Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2009

Μπήκαν τα γίδια στο Μαντρί

Μπήκαν μωρέ μπήκαν τα γίδια στο μαντρί

Μπήκαν μωρέ μπήκαν τα γίδια στο μαντρί

Τα πρόβατα στη στρούγκα Χρυσούλα κι αδερφούλα

Κι η Χρύ μωρέ κι Χρύσω δεν εφάνηκε

να ροβολάει στη στάνη μαζί με το Γιουρντάνι.

Ρωτά μωρέ ρωτά τε τους τσομπάνηδες

και τους τσομπαναραίους βλάχους κι βλαχαραίους

Μην ει μωρέ μην είδατε τη Χρυσαυγή ;

Τη Χρύσω τη Χρυσούλα και τη σταυραδερφούλα.



www.mantri.gr

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Το κιλτ και τα τρελλά του



Ο Ίαν την είχε από μικρός την πετριά. Γονείς γιατροί, παππούδες γιατροί, ε δε θες και πολύ να τη δεις Ιπποκράτης. Και το ‘ριξε στη βαθιά μελέτη. Ψιλοπράματα δηλαδή, μην τα παραλέμε κιόλας, καθώς στην ανατολή τού εικοστού αιώνα δεν είχες να διαβάσεις και πάρα πολλά για να γίνεις ντόκτορας. Πασπάτευες κάνα σκελετό, οστεολογία μάθαινες. Ξέθαβες κάνα φρέσκο πτώμα, το άρχιζες στις μαχαιριές, εύρισκες πού είναι τα φιλέττα και πού τα κότσια, πάπαλα και η μυολογία. Αν ήσουν δε και πάρα πολύ τολμηρός κι άντεχες στην πτωματίλα, έσκαβες και παρά μέσα κι όλο και κάτι εύρισκες. Καρδιές, συκώτια, σπληνάντερα. Ε, μπιτ να σου ‘κοβε ,έπαιρνες μυρωδιά και του τι εστί σπλαγχνολογία. Βέβαια, αν σ’ έβλεπε περαστικός να μαστορεύεις τεζαρισμένους, έκοβε δρόμο κι άλλαζε σώβρακο. Γι αυτό βγήκαν και οι φράσεις: «Έχεις κότσια, έχεις άντερα, ρε;».Με το καύκαλο δεν πολυασχολιόσουν, γιατί ήταν μεγάλος μπελάς. Γεμάτο καλώδια και συνδέσεις που άντε να βρεις άκρη! Άσε που αν δοκίμαζες να τα πειράξεις σε κάνα ζωντανό, την άλλη μέρα περπάταγε σαν κάβουρας!
Θρασύς, μπίχλας και τυμβωρύχος λοιπόν ο Ίαν , τσουπ στα 27 του, το τσίμπησε το πτυχίο. Έπρεπε, όμως ,και να περετήσει τη θητεία του. Μπάρμπα στην Κορώνη είχε, τον βάλανε στην αεροπορία ν’ αερίζει τα ούμπαλα του σμήναρχου. Κι εκεί που του κούναγε τη φτέρη κι ο σμήναρχος δροσιζόταν, ακούστηκαν φωνές.
-Φωτιά, ρε!
Το βάζει στην πιλάλα ο σμήναρχος με τα βρακιά κατεβασμένα κι έμεινε ο Ίαν με το φτερό στο χέρι. Τον έτρωγε όμως κι η περιέργεια. Βγαίνει απ’ τη σκηνή, τί να δει! Ένα βομβαρδιστικό, τίγκα στις μπόμπες, καιγόταν. Και μέσα είχαν εγκλωβιστεί κάτι μαλάκες που φωνάζανε βοήθεια. Σαλτάρει ο Ίαν, ανοίγει τα πορτέλια, όξω οι αρκουδόμαγκες, ήρωας ο Σκωτσέζος ο Ίαν! Τσιμπάει και το παράσημο, παρ’ ότι κάποιοι φώναζαν πως το έκανε για να κατοχυρώσει τα πτώματα, να έχει να μελετάει.
Την έβγαλε μπέικα την υπόλοιπη θητεία ο Ίαν, αποστρατεύτηκε και εξεστράτευσε εναντίον ενός νοσοκομείου. Κι επειδή εκεί μέσα τού απαγορεύανε την πρόσβαση στον νεκροθάλαμο, βρήκε άλλο χόμπι ο αθεόφοβος. Θυμήθηκε κάτι μαραφέτια που είχε δει στην αεροπορία, ραντάρ τα λέγανε, αγόρασε μερικά κι άρχισε να τα χαρχαλεύει. Σκέφτηκε, «ρε αυτά εδώ ανιχνεύουν όγκους από μακριά, μπας και μπορώ να διαγνώσω κι εγώ κάναν όγκο σε καμιά σαπιοκοιλιά;». Βγάζανε οι άλλοι χασάπηδες χολές, στομάχια, μήτρες, ωοθήκες, τσουπ ο Ίαν , τσίμπαγε τα κρέατα και τα πέρναγε απ’ το ραντάρ. Συνάντησε κι έναν τρελλομηχανικό που του άρεσαν κι αυτουνού οι πατσές και δεν αφήσανε μπριζόλα για μπριζόλα και κιμά για κιμά ασκανάριστο. Τον μυριστήκανε οι αποδέλοιποι και του κόλλησαν το παρατσούκλι «ο τρελλο-Ίαν».
Ήτανε και πουτανιάρης ο Ίαν, διάλεξε να γίνει γυναικολόγος. Του άρεσαν και τα μεγάλα βυζιά, κι έτσι όποια μπαλκονάτη έμπαινε στο νοσοκομείο ,τη ρώταγε.
-Να σας τραβήξω ένα σκαναρισματάκι;
Άσπρη μπλούζα έβλεπε η άλλη, σοβαρό ύφος είχε ο Σκωτσέζος, ξεβρακωνόταν η κυρία.
-Ευχαρίστως, γιατρέ μου!
Την πασπάτευε με το σκανεράκι, κι όχι μόνο, ο μπήχτης και στο τέλος έλεγε:
-Μηδέν εις το πηλίκιον.
Ευχαριστημένη απ’ τη διάγνωση κι απ’ το πασπάτεμα η κυρά σκεφτόταν:
-Γιατράκλα, ο πούστης!
Οι άλλοι κρεοπώληδες, όμως, τον είχανε τρελλάνει στο δούλεμα.
-Ρε Ίαν, πάλι με το σκανεράκι θα πηδήξεις;
Ώσπου μια μέρα βαράει συναγερμός. Μπαίνει μια, διπλωμένη στα δύο.
-Όι, όι, μάνα μου!
-«Μωρή, τί έχεις και σκούζεις; Γεννάς;», τη ρωτάει ένας χειρουργός.
-Τι λες, γιατρέ μου; Έχω να δω χαρά στα μπούτια μου κάτι χρόνια!
Πασπατεύει η χειρουργάρα, βλέπει μια κοιλιά τούμπανο, κάτι πιάνει, φωνάζει και κάτι άλλες διάνοιες, μπαίνει η διάγνωση. Όγκος στομάχου!
-Άνοιξέ την , του ψιθυρίζουν οι σοφές κεφαλές.
-Τι λέτε, ρε μαλάκες! Να μπλέξω; Η μάζα είναι καθηλωμένη. Έτσι και βάλω νυστέρι , θα την στείλω μια ώρα αρχύτερα να κοιτάει τα ραδίκια ανάποδα. Άστε αυτή τη δουλειά στον καλό Θεούλη.
Την παράτησαν την άμοιρη να βογγάει.
-Ωχ, μάνα μου! Πεθαίνω!
Κείνη την ώρα έβγαζε βόλτα το μηχανάκι του ο Ίαν.
-Να σας σκανάρω;
-Ρε, δε με χέζεις κι εσύ! Κάνε ό,τι θέλεις! Έτσι κι αλλιώς για τα θυμαράκια είμαι!
Βάζει το μαραφέτι ο Ίαν κι εκβάλλει φωνήν μεγάλην.
-Στο χειρουργείο!
-Τι λες, ρε θεοπάλαβε! Και ποιος θα την ανοίξει; Η χειρουργάρα αρνήθηκε!
-Εγώ!
-Τί εσύ, ρε θεομπαίχτη! Γυναικολόγος είσαι! Βγάζεις και στομάχια;
-Δεν έχει καρκίνο στομάχου! Κύστη ωοθήκης, τεράστια έχει!
Κάνουν τον σταυρό τους παθολόγοι, χειρουργοί, αδελφές κι εργαλειοδότριες κι αφήνουν τον Ίαν να βάλει νυστέρι. Και βγάζει μια κυστάρα σαν καρπούζι ο Ίαν, ξεφουσκώνει η καψερή και το πηδάει το ποταμάκι.
Κι έτσι ο Ian Donald ονομάστηκε πατέρας των υπερήχων. Από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια!

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

Ο Μίζας και Τίποτας




Προς
‘Ολα τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης Αθήνα, 8.10.09


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ


ΘΕΜΑ: ΤΟ ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ ΥΓΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟ ΑΒΡΑΜΟΠΟΥΛΟ ΣΤΟ ΠΑΡΑ ΠΕΝΤΕ ΤΗΣ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ


• Καταγγέλλουμε τον απελθόντα Υπουργό Υγείας Κο Αβραμόπουλο ως πολιτικά ανακόλουθο, αφερέγγυο και αδίστακτο.
• Συνεπέστατος στη γραμμή της πολιτικής αναξιοπιστίας, πρωταθλητής των μεγάλων λόγων, των υποσχέσεων και δεσμεύσεων χωρίς αντίκρυσμα, αλλά και της ιδιοκτησιακής αντίληψης άσκησης της εξουσίας, επιδεικνύοντας συμπεριφορά Μαυρογιαλούρου, εγκαταλείποντας τον Υπουργικό θώκο, στο παρά πέντε, φρόντισε και τακτοποίησε νομοθετικά τις εκκρεμότητες και προφανώς τις δεσμεύσεις του απέναντι στα εξωϊατρικά επιχειρηματικά συμφέροντα και τα ολιγοπώλια της υγείας, τα οποία σκανδαλωδώς ευνοήθηκαν επί θητείας του.

• Πάνω στην αναμπουμπούλα των εκλογών και δύο μέρες πριν τη διεξαγωγή τους, επανελήφθη το ίδιο απαράδεκτο σκηνικό των εκλογών του 2007, όταν δύο μέρες πριν στηθούν οι κάλπες, λάθρα πέρασε το Π.Δ.198/2007, δώρο και αυτό στα επιχειρηματικά συμφέροντα της υγείας.

• Έτσι και τώρα λειτουργώντας εν κρυπτώ κατά την προσφιλή του τακτική, πέρασε με «διπλωματική μαεστρία» το Π.Δ. 180/2009(ΦΕΚ Α210/2.10.09), που αφορά τις άδειες ίδρυσης και λειτουργίας των μονάδων Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, φέρνοντας σε πέρας την επιχείρηση «ξεπούλημα της Π.Φ.Υ. στα επιχειρηματικά συμφέροντα και τα ολιγοπώλια της υγείας».

• Άραγε γιατί αυτή η πρεμούρα; Ποιους εξυπηρετούσε; Για τον κο Αβραμόπουλο δεν υπάρχουν όρια; Δεν υπάρχουν φραγμοί;

• Με αυτόν τον άθλιο τρόπο, ολοκλήρωσε το επιχειρηθέν και ακυρωθέν νομοθετικό πραξικόπημα του Αυγούστου 2008, μετά την αποκάλυψή του και τον ξεσηκωμό του συνόλου του ιατρικού κόσμου της χώρας, αλλά και την παρέμβαση του τότε Πρωθυπουργού.
• Τα πειστήρια του «εγκλήματος» είναι υπαρκτά και όποιος αμφιβάλλει τον προκαλούμε δημόσια να τα αμφισβητήσει.

• Με την ευκαιρία της αποχώρησής του από το Υ.Υ.Κ.Α. έγραψε για μιά φορά ακόμη στα κατώτερα των υποδημάτων του τις δημόσιες γραπτές και ενυπόγραφες δεσμεύσεις του, τις δημοκρατικές διαδικασίες και ένα μεγάλο μέρος του ιατρικού κόσμου της χώρας.

• Πρόκειται για απαράδεκτη πολιτική πράξη απροκάλυπτης προώθησης της πλήρους εμπορευματοποίησης του αγαθού της υγείας, που με συνέπεια υπηρέτησε όλα αυτά τα χρόνια της Υπουργίας του.

• Δεν απομένει καμιά αμφιβολία πλέον γιατί επέδειξε έλλειμμα πολιτικής βούλησης να νομοθετηθεί σαφές πλαίσιο για την Π.Φ.Υ., παρότι πάμπολλες φορές εξαγγέλθηκε για επικοινωνιακούς λόγους και ποτέ δεν υλοποιήθηκε.

• Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής, ήταν ο χώρος της Π.Φ.Υ. επί των ημερών του κ. Αβραμόπουλου να έχει καταστεί «ξέφραγο αμπέλι», όπως κατ’ επανάληψη καταγγείλαμε ως Ι.Σ.Α.

• Ο κ. Αβραμόπουλος με την πολιτική του αυτή πράξη , ολοκλήρωσε τη συνειδητή πολιτική επιλογή του της πλήρους επαγγελματικής εξόντωσης του μαχόμενου ΄Ελληνα ελεύθερου επαγγελματία γιατρού και άνοιξε πεδίο δόξης λαμπρό για τα SUPER – MARKETS της Υγείας.

• Δεν μας απομένει παρά να αναφωνήσουμε ΑΞΙΟΣ! ΔΟΞΑΣΤΕ ΤΟΝ!!

• Καλούμε τη νέα πολιτική ηγεσία του Υ.Υ.Κ.Α. να εξετάσει με τη δέουσα προσοχή και ευαισθησία το νομοθετικό αυτό δωράκι στο επι θύραις ΚΑΡΤΕΛ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ και τις συνέπειές του, ώστε να επιτευχθεί μια νομοθετική ρύθμιση που θα υπηρετεί τη Δημόσια Υγεία και τον ΄Ελληνα πολίτη κατά το πρότυπο του Π.Δ. 84/2001 και όχι τα συμφέροντα των ολίγων.

• ΖΗΤΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΜΕΣΗ ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΟΥ.
• Υπενθυμίζουμε ότι το Π.Δ. 84/2001 που αντικαταστάθηκε από το κατασκεύασμα του κ. Αβραμόπουλου, ήταν αποδεκτό από τον ιατρικό κόσμο και τους κοινωνικούς εταίρους, είχε προηγηθεί διάλογος και εκινείτο προς την ορθή κατεύθυνση. Πρότασή μας και δέσμευσή του ήταν με βάση και τις επισημάνσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ όσον αφορά την εξουσιοδοτική διάταξη να προχωρήσει σε θέσπιση νόμου που θα διασφάλιζε πλήρως τη δημόσια υγεία και την επαγγελματική και επιστημονικη ανεξαρτησία των ιατρών κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους. Τίποτε από αυτά δεν τηρήθηκε.

• Στο πλαίσιο των μηνυμάτων που εξέπεμψε η πρόσφατη λαϊκή ετυμηγορία, προσβλέπουμε ότι θα επαληθευθεί ο σεβασμός προς την κοινωνία των πολιτών και θα γίνει πράξη η συμμετοχή τους στην κοινή προσπάθεια για μια «καλύτερη Ελλάδα» σύμφωνα και με την πρόσφατη ρήση του Πρωθυπουργού κ.Γ.Παπανδρέου.


Για το Δ.Σ. του Ι.Σ.Α.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΣΩΤ.ΡΗΓΑΚΗΣ
Ο ΓΕΝ.ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΓΕΩΡΓ.ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

Πάμε!

Η σύνθεση του Υπουργικού Συμβουλίου

Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης με αρμοδιότητα συντονισμού των συλλογικών κυβερνητικών οργάνων ΚΥΣΕΑ και Επιτροπής Οικονομικής και Κοινωνικής Πολιτικής: Θεόδωρος Πάγκαλος

Υπουργείο Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης
Υπουργός: Γιάννης Ραγκούσης
Υφυπουργός: Ντίνος Ρόβλιας
Υφυπουργός με έδρα τη Μακεδονία: Θεοδώρα Τζάγκρη

Υπουργείο Οικονομικών
Υπουργός: Γιώργος Παπακωνσταντίνου
Υφυπουργός: Φίλιππος Σαχινίδης

Υπουργείο Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας
Υπουργός: Λούκα Κατσέλη
Υφυπουργός: Σταυρος Αρναουτάκης
Υφυπουργός με έδρα τη Μακεδονία: Μάρκος Μπόλαρης

Υπουργείο Εξωτερικών
Υπουργός: Γιώργος Παπανδρέου
Αναπλ. υπουργός: Δ.Δρούτσας
Υφυπουργός: Σπύρος Κουβέλης

Υπουργείο Εθνικής Αμυνας
Υπουργός: Ευάγγελος Βενιζέλος
Αναπληρωτής υπουργός: Πάνος Μπεγλίτης

Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης
Υπουργός: Ανδρέας Λοβέρδος
Υφυπουργός: Γ.Κουτρουμάνης

Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων
Υπουργός: Αννα Διαμαντοπούλου
Υφυπουργός: Εύη Χριστοφιλοπούλου
Υφυπουργός: Γ.Πανάρετος

Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Πολιτικής
Υπουργός: Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου
Υφυπουργός: Φώφη Γεννηματά

Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων
Υπουργός: Δημήτρης Ρέππας
Υφυπουργός: Γιάννης Μαγκριώτης
Υφυπουργός: Νίκος Σηφουνάκης

Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής
Υπουργός: Τίνα Μπιρμπίλη
Υφυπουργός: Γιάννης Μανιάτης
Υφυπουργός: Θάνος Μωραΐτης

Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη
Υπουργός: Μιχάλης Χρυσοχοΐδης
Υφυπουργός: Σπύρος Βούγιας

Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
Υπουργός: Χάρης Καστανίδης
Υφυπουργός: Απ.Κατσιφάρας

Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού
Υπουργός: Πάνος Γερουλάνος
Υφυπουργός: Αντζελα Γκερέκου

Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων
Υπουργός: Κατερίνα Μπατζελή
Υφυπουργός: Μιχάλης Καρχιμάκης

Υπουργός Επικρατείας παρά τω πρωθυπουργώ: Χάρης Παμπούκης
Υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ και κυβερνητικός εκπρόσωπος: Γ.Πεταλωτής

Πρόεδρος της Βουλής θα προταθεί ο Φίλιππος Πετσάλνικος, γραμματέας της ΚΟ θα προταθεί ο Χρήστος Παπουτσής, ενώ κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι θα ορισθούν οι Χρ.Παπουτσής και Π.Ευθυμίου.

Τα δύο«όχι»

Πρέπει να σημειωθεί ότι η θέση του υπουργού Περιβάλλοντος προτάθηκε στον επικεφαλής της προεκλογικής καμπάνιας των Οικολόγων Πρασίνων Νίκο Χρυσόγελο, ο οποίος όμως δεν αποδέχθηκε την πρόταση.

Επίσης, «όχι» στην πρόταση να αναλάβει καθήκοντα υφυπουργού Προστασίας του Πολίτη είπε η Μαρία Δαμανάκη.

Η νέα κυβέρνηση σε αριθμούς

Η νέα κυβέρνηση συγκροτείται από 14 υπουργεία με αντίστοιχο αριθμό υπουργών. Mετέχουν 22 υφυπουργοί, ενώ από το σύνολο των 36 υπουργών και υφυπουργών 24 μετέχουν για πρώτη φορά σε κυβέρνηση με μόνο 12 να έχουν προηγούμενη κυβερνητική εμπειρία.

Μετέχουν επίσης εννέα γυναίκες, από τις οποίες οι πέντε είναι υπουργοί και οι τέσσερις υφυπουργοί.

Στην κυβέρνηση συμμετέχουν πέντε εξωκοινοβουλευτικοί υπουργοί: Χ.Παμπούκης, Δ.Δρούτσας, Γ.Πανάρετος, Φώφη Γεννηματά και Τίνα Μπιