Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

Θριξ


Το ατίθασο μαλλί είχε φουντώσει εντυπωσιακά. Χώρια που προκαλούσε και τους συνομήλικους συναδέλφους οίτινες από ετών είχαν αποχωριστεί την φυσική τους σκέπη. Κουρέα τακτικό δεν είχε. Βολευόταν σε κυριλέ μαγαζιά ανδρικών και γυναικείων κομμώσεων που συνέπιπταν με το εκάστοτε δρομολόγιό του.

«Κομμώσεις Diana” ήταν το σημερινό συναπάντημά του. Φανταχτερό το μαγαζί ,με το μπαράκι του, το καφεδάκι του και την σχετική κονσομασιόν με κάτι περίεργες που γυρόφερναν ,δίχως να μπορείς να εντοπίσεις ποιές ακριβώς υπηρεσίες προσέφεραν.
«Ένα εσπρεσσάκι». Απέναντι μια λατέρνα απροσδιορίστου ηλικίας μελετούσε απορροφημένη την Espresso.Το μαλλί πιασμένο κότσο. Κάτι άσπρες γεροντίστικες τρίχες ξεπρόβαλλαν δειλά από τον ξανθά μπόγια-τισμένο βάτο. Κάποιες άλλες, πιο θρασείς και σκούρες, κορδώνονταν ξεδιάντροπα πάνω από τα άγαρμπα σοβατισμένα χείλια της .Συντροφιά τους είχαν κάτι ξεχασμένες ψηλόλιγνες που αγνάντευαν απ τις σπηλιές τού Μύτου.
Δεν κρατήθηκε. «Μήπως ξέρετε αν ξυρίζουν κιόλας?». Τον κοίταξε με το λάμπον όμμα τού βοός κι ανασήκωσε ελαφρά τους ώμους εις ένδειξιν αγνοίας.
Παραδίπλα ένα θωρηκτό, συνομήλικη του Κολόμβου, κάτι έλυνε.. Κάποια στιγμή ακούμπησε το περιοδικό στο τραπεζάκι για ν' ανάψει τσιγάρο. Σουντόκου! Άλα της η τύπισσα!
-Δύσκολο;
-Σπαζοκεφαλιά. Το παράτησα.
-Να προσπαθήσω;
-Και δεν………..
Τα τετραγωνάκια γέμισαν εν ριπή οφθαλμού σαν να έλυνε ο Καραθοδωρή πρωτοβάθμια εξίσωση. Έκπληκτος ο θηλυκός Αβέρωφ ανεφώνησε:
-Πώς το κάνετε;
-Με το μυαλό!
Η σειρά του για κούρεμα συνέπεσε με την είσοδο μιάς τσίτσιδης ανδρικής κεφαλής. Φώτισε ο τόπος! «Έχει χιούμορ ο τύπος», σκέφτηκε.
Κατευθύνθηκε αγέρωχος στην καρέκλα τής ξώβυζης πισωκούνας. Το ραμμένο στο Μιλάνο μεταξωτό σακκάκι Ermenegildo Zegna αναπαύθηκε στην κρεμάστρα. Μετά δεκαπεντάλεπτη περίπου κοπή τα σημάδια τής κόπωσης διαγράφονταν έντονα στη μάπα της. Το πάτωμα σκέπαζε ένα παχύ στρώμα τρίχας μπουχάρα. Ο καθρέφτης συνέλαβε τον Γιούλ Μπρύνερ να δαγκώνει τα χείλια του.
Σβέρκος, φαβορίτες, πάπαλα. Λουσιματάκι, πιστολάκι, σένιος. Βαρβάτο φιλοδώρημα στο ξέκωλο. Με τον αέρα τού φραγκάτου.
Στην έξοδο κοντοστάθηκε.
-Χάρηκα, κυρίες μου! Μεγάλε, την χωρίστρα δεξιά! Σου πάει καλύτερα!
Ευτυχώς είχε ειδοποιήσει τον οδηγό τής Ρολλς να περιμένει με αναμμένη τη μηχανή.

Κυριακή, 19 Ιουλίου 2009

Βάγγος, ο μπήχτης


Νοικοκύρης άνθρωπος ο Βαγγέλης. Με την στρωμένη δουλειά του, παθολόγος απ’ τους καλούς, με την πελατεία του, σοβαρός, προσηνής, πρόθυμος. Με τη γυναικούλα του τη νοικοκυρεμένη και με τα δυο παιδάκια του τα μοσχαναθρεμμένα. Πενηντάρης ο Βαγγέλης, ευσταλής, με τους γκρίζους τους κροτάφους του, με την κουστουμιά του -απ’ του Καρούζου περικαλώ, έχομεν και μιαν υπόληψιν στην κοινωνία- με το τσαντικό του το Gucci, με το στυλό του το Μοντ Mπλαν, με το τριζάτο το πατούμενο το Πράντα, το κολλαριστό πουκάμισο, την καθημερινή κόντρα ξούρα και το αφτερσέιβ το Calvin Klein, τον κομπρέσσορά του τον διακοσάρη, καθ’ ότι το απαιτεί το επάγγελμα και κάτι ξεπεσμένες γριές στην Εκάλη, που τον θέλουν το γιατρό στο σπίτι, αλλά μη μας έρχεται και με τον σκαραβαίο.
Είχε και τα τυχερά του ο Βάγγος κατά καιρούς. Καμιά ζωντοχήρα, που ο αχαΐρευτος το ‘σκασε με κείνο το φίδι τη φίλη της, καμιά βαρυπενθούσα για την πρόωρη αναχώρηση τού συζύγου-«έτρωγε σα βόδι ο σκασμένος»- καμιά ξελιγωμένη με τη θέα τής άσπρης μπλούζας. Ευκαιριακά πράματα και μετά προσοχής , μη μας πάρουν κι είδηση και χαλάσουμε και την ωραία βιτρίνα. Ένιωθε, πού και πού, και καμιά τσιμπιά ενοχής ο Βάγγος, καθώς ο όρκος το ‘λεγε σαφώς, «μη βάζετε χέρι στις ασθενείς», αλλά το ξεπερνούσε εύκολα . Αι κυρίαι μόνον ασθενείς δεν ήταν. Φόβον επικείμενης ασθενείας είχαν κι ο Βαγγέλης τους το απεδείκνυε εμπράκτως πως έχαιρον άκρας υγείας.
Και βολευόταν η κατάσταση, καμάρωνε κι ο Ευάγγελος που είχε ακόμη πέραση, χαμπάρι η σύζυγος, όλα κι όλα , κορώνα στο κεφάλι του.
Αυτό το ζουμπουρλούδικο με τους πόνους, πότε στο στήθος, πότε στο γοφί και πότε στην αμασχάλη, πολύ τον ταλαιπωρούσε τον τελευταίο καιρό. Στην αρχή το θεώρησε νοσοφοβία. Προϊόντος όμως του χρόνου και επιταχυνομένης της συχνότητας των επισκέψεων , την ανθίστηκε τη δουλειά ο Βάγγος. Το γαλακτομπούρεκο τη γύρευε τη δαγκωνιά του. Και κατά τα ειωθότα, την άπλωσε τη χερούκλα του ο γιατρός.
-Καλέ, τι κάνετε εκεί;
-Μα, δεν μου ‘πες πως πονάει το στήθος; Να μην το ψηλαφήσω;
-Μα εσείς δεν το ψηλαφάτε! Το χαϊδεύετε!
-Έτσι είμαι εγώ, απαλός.
-Σα δεν ντρέπεστε! Επιστήμων άνθρωπος!
Καταντράπηκε ο Βαγγελάρας, μουρμούρισε ένα «δεν βλέπω κάτι το παθολογικόν» κι έκατσε πίσω απ’ το γραφείο του να βρει τη χαμένη του αυτοπεποίθηση.
-«Αυτό δεν θα τ’ αφήσω έτσι!», ωρυόταν η μικρά. «Θα πάω στην αστυνομία! Θα το πω στη γυναίκα σου! Ρεζίλι θα σε κάνω!».
Μπήχτης ο Βάγγος, αλλά κορόιδο δεν ήταν.
«Πόσα;»
«5 χιλιαρικάκια. Και λίγα σου είναι!»
Τα σκάει με πόνο ψυχής ο επιστήμων, αναχωρεί σεινάμενο κουνάμενο το αρρωστιάρικο.
Το βράδυ στο σπίτι , ανόρεχτος ο Βαγγέλης.
-Τι έχεις, χρυσέ μου;
-Τίποτα. Κουρασμένος. Είχα κι ένα δύσκολο περιστατικό.
-Ποιο; Το Κατινάκι;
Ξερός ο Βάγγος.
-Ποιο Κατινάκι;
-Αυτό που του ‘βαλες χέρι και θέλει δέκα χιλιάρικα για να σωπάσει.
-Μα, του έδωσα ήδη πέντε, του ξεφεύγει τού Βάγγου και δαγκώνεται.
-Άστο πάνω μου, απαντά η γλυκιά σύζυγος.
Βρίσκει το τσουλάκι η σύζυγος, του εξηγεί πως φράγκο δεν θα πάρει και θα ‘χουμε μπερδέματα με τις αστυνομίες, τα σόγια, τον αρραβωνιάρη της που πέρα βρέχει και τα τοιαύτα, καθότι η Σουλάρα η σύζυγος δε μασάει από εκβιασμούς και καθαρίζει για το Βάγγο.
Ευγνώμων ο Βάγγος για το ξηγημένο γυναικάκι που παντρεύτηκε, θυμήθηκε φέτος και τα γενέθλιά της και τη γιορτή της και την επέτειο τού γάμου τους. Και τα βράδια, ταύρος ο Βαγγελάρας στο κρεβάτι κι ας έχει γράψει τα χιλιόμετρά της η Σουλάρα. Κοστίζει πολύ η ρημάδα η απιστία…….

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2009

Αρνάκι Γάλακτος


Ξεκινάμε από σήμερα τη δημοσίευση σειράς φοβερών ντοκυμαντέρ, για την Προδοσία, τη Δωσιλογία, τους Κουϊσλινγκς και τους λοιπούς πατριώτες που διακρίθηκαν για τα ανδραγαθήματά τους, επί Κατοχής.
Επειδή βαριέμαι να γράφω, η σειρά αναμένεται να ολοκληρωθεί την άνοιξη του 2017. Εν πάση περιπτώσει, από κάπου πρέπει να ξεκινήσουμε. Ξεκινάμε λοιπόν με ένα στιγμιότυπο από τη ζωή του μισθοφόρου Ζέρβα, γνωστού και με το nickname "Γούτας". Ο εν λόγω χοντρός, εκτός από το καλό φαϊ, είχε ιδιαίτερη προτίμηση στη σύναψη φιλικών σχέσεων με πράκτορες του εχθρού, όπως πχ τον ναζισταρά Χανς Γιάκομπ Μπίκελ.
Σε μια δόση, ο χοντρός έχει τσακώσει τον ρουφιάνο-ιταλιάνο υπολοχαγό Εντουάρντο Φερλάτσο, διαβόητο κατάσκοπο. Μαθαίνουν οι Εγγλέζοι ότι ο Χοντρο-Ναπολέων βαστάει τον Φερλάτσο και μέσω του Έντυ (όχι της μασκώτ των Iron Maiden, του Μάγιερς ενοοώ), διατάσσουν το παιδοβούβαλο να ανακρίνει και εν συνεχεία να τουφεκίσει τον ρουφιανάκο.
Αντί όμως ο Ζέρβας να εκτελέσει την εντολή, πιάνει και γράφει το εξής μήνυμα (αριθ. εξερχομένου 1381/20/2/43)) στον συνεργάτη του ΕΔΕΣ Γ. Κοσουβάτη :
Προς τον πατριώτην Κοσουβάτην Γρηγ.
1) Σε παρακαλώ να περιποιηθείς όσον μπορείς τον αγαπητόν μου Υπολοχαγό και εκλεκτό φίλο Φερλάτσο Εδουάρδο
2) Στείλε στα χωριά να βρης κανένα αρνί ή κατσίκι γάλακτος, ψήσε το και στείλε λίγο και κατά μένα. Πηγαίνω προς Μεγαλόχαρην.
Μεσόπυργος, 20/2/43 ώρα 15.
Ο Αρχηγός Ν. Ζέρβας.
Του ψήνουνε το αρνί του μουστερή του ιταλιάνου και όχι μόνο αυτό, αλλά αφού τον καρδάμωσαν κιόλας, τον φόρτωσαν σ' ένα καϊκι, να γυρίσει σπίτι του, να συνεχίσει το φαγοπότι με μακαρονάδες, αν μη τι άλλο. Πάει ο Φερλάτσο, αντίο μπέλλα Γκρέτσια !
Στους Εγγλέζους είπανε πως τάχα το έσκασε, κάτι που αποκλείεται, αφού ο Ιταλός ήταν αδύνατον να σχεδιάσει και εκτελέσει μόνος του απόδραση, αποχαυνωμένος από τη χώνεψη ενός ολόκληρου αρνιού (καλά, όχι ολόκληρου, έφαγε κάτι κοψίδια κι ο σαπιοκοιλιάς, ο αρχηγός).
Και σα να μην έφταναν αυτά, το ίδιο σκηνικό επανελήφθη αργότερα με δυο Γερμαναράδες, αιχμαλώτους κι αυτούς. Τους τάϊσαν , τους πότισαν, τους έδειξαν τ' αρχαία, ίσως να τους χάρισαν και κάνα σουβενίρ και μετά τους έστειλαν κι αυτούς στην πατρίδα, αφού αποχωρίστηκαν μέσα σε συγκινητικό κλίμα.
Όπως καταλαβαίνει κανείς, όνειρο κάθε εχθρού επί ελληνικού εδάφους ήταν να πέσει στα χέρια του ΕΔΕΣ. Ήξερε ότι θα φάει, θα πιεί, θα πεί κι ένα τραγούδι κι έπειτα απολυτήριο και σπίτι. Για να μην σου πω ότι πήγαιναν και παραδινόσαντε μόνοι τους : "-Παραδίδομαι ! -Τί έχει το μενού σήμερα?"


Έξαλλος μετά απ' όλ' αυτά ο Έντυ, στέλνει στον Ζέρβα το κάτωθι χεστήριον :

Σκιαδάδες, 4-8-43,
Την άνοιξιν σας προειδοποίησα για τον Ιταλό αξιωματικό Φερλάτσο. Ηρνηθήκατε να τον τυφεκίσητε, αν και σας είπα ότι το Στρ. Μέσης Ανατολής το επεθύμει. Εδραπεύτεσε
(σσ -εμένα μου λες ?) με σημαντικές πληροφορίες. Σας συνεβούλευσα να προσέξετε πολύ τους δύο Γερμανούς. Κι αυτοί εδραπέτευσαν (σσ -εμένα μου λες ?). Το θεωρώ αυτό ως μεγάλην αμέλειαν που μπορεί να βλάψη σοβαρά τον αντάρτικον αγώνα (σσ : χεστήκαμε !) και να στοιχίσει πολλές ζωές Ελλήνων (σσ : -τώρα τα παραλές!). Δεν μπορώ να καταλάβω τέτοιες εγκληματικές αμέλειες (σσ : -εμ, τέτοιος μπούφος που είσαι, τί να καταλάβεις?).
Ο αρχηγός της εν Ελλάδι Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής (σσ :-ναι, τώρα κατουρηθήκαμε)
Έντυ


Βρε, άειντε κάνε δουλειά σου, που σε βάλαμε και τσολιά στ' απαυτά μας! Έντυ, ε Έντυ.
Έτσι είμαστε εμείς, φιλόξενος λαός. Όχι όποιον βρούμε, άειντε τον τουφεκάμε !
Για τί τους πέρασες δηλαδή τους Ιταλούς και Γερμανούς κατασκόποι ? -Για ψαρόνια ? Ανθρώποι ήσαντε. Και πολύ ευαίσθητοι μάλιστα. Και καλοφαγάδες.

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2009

Ρυποχαράτσι





Η φορολόγηση θα είναι ανάλογη τής εκπομπής ρύπων, φημολογείται! Πάει, καταστραφήκαμε!

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2009

Δώστε Πόρσε στο λαό!

Τί θα γίνει, παίδες; Με το σμαρτάκι θα τη βγάλουμε; Δημοπρασίες αυτοκινήτων ακούμε και δημοπρασίες δεν βλέπουμε. Βγάλτε ρε στο σφυρί τα πορσικά, τα καγιενικά και τους κομπρέσσορες, να τσιμπήσουμε κάνα κομμάτι! Να κάνουμε και το κομμάτι μας, εμείς τα πουρά!

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2009

Το Τσουκάτο

Και πάει το Τσουκάτο (αθάνατη Μαλβίνα!)στον εισαγγελέα.
-Τα βούτηξες, ρε;
-Ναι, τα βούτηξα!
-Ε, πες το ντε!
-Ναι, αλλά τα ‘δωσα!
-Πού τα ‘ δωσες;
-Στο κόμμα!
-Ρε, άσε τα πούστικα! Το κόμμα λέει πως δεν τα έχει στα βιβλία του.
-Με δουλεύεις, κύριε Εισαγγελέα; Γράφονται τα φακελλάκια στα βιβλία;
-Σωστά! Και σε ποιόν τα 'δωσες τότε; Να τον μπουζουριάσουμε!
-Να σου πω τη μαύρη μου αλήθεια, κύριε Εισαγγελέα, δεν θυμάμαι. Ήταν πολλοί.
-Καλά, εσύ πήρες κάνα φράγκο ή σε πιάσανε Τσουκάτο;
-Ε, το κατιτίς μου τόβγαλα κι εγώ!
-Άντε ρε! Φαίνεσαι μπεσαλής. Έχεις 100 χιλιάρικα;
-Με προσβάλλεις, κυρ Εισαγγελέα! Τόσα χρόνια δουλεύω.
-Άντε, σκάστα! Και μη μου ζητήσεις τόκους!
-Σπαθί είσαι κυρ εισαγγελέα!

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009

Ο Πεταλούδας κι ο ίσκιος του


Βιβλίο ογκώδες που τρομάζει. « Άμα είναι καλό», σκέφτεσαι, «θα πρέπει να το διαβάσω όλο». Και πού καιρός για 700 σελίδες! Διάβασμα αποσπασματικό, πέντε- δέκα σελίδες τη μέρα, εμένα δεν μου πάει. Άσε που ξεχνάω και τα προηγούμενα, ξαναγυρίζω πίσω , στο τέλος βαριέμαι και παρατάω το βιβλίο στη βιβλιοθήκη να κάνει παρέα στην Ιστορία τού Παπαρρηγόπουλου. Μου το είχε κάνει δώρο ο Πρωτεσίλαος, όμως, κι έπρεπε να του ρίξω μια ματιά, γιατί είναι παρεξηγιάρης και περίεργος. Θα με τρέλαινε στις ερωτήσεις και στις προτροπές. «Το διάβασες; Να το διαβάσεις!».
«Να διαβάσω καμιά πενηνταριά σελίδες», σκέφτηκα, «να βρω καμιά δεκαριά παπαριές, να το παρατήσω και να έχω και να του τη λέω». Την πάτησα ,όμως. Το βιβλίο ζήταγε και παρακάτω. Κι όσο του έκανες τη χάρη, τόσο σε συνέπαιρνε. Χρόνια είχα να διαβάσω Έλληνα μυθιστοριογράφο τής προκοπής. Απ’ τα γυμνασιακά μου χρόνια. Κι ένα μπορώ να πω. Ο δάσκαλος, γιατί δάσκαλος της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι ο συγγραφέας, δεν παίζεται. Το κατέχει το τόπι . Τόσο που ανοίγεις το στόμα σα χάνος, ξεχνάς ν’ ανάψεις τσιγάρο ή σου πέφτει η στάχτη στο πουκάμισο και δεν σε παίρνει ο ύπνος, αν τον διαβάζεις βράδυ ξαπλωμένος. Μπράβο, ρε Ισίδωρε, πολύδωρε!