μπιλιάρδου θέλοντας ν’ αστειευτεί. Έκπληκτος βλέπει την μπάλα που χτύπησε, μόλις αυτή βρήκε μιαν άλλη, να γυρίζει προς τα πίσω έχοντας πάρει φάλτσο. Έγινε εύκολα αντιληπτό ότι για το φάλτσο ευθυνόταν το δερμάτινο κομμάτι που βρισκόταν στο κάτω μέρος της πατερίτσας. Ο κος Μινγκό λοιπόν αμέσως τυλίγει με δέρμα το κάτω μέρος της στέκας του και επιδίδεται σε χτυπήματα άγνωστα μέχρι τότε. Στην συνέχεια και ενώ βρίσκεται για πολιτικούς λόγους στην φυλακή, γράφει ένα βιβλίο με 40 καινούργιες καραμπόλες το οποίο εκδίδει μόλις αποφυλακίζεται. Το βιβλίο εξαντλήθηκε και επανεκδόθηκε τρεις φορές.
Ο πρώτος και βασικός κανόνας (που ισχύει μέχρι και σήμερα) ήταν ο εξής: «κατά την διάρκεια της εκτέλεσης τουλάχιστον ένα πόδι του παίζοντα πρέπει ν’ ακουμπά στο έδαφος». Ο λόγος αυτού του κανονισμού ήταν απλός αλλά και αναγκαίος. Οι κατασκευές των μπιλιάρδων τότε δεν ήταν καθόλου ανθεκτικές, έτσι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος αν κάποιος παίκτης ανέβαινε με τα δυο του πόδια στο μπιλιάρδο, το βάρος του να γκρέμιζε το τραπέζι. Κι επειδή τότε οι κυράτσες δεν πολυπρόσεχαν τη σιλουέτα τους κι υπήρχε κίνδυνος να διαλύσουν όλα τα τραπέζια, τους απαγόρευσαν τη συμμετοχή. Κι έτσι το παιχνίδι έγινε κατ’ εξοχήν αντρικό.
Μετά την επιτυχία του βιβλίου του Μινγκό πολλοί μαθηματικοί έγραψαν βιβλία συνδέοντας το μπιλιάρδο με τα μαθηματικά. Ο σημαντικότερους απ’ όλους ήταν ο κος Γκοργιολί ο οποίος μέσα από μια μελέτη εκατοντάδων σελίδων το 1835 εξέδωσε μελέτη με τίτλο «Μαθηματικές θεωρίες και σχέση τους με το μπιλιάρδο» δίνοντας έτσι επιστημονικό προφίλ στο μπιλιάρδο. Αν υπήρχε τότε το ΧΑΑ, αυτός θα έγραφε τεχνικές αναλύσεις και θα ήταν παγκοσμίως άγνωστος. Το μπιλιάρδο τού άνοιξε το δρόμο για την αιωνιότητα.

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

Νανά

Είχε την γνωστή αποπνικτική ζέστη της Αθήνας τον Ιούλιο και αναρωτιόσουν αν έκανες καλά που έβαλες κοστούμι. Βιαζόσουν να βραδιάσει, να πέσει ο ήλιος για να σταματήσεις να ιδρώνεις. Το περπάτημα στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου αργόσυρτο, με μπουκάλι νερό στο χέρι. Πριν μπεις στο Ηρώδειο έκανες δυο απανωτά αγχωμένα τσιγάρα. Βαριόσουν λίγο και κυρίως φοβόσουν μήπως βαρεθείς περισσότερο μέσα, αλλά δεν ήθελες να μοιραστείς τους φόβους σου με την υπόλοιπη παρέα.

Οι φοβίες σου διαψεύστηκαν πανηγυρικά. Η Νανά εμφανίστηκε στη σκηνή και γνώρισε κυριολεκτικά την αποθέωση. Με την έμφυτη ευγένειά της ανακοίνωσε σεμνά το τέλος της θριαμβευτικής της πορείας. Ακολούθησαν δύο φοβερές ώρες με την Νανά Μούσχουρη να σε κάνει να αναλογίζεσαι το ακριβό προνόμιο που έχεις, να έχεις γεννηθεί σε αυτήν την γωνία του πλανήτη. Διέκοπτε συχνά για να διηγηθεί ιστορίες με ανθρώπους που την καθοδήγησαν, την σημάδεψαν , την διαμόρφωσαν. Ιστορίες με τον Χατζιδάκι, τον αγαπημένο της Γκάτσο, τον Κουίνσι Τζόουνς.

Η γεννημένη στα Χανιά, το 1934, Ιωάννα Μούσχουρη, έχει την εξής ανατομική ιδιαιτερότητα: η μία φωνητική χορδή της είναι αισθητά λεπτότερη από την άλλη. Η ασυνήθης αυτή κατάσταση εξηγεί και τα μοναδικά χαρακτηριστικά που έχει το ηχόχρωμα της φωνής της. Είναι η τραγουδίστρια με τις περισσότερες πωλήσεις δίσκων παγκοσμίως.230 εκ. δίσκους,1500 τραγούδια σε 15 γλώσσες, 450 albums. Η ευχέρεια της σε πολλές γλώσσες-Γαλλικά, Αγγλικά, Ισπανικά, Ιταλικά, Πορτογαλικά-της επέτρεψε να προσεγγίσει το κοινό τόσο σε Ευρώπη και Αμερική, αλλά και στην Ασία. Το ρεπερτόριό της επεκτάθηκε σε ευρύ φάσμα. Τζαζ, όπερα, θρησκευτική μουσική, ποπ, δημοτικά ελληνικά.

Ξεκίνησε μαθήματα τραγουδιού σε ηλικία 12 ετών. Άκουγε στο ραδιόφωνο Frank Sinatra, Ella Fitzgerald και Billie Holiday, που της άρεσε ιδιαιτέρως. Το 1950 έγινε δεκτή στο Ωδείο Αθηνών, οπού σπούδασε κλασσική μουσική. Έδειχνε μια ιδιαίτερη κλίση στην όπερα. Το 1957 η διεύθυνση του Ωδείου ανακάλυψε πως η Νανά τραγουδούσε τα βράδια μ’ ένα jazz συγκρότημα. Την έδιωξαν…Εμφανίζεται σε nightclubs.Το 1958 γνωρίζει τον Μάνο Χατζιδάκι που γίνεται ο μέντοράς της. Τον επόμενο χρόνο ερμηνεύει το Κάπου Υπάρχει η Αγάπη μου(στίχοι Χατζιδάκις-Γκάτσος) στο Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού. Κερδίζει το πρώτο βραβείο και αρχίζει να γίνεται ευρέως γνωστή. Το 1960 ερμηνεύει δύο ακόμα τραγούδια του Μάνου, το Κυπαρισσάκι και την Τιμωρία. Εμφανίζεται στο Φεστιβάλ Μεσογειακού Τραγουδιού στην Βαρκελώνη και κερδίζει το πρώτο βραβείο με το Ξύπνα Αγάπη μου, σε στίχους και μουσική του Κώστα Γιαννίδη. Το 1961 τραγουδάει για τη μουσική επένδυση ενός γερμανικού ντοκυμαντέρ με θέμα την Ελλάδα. Το single Weisse Rosen aus Athen,σε μουσική του Μάνου, στα γερμανικά, κάνει πάνω από ένα εκατομμύριο πωλήσεις στην Γερμανία.

Το 62 γνωρίζει τον Quincy Jones.Tην φέρνει στη Νέα Υόρκη και ηχογραφεί το album The girl from Greece sings.To 63 εγκαθίσταται μόνιμα στο Παρίσι και ηχογραφεί δίσκο με ελληνικά τραγούδια. Το 1965 ηχογραφεί τον δευτέρο δίσκο της στα αγγλικά και ο Harry Belafonte την παίρνει μαζί του σε τουρνέ και ηχογραφούν μαζί το live Αn Evening with Belafonte/Mouskouri.To 1967 είναι η χρονιά της στην Γαλλία. Ο δίσκος Le jour ou la Colombe την αναδεικνύει σε αστέρι πρώτου μεγέθους της γαλλικής μουσικής σκηνής. Εμφανίζεται στο μυθικό Olympia του Παρισιού ερμηνεύοντας γαλλική ποπ, λαϊκή ελληνική μουσική και Χατζιδάκι.. Τα επόμενα χρόνια κατακτάει και την Μ.Βρεταννία, ενώ οι δίσκοι της στα γαλλικά(Comme un soleil, Une voix qui vient du Coeur, Vielles chansons de France κ.α) κάνουν ασύλληπτες πωλήσεις.
Η δεκαετία του 70 την βρίσκει να τριγυρνάει τον κόσμο με δεκάδες συναυλίες και εμφανίσεις. Είναι πλέον μία παγκόσμιας κλάσης ερμηνεύτρια. Ο δίσκος της στα αγγλικά Βook of Songs, πουλάει εκατομμύρια αντίγραφα. Στην Γερμανία το άλμπουμ Sieben Schwarze Rosen σημειώνει πρωτοφανή επιτυχία, ενώ το Je Chante Avec Toi, Liberte αφού κυριεύσει την Γαλλία θα κυκλοφορήσει σε πολλές γλώσσες.
Το 1984 επιστρέφει στην Ελλάδα για μια μοναδική συναυλία στο Ηρώδειο, με αφορμή την επέτειο 10 χρόνων αποκατάστασης της ελληνικής δημοκρατίας. Ανοίγεται στον ισπανόφωνο κόσμο με το single Con Todo El Alma, που γνωρίζει μεγάλη επιτυχία σε Ισπανία, Αργεντινή και Χιλή, ενώ το 1987 επιστρέφει στις κλασσικές μουσικές της ρίζες με το διπλό LP The Classical Nana, οπού ερμήνευε αποσπάσματα από αγαπημένες της όπερες, ενώ την ίδια χρονιά δίνει σειρά συναυλιών στην Ν.Κορέα, την Ταιβαν, την Σινγκαπούρη, την Μαλαισία και την Ταυλάνδη. Η συλλογή της Only Love:Τhe best of Nana Mouskouri, που κυκλοφορεί το 1991, σπάει ταμεία στις ΗΠΑ. Το Falling in Love Again:Great songs from the movies θα την ξαναφέρει κοντά με τον H.Belafonte, ενώ τα άλμπουμ της στα ισπανικά (Νana Latina κ.α) θα περιλαμβάνουν ντουέτα με τον Julio Iglesias και την Μercedes Sosa.To 1997 εμφανίζεται για ένα μοναδικό κονσέρτο στον Καθεδρικό Ναό του Αγ.Ιωάννη, στην Νέα Υόρκη. Αργότερα η εμφάνιση της αυτή κυκλοφορεί σε album και γίνεται τηλεοπτικό αφιέρωμα στο PBS.

Το 1993 αναγορεύτηκε σε Πρέσβειρα Καλής Θελήσεως της UNICEF, αναλαμβάνοντας την θέση που κατείχε η Audrey Hepburn.H πρώτη της αποστολή ήταν στην Βοσνία για να φωτίσει το δράμα των παιδιών-θυμάτων του πολέμου. Η εμπειρίες της από το ταξίδι αυτό την οδηγούν στο να δώσει σειρά συναυλιών σε Βέλγιο και Σουηδία, με σκοπό την συγκέντρωση χρημάτων για τα παιδιά της Βοσνίας. Το 1994 εκλέγεται Ευρωβουλευτής(βρε θηρίο Μίλτο, πώς την κατάφερες;),αλλά δεν ξαναμπαίνει το 1999, αρνούμενη να υποστηρίξει την δυτική επιδρομή στην Σερβία.


Έφυγες από το Ηρώδειο με μια αμφιθυμία. Χαρά που την είδες από κοντά και μελαγχολία που έπεσε η αυλαία. Ρώτησες κάτι ξένους αν ήταν απλοί τουρίστες ή αν ήρθαν επί τούτου. Με περηφάνια σου απάντησαν πως ήρθαν από την χώρα τους(ένας μάλιστα από Αυστραλία) ειδικά και μόνο για την Νανά. Μια παρέα ελλήνων σε εκνεύρισαν με τα ηλίθια σχόλιά τους τύπου «πολύ καλή, αλλά έχει χάσει την παλιά φωνή της». Σου ήρθε να τους περιλάβεις. Τους περιφρόνησες και έφυγες. Εκείνο το βράδυ ήπιες όλα τα ποτά στην υγειά της.

Την Νανά την αγαπάς όχι μόνο γιατί είναι μία μεγάλη Ελληνίδα ερμηνεύτρια με παγκόσμια ακτινοβολία .Την αγαπάς γιατί πορεύτηκε με την κληρονομιά της Ελλάδας στην βαλίτσα της. Με τους μεγάλους Έλληνες συνθέτες και ποιητές, με τα ελληνικά της τραγούδια, με τα δημοτικά και την ελληνική της παιδεία. Έγινε πολίτης του κόσμου, ακριβώς γιατί ήταν μια Ελληνίδα με αυτογνωσία και βαθύ δέσιμο με την ουσία της ελληνικότητας. Κάτι που δεν θα νοιώσουν ποτέ η εγχώριοι εκπρόσωποι της υπο- και θολοκουλτούρας, που πιθηκίζουν άκριτα κάθε «φρούτο» της Έσπερίας. Τίμησε την χώρα της σε όλο τον κόσμο, παραμένοντας πάντα το κορίτσι με τα μεγάλα γυαλιά, που φοράει από τα έντεκά της και τα μαύρα μαλλιά.





Πρωτεσίλαος συνέγραψε

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2009

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

Λαγός με Σώβρακο

Όπως ακριβώς οι κερατάδες σύζυγοι, που τελευταίοι μαθαίνουν πότε έμπαινε και πότε έβγαινε ο μουστερής στον οίκο τους (και όχι μόνο), έτσι και οι παίχτες, πάντα κατόπιν εορτής μαθαίνουν ποιά ήταν τελικά τα σωστά σημεία εισόδου και εξόδου στις αγορές. Όταν πλέον έχει γίνει η ζημιά.

Υπάρχουν βέβαια και κάτι κερατάδες υποψιασμένοι πως κάτι μπαινοβγαίνει στον οίκο τους (κι όχι μόνο) και για να μάθουν την αλήθεια καταφεύγουν σε ντετέκτιβ. Τώρα, μην φανταστείς τίποτε detectives του L.A.P.D., κομψούς, με γυαλί σένιο, άψογο κούρεμα και τριζάτη κοστουμιά, απ' αυτούς που παίζουν στις ταινίες και δώστου και τραβάνε το python και μοστράρουν και το επίχρυσο το σήμα "to protect and to serve". Όχι. Εδώ μιλάμε είτε για κάτι τελειωμένους κοιλαράδες, με μούρη πρησμένη από το αλκοόλ και προχωρημένη ποδάγρα, είτε για κάτι λεμέδες, με μυωπία εικοσιτεσσάρων βαθμών, άμφω. Τους ξέρεις, είναι αυτοί οι γνωστοί που σκάνε μύτη στο γυαλί και ψάχνουνε ακόμη για τον μικρό Άλεξ, παρότι λύθηκε το μυστήριο. Απο δαύτους περιμένει ο κερατάς να μάθει την αλήθεια και -παραδόξως- τη μαθαίνει, αλλά φεύ -και που τη μαθαίνει, τί καταλαβαίνει ;

Αντίστοιχα, υπάρχουνε κι αυτοί που καταφεύγουν σε εργαλεία μυστήρια για να βρούνε την τάση της αγοράς και καλά κάνουνε δηλαδή, διότι η τάση είναι άτιμο πράμα, επικίνδυνο, δεν είναι για να παίζεις μαζί της. Γι αυτό και οι ηλεκτρολόγοι έχουνε συνήθως στην κωλότσεπη ένα δοκιμαστικό κατσαβίδι, ώστε να τσεκάρουνε την τάση, μη φάνε κάνα κεραυνό κατακούτελα και τους σηκωθεί το μαλλί σαν της Μαρίας Αντουανέτας, της ροκοκό, που της κόψανε το σβέρκο επειδή ήθελε να φάει το παντεσπάνι του μονοφαγά του Δαντών. Που κι αυτός, με τη σειρά του, ήθελε να φάει του Ροβεσπιέρου και γι αυτό τον περάσανε λεπίδι και πάει λέγοντας. Και μετά αναρωτιόταν η αλλοπαρμένη, γιατί ο κοσμάκης προτιμούσε το ψωμί το σκέτο.

Πιό παλιά, μέχρι τέλη δεκαετίας εβδομήντα, ίσως κι αρχές ογδόντα, τότε που το κεράτωμα -εκτός από εθνικό σπορ- λάχαινε και ποινικό αδίκημα, για την επ' αυτοφώρω σύλληψη της άτιμης διοργανωνόταν κανονικό σαφάρι : Ξεκινούσε ο ειδοποιημένος κερατάς, για τον τόπο του εγκλήματος, μαζί με ολόκληρη ομάδα κρούσεως, ντετέκτιβς, μαρτύρους, μπάτσους, μπορεί και κάνα φωτογράφο, για τα σχετικά ενσταντανέ. Άμα ο δράστης ήτανε γάτος, καταλάβαινε εγκαίρως ότι πάνε να του την πέσουνε, συνήθως από τον ήχο της μηχανής του αμαξιού του κερατά. Αυτό ήταν το σήμα εξόδου, αξιόπιστο κι επιβεβαιωμένο, ωσάν τα κύματα Elliot.

Ειδικά, αν ο κερατάς σωφάριζε κάνα δίχρονο Nsu, κάνα παλιό Saab, καμμιά Μπέμπα δίλιτρη ή το άλλο το θηρίο, το Βελότσε, ο μπήχτης άκουγε αμέσως το μπουρί, πεταγότανε σαν ελατήριο από την κλίνη της αμαρτίας κι έψαχνε για το κοντινότερο μπαλκόνι. Από πρώτο όροφο πήδαγε σαν βουάρ, μπορεί κι από δεύτερο, κι αν είχε πάρει και πουλάδα ειδικών δυνάμεων, ίσαμε κι από τρίτο σάλταρε. Την ώρα που το έσκαγε, σα λαγός με σώβρακο (και αν), άκουγε από πάνω τις ξεγυρισμένες χαστούκες και τα μπινελίκια που έτρωγε η καλή του. Δε βαριέσαι.

Τα ζόρικα ήταν για όσους κάναν τη δουλειά σε ρετιρέ, αυτοί δεν είχαν καμμία τύχη. Σούμπιτους τους πηγαίναν στο Α/Τ της περιοχής, διά τα περαιτέρω, τυλιγμένους στη σινδόνη. Όχι αυτή του Βατικανού, που είναι μούφα, την άλλη, τη φέρουσα τα εμφανή ίχνη του αδικήματος.

Όπως ο γαμπρός της πίσω πόρτας έστηνε αυτί, μπας κι ακούσει έγκαιρα την εξάτμιση του κερατά, έτσι κι ο παίχτης είναι στην τσίλια, μπας και πάρει σήμα εξόδου, ώστε να την κάνει όπως-όπως, να μη φάει τη μεγάλη λέζα. Κι εντάξει, άντε και το πήρε το σήμα πώλησης, το θέμα είναι -κι εδώ- από ποιόν όροφο θα σαλτάρει. Ας πούμε, σφιχτό stop-loss στο μείον 5%, είναι σα να πηδάς από τον πρώτο. Με ζημιά 20%, σα να φεύγεις από το μπαλκόνι του δευτέρου. Λες "το πολύ-πολύ να σπάσω κάνα ποδάρι" κι ορμάς στο κενό.

Έχει βέβαια και μερικούς που πηδάνε από πέμπτο, έκτο κι έβδομο. Με ζημιά 70-80%, πάνω τους. Όχι κι έτσι, αδελφέ. Να γλιτώσεις τη σύλληψη είπαμε, όχι να τσακίσεις τον αυχένα σου. Από το ρετιρέ δεν πηδάμε. Κάτσε μέσα, φόρα και το σεντονάκι σου και περίμενε να σε τσακώσουν. Να σου περάσουν βραχιολάκια, να σε βγάλουν και καμμιά αναμαλλιασμένη πόζα, άντε να σου ρίξουν και καμμιά μπούφλα, ο αγαναχτισμένος κερατάς και κάτι ξαδέλφια του. Εμ, άδικο θα 'χει ; Έπειτα, θα περάσεις κι ένα αυτοφωράκι κι αυτό ήταν όλο. Σιγά τα ωά. Μετά, ελεύθερο πουλί. Παρά να σε βρούν χαλκομανία στο πεζοδρόμιο, πιό καλά,δε νομίζεις ;

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

Γκαμήλα


Φυσικά, δεν λέγεται Γκαμήλα, αλλά Καμήλα.
"Γκαμήλα" την αποκαλούν οι ίδιοι εκείνοι που προφέρουν τον κροκόδειλο "κορκόδειλο" (και το θεωρούν και σωστό).
Είναι βέβαια πιό εύηχο το "Γκαμήλα", είν' η αλήθεια. Χορταστικό, γεμίζει το στόμα σαν αμυγδαλωτό σπετσιώτικο. "-Ίσα μωρή Γκαμήλα !". -Ωραίο, έτσι ? -Ιπποτικό.
Υπάρχουν δύο υπο-ράτσες Γκαμήλας, η Βακτριανή και η Δρομάς. "-Πώς τις ξεχωρίζω?", ρωτάει πάλι ο βλαξ. Με απλή αριθμητική. Η Βακτριανή, δηλαδή η Ασιατική, έχει δύο καμπούρες (ύβους τις λένε), ενώ η Δρομάς, η Αραβική, μία καμπούρα. Γνωστός ο διάλογος ανάμεσα σε δύο Γκαμήλες που μάλωναν. Η Βακτριανή κατηγορούσε τη Δρομάδα, οπότε η τελευταία της λέει :"-Μην ασχολείσαι μωρή με μένα και κοίτα καλύτερα την καμπούρα σου". Και η Βακτριανή της απαντά : "-Σε ποιά από τις δύο αναφέρεσαι?". Εντάξει, το ξέρω ότι δεν είναι καν αστείο.
Συχνά, το όνομα της Καμήλας δημιουργεί παρανοήσεις. Πολλοί, ας πούμε, πιστεύουν ότι η Καμίλλα Πάρκερ Μπόουλς Μαουνμπάττεν Ουϊνδσωρ και Δούκισσα της Κορνουάλλης (μη χέσω!), φέρει το όνομα ζώου. Δεν είναι έτσι τα πράγματα, αν και με τη μούρη που 'χει (η Μπόουλς, εννοώ), κάλλιστα θα μπορούσε να φέρει. Όπως και ο Κάρολος, το ίδιο.
Επίσης, πολλοί συγχέουν την Καμήλα με την Κάμηλο. Έτσι, χρησιμοποιούν την αγιογραφίτικη φράση "διυλίζουν τον κώνωπα και καταπίνουν την κάμηλο", φέρνοντας στο μυαλό τους δύο εικόνες : Έναν τύπο να ΄χει ανοίξει τα σαγόνια του σα Μεγάλος Λευκός, πασκίζοντας να σφηνώσει μια καμήλα στον οισοφάγο του. Κι ένα κουνούπι, φυλακισμένο στη Motor Oil του Καβουρογιάννη , έτοιμο προς κατεργασία, για την απομάκρυνση προσμείξεων θείου, ούτως ώστε να μετατραπεί σε καύσιμο στροβιλοαντιδραστήρα.
Η Καμήλα είναι πολύ ανθεκτικό ζώο. Οικονομική σαν παπάκι πενηντάρι, από τα παλιά τα γιαπωνέζικα, όχι αυτά τα ψεύτικα που φτιάχνουν πλέον οι απατεώνες οι παλιοκινέζοι. Τη βγάζει στεγνή για πολύ καιρό, η καημένη. Ένας Θεός ξέρει βέβαια, πόσο θα διψάει το ζωντανό. Να φανταστείς ότι οσμίζεται το νερό από χιλιόμετρα μακρυά και οδηγεί προς τα εκεί τα καραβάνια. Τέτοια δίψα έχει το δόλιο. Οι Badawi εμπιστεύονται το ένστικτο του ζώου, εντοπίζουν το πηγάδι και ξεδιψούν, πίνοντας όλο το νερό. Εάν κανείς φιλόζωος Βεδουϊνος τύχει να διαμαρτυρηθεί προς τους συντρόφους του, ν' αφήσουν δηλαδή λιγάκι νερό και για τις καμήλες, οι υπόλοιποι τον αποπαίρνουν : "-Κάνε δουλειά σου ρε μάστορα, δεν έχουν ανάγκη αυτές !". Αυτή η στέρηση του ύδατος έχει περάσει πλέον γονιδιακά στο dna της καμήλας, ούτως ώστε να υπολογίζεται ότι οι καμήλες των επομένων πέντε-έξι γενεών δεν θα χρειάζονται πιά καθόλου νερό. Όπως ακριβώς τα γιαπωνέζικα C-50, που δεν χρειάζονταν καθόλου λάδι. Με την ευκαιρία, θέλω να (ξανα) ευχαριστήσω τους Ιάπωνες, για τα γαμιστερά εν σειρά τερακύλινδρα που απλόχερα χάρισαν στην ανθρωπότητα.
Εκτός από την εκμετάλλευση που υφίσταται από φελάχους, βεδουϊνους και λοιπούς κάφρους, η φουκαριάρα η Καμήλα έχει προσφέρει -ερήμην της- το όνομά της σε πλήθος εμπορικών -και όχι μόνο- προϊόντων. Πρώτα και καλύτερα τα τσιγάρα, που παλιά τα λέγαμε "τούρκικα". Τ' άφιλτρα ήταν ωραία, μόνο αν είχες βάλει κάτι στο στόμα σου. Θυμάμαι, πήγαινα αξημέρωτα να δώσω μάθημα στο Πανεπιστήμιο (ναι ρε, έχω πάει και Πανεπιστήμιο, δε μου φαίνεται ?) και κάπνιζα κάμποσα τέτοια, νηστικός και με σκατά-καφέ του κυλικείου. Υποκατάστατο νεσκαφέ, από σκόνη mdf ή κόντρα-πλακέ θαλάσσης, μια αηδία σκέτη. Τότε δεν είχε φρέντους και φρεντουτσίνους. Πέτρινα Xρόνια. Τώρα ζούμε τα Πέτσινα Xρόνια. Kαι γουστάρω φρέντους.
Ήτανε και το συγκρότημα οι Camel, προχωρημένοι μουσικά τύποι, αν και όχι του γούστου μου. Κάτι τέτοιοι, κάτι Έμερσον-Λέϊκ-Πάλμερ, κάτι μυστήριοι, μου κάθονταν στο στομάχι. Θα μου πεις, εδώ ο άλλος, ολόκληρος μαντράχαλος, χορεύει την "Καμήλα" των Mazoo & the Zoo, παρέα με τον τετράχρονο γιό του και κανείς δεν του λέει τίποτε.
Εκτός από τα τσιγάρα, Camel λένε και τα βερνίκια των παπουτσιών. Προσοχή λίγο σ' αυτό το σημείο, διότι εδώ και κάτι χρόνια το προϊόν που κυκλοφορεί ως βερνίκι Camel (στο κίτρινο πλακέ τενεκεδάκι), δεν έχει καμμία σχέση με το παλιό καλό βερνίκι Camel. Μόνο η συσκευασία είναι ίδια. Δεν βάφει σαν Camel, δεν απλώνει σαν Camel και -κυρίως- δεν μυρίζει σαν Camel. Το έκαναν οι κερατάδες οικολογικού τύπου, δίχως πετρελαιοειδή μέσα και το χάλασαν. Δηλαδή, έτσι και ήμουνα λούστρος, ίσα που θα είχα αλλάξει επάγγελμα εξαιτίας αυτών των απαράδεκτων τύπων της Camel. Εντάξει, αυτά τώρα είναι για μερακλήδες, σαν τον φίλο μου τον Freeagle. O οποίος ξέρει ότι το παπούτσι πριν το βάψουμε το βρέχουμε λιγάκι. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, που οι λούστροι έφτυναν τα πατούμενα πριν ξεκινήσουν τη δουλειά. Γιατί τα έφτυναν οι λούστροι τα παπούτσια ? Έλα μου ντε. Κουίζ. Άντε να σας δω ρε ψιμάρια, τί διάβολο ξέρετε, εκτός από bottom-fishing, που ανάθεμα κι αν ξέρετε κι από δαύτο.

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

Ερωτικαί επιστολαί



Είμαι δεμένος στο σώμα σου σαν άγριο σκυλί σε πάσσαλο και αλυχτάω, όχι γιατί θέλω να λευτερωθώ και να το σκάσω, αλλά επειδή δεν σε φέρνουνε σε μένα μια ώρα αρχύτερα να κόψω με τα δόντια μου τις σάρκες σου, αυτές που ντύνεσαι για να είσαι «όπως πρέπει» μπρος στους τρίτους. Το πάθος μου για σένα συγκρίνεται μονάχα με ένα μάτσο απρέπειες μη εξημερωμένου ζώου. Θέλω να σε απολαύσω αργά. Θα μένω λοιπόν κάμποσο νηστικός. Θα αφήνω την πείνα μου να ξαναμεγαλώνει σαν κλαδεμένο κλαρί, για να σε ευχαριστηθώ πάλι από την αρχή. Δεν θα σε λυπάμαι που θα κείτεσαι κι εσύ αιχμαλωτισμένη. Θα σε ποδοπατάω. Κανείς δεν λυπάται κάτι το θεϊκό. Κανείς δεν δείχνει ευσπλαχνία για το αναίτια υπέροχο. Θα τα υποστείς όλα μέχρι να γιατρευτεί η λύσσα του έρωτά μου.

Θα σε σκεπάσω με έρωτα την επόμενη φορά που θα ιδωθούμε. Τα χάδια θα έχουν έκταση. Θα σε μπουκώσω με όλες τις χαρές της σάρκας μέχρι να λιγοθυμήσεις, να πέσεις να πεθάνεις. Θέλω μαζί μου να τα χάσεις ολότελα και να ομολογήσεις κρυφά στον εαυτό σου ότι ποτέ δεν είχες τολμήσει να ονειρευτείς τέτοιο παραλήρημα…

Όταν γεράσεις, θέλω να νοσταλγείς αυτές τις λίγες ώρες, θέλω να ανατριχιάζεις ολόκληρη από την παλιά χαρά όταν στον νου σου θα τη φέρνεις.

Δεν θα με κουράσουν ποτέ οι συναντήσεις μας. Μπορεί ο άνθρωπος να χορτάσει το νερό; Μπορεί το χορτάρι να βαρεθεί τον ήλιο; Μπορεί η κορφή του ψηλού βουνού να θελήσει να τινάξει από πάνω της το παγωμένο χιόνι; Εσύ αγάπη μου, είσαι απ’ τις ανάγκες η πιο ζωτική. Δεν έχεις τίποτα απ’ τις άλλες – όλες μαζί – να ζηλέψεις.

Θα πέσω οριζόντια με τα χέρια παραδομένα, ανήμπορα, θα ανοίξω το στόμα διάπλατα, θα κρατήσω τα βλέφαρα ορθάνοιχτα, θα εκθέσω την καρδιά μου άφοβα, να μου δοθείς με όποιο τρόπο σταθεί δυνατό. Σαν ήλιος, σα φως, σαν αέρας, σα νερό, σα ζωή, σα θάνατος, σαν αγάπη. Είμαι αχόρταγος άνθρωπος και θα σε πείσω γι’ αυτό. Είμαι πειναλέος άνθρωπος και πείσε με γι’ αυτό. Λουίζ, σε χρειάζομαι. Επισκέψου με «πανταχόθεν…».
Αυτός ήταν λογοτέχνης? Τέτοια επιστολή ούτε ο Ζαχόπουλους δεν θα έγραφε!
«Είμαι δεμένος στο σώμα σου σαν άγριο σκυλί σε πάσσαλο και αλυχτάω, όχι γιατί θέλω να λευτερωθώ και να το σκάσω, αλλά επειδή δεν σε φέρνουνε σε μένα μια ώρα αρχύτερα να κόψω με τα δόντια μου τις σάρκες σου».
Καλά ρε μεγάλε! Αφού δεν στη φέρανε πως δέθηκες πάνω της?
«Το πάθος μου για σένα συγκρίνεται μονάχα με ένα μάτσο απρέπειες μη εξημερωμένου ζώου».
Γιατί ρε φλόμπα? Ο χιμπατζής του σπιτιού πηδάει με ευπρέπεια και της ζούγκλας απρεπώς?
«Θέλω να σε απολαύσω αργά.»
Σάμπως θα μπορούσες και γρήγορα?
«Θα τα υποστείς όλα μέχρι να γιατρευτεί η λύσσα του έρωτά μου».
Ναι, θα ήσουν ο πρώτος που θα γιατρευόταν από λύσσα!
«Θα σε σκεπάσω με έρωτα την επόμενη φορά που θα ιδωθούμε»
Πρόσεχε να είναι μάλλινος, μην κρυώσει!
«Θέλω μαζί μου να τα χάσεις ολότελα και να ομολογήσεις κρυφά στον εαυτό σου ότι ποτέ δεν είχες τολμήσει να ονειρευτείς τέτοιο παραλήρημα…»
Που να το τολμήσει! Πρώτη φορά της έτυχε τόσο παλαβός!
«Θα πέσω οριζόντια με τα χέρια παραδομένα, ανήμπορα, θα ανοίξω το στόμα διάπλατα, θα κρατήσω τα βλέφαρα ορθάνοιχτα, θα εκθέσω την καρδιά μου άφοβα, να μου δοθείς με όποιο τρόπο σταθεί δυνατό».
Δοκίμασες να πέσεις κάθετα? Θα ήσουν και εντάξει με τον νόμο της βαρύτητας.
«Λουίζ, σε χρειάζομαι. Επισκέψου με πανταχόθεν…».
Άμα είναι για «πανταχόθεν», δεν φώναζες και κάνα μαύρο?

Γουσταύος Φλωμπέρ. Τελικά ο έρως μωραίνει! Κι όχι μόνον ο έρως. Ενίοτε και η χασούρα!

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009

ADLAI STEVENSON


Ο τύπος ήταν γεννημένος χασούρης. Δυο φορές υποψήφιος των Δημοκρατικών αλλά ο Eisenhower του πήρε τα σώβρακα. Τι να κάνει ο μετέπειτα εκλεγείς Τζων Κέννεντυ τον στέλνει πρεσβευτή στα Ηνωμένα Έθνη. Την ξανακάνει την πατάτα του ο μουνίκακας.. Πείθεται από τον Λευκό Οίκο πως η εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων είναι καθοδηγούμενη από πλούσιους Κουβανέζους που θέλουν να ανατρέψουν τον Κάστρο (μέχρι κι ο Καραμανλής θα καταλάβαινε πως αυτό ήταν μπούρδα). Το διακηρύττει δημόσια και γίνεται ρεζίλι. Υποβάλλει παραίτηση αλλά τον πείθουν να παραμείνει. Και ξεσπάει η κρίση των πυραύλων στην Κούβα. Κόκκινοι και μπλε είναι έτοιμοι για χοντρό μπουνίδι. Οι Αμερικάνοι έχουν φωτογραφήσει από αέρος τις εγκατεστημένες βάσεις των Ρώσων στην Κούβα. Εφοδιάζουν τον λούζερ μ’ αυτές για να αντιμετωπίσει το ιερό τέρας της Ρώσικης διπλωματίας στον ΟΗΕ, τον Valerian Zorin ,που δεν μασάει με τίποτα και τους έχει σπάσει πολλές φορές τον τσαμπουκά. Όλοι αναμένουν πως ο φουκαράς ο Adlai θα κατατροπωθεί σαν τον Ολυμπιακό απ τη Γιουβέντους (δεν είχε γίνει ο αγώνας τότε αλλά η Cia είχε προβλέψει την εφτάρα) . Κι ο καράφλας κάνει τη μεγάλη επιστροφή. Ξεφλουδίζει σα τσόφλι το κομμούνι (τότε ήταν ακόμη κομμούνια, μετά το γύρισαν) και τον στέλνει νοκ-άουτ απ τον πρώτο γύρο.

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

Ο νταβάς, τα παπούτσια και το καπέλο.

Είχε μια μανία να γράφει. Έγραφε παντού. Στα forums, στα blogs, στο Word, σε εφημερίδες, σε περιοδικά ,σε βιβλία. Αλλά και σε κόλλες Α4, στο πίσω μέρος εκτυπωμένων σελίδων, πάνω στα βιβλία που διάβαζε. Τα καλύτερα όμως τα έγραφε στα παλιά του τα παπούτσια. Τότε ήταν που έβγαινε ο πραγματικός γραφιάς εαυτός του. Εκεί το μολύβι έτρεχε αλαφιασμένο.
Δεν προτιμούσε , όμως, αυτό το είδος γραφής. Αν και ήταν το στοιχείο του, τού έφερνε ένα αίσθημα θλίψης. Κι όχι παροδικό. Τον πλάκωνε για μέρες. Κι έτσι το απέφευγε. Και κατέφευγε ξανά στα γνωστά. Χαρτιά και οθόνες.
Κάποτε, κάπου, κάποιος φίλος τού πρότεινε κάτι φρέσκο. Κοινή γραφή! Τού ακούστηκε περίεργο. Είπε να δοκιμάσει.
«Εκδοτικό οίκο έχεις?»
¨΄Έχω. Και τζάμπα!»
Κι έγινε για καιρό πολύωρη ασχολία τους. Τόσο πολύ τούς άρεσε!. Θες γιατί τσίγκλαγε ο ένας τον άλλον ? Θες γιατί γρήγορα μαζεύτηκε γύρω μια παρέα περαστικών που βρήκαν το θέαμα περίεργο? Κάποιοι μάλιστα άρχισαν να πετούν και κάνα κέρμα στην αναποδογυρισμένη ρεπούμπλικα..
Ήταν ωραία. Σιγά , σιγά το καπέλο γέμιζε κέρματα. Δεν το άδειασαν ποτέ. Κάθε μέρα έβαζαν το καπέλο στην ίδια θέση . Κόντευε να ξεχειλίσει.
Πολλές φορές , σεξιστής από κούνια, διέκοπτε αυτή την περίεργη κοινή γραφή για να χαζέψει καμιά ωραία περαστική . Ήταν το μόνο θέαμα που μπορούσε να του αποσπάσει την προσοχή. Κι όταν ξανακοιτούσε το καπέλο, αυτό ήταν εκεί. Και πιο γεμάτο.
Μια μέρα χάζεψε για πολύ ώρα το βάδισμα μιας ξανθιάς, με τουρλωτό κώλο και ψηλά τακούνια. Όταν ξανακοίταξε προς το καπέλο, αυτό έλειπε. Στενοχωρήθηκε. Φώναξε μαζί με το φίλο του. «Κλέφτης, κλέφτης!» Κάποιοι κοίταξαν τριγύρω, τον είδαν να τρέχει και δεν κινήθηκαν. Κάποιοι άλλοι φώναξαν κι αυτοί. «Κλέφτης, κλέφτης!». Ένας δυο τον κυνήγησαν κιόλας, χωρίς αποτέλεσμα. Κάποιοι άλλοι μαρτύρησαν εμπιστευτικά. «Ο κλέφτης είναι από τον εκδοτικό οίκο».
«Θα το ξαναγεμίσουμε», του είπε ο κολλητός του. «Θα πάμε στην άλλη γωνία που είναι πιο απάνεμη. Και θα έχουμε πιότερο τον νου μας. Και θα την αγοράσουμε. Όχι μια ζωή στο νοίκι! Με έναν όρο. Θα γράψεις πρώτος!».
Μια ζωή τού έβρισκε τα κουμπιά του. Στυγνός εκμεταλλευτής. Ο αχαΐρευτος!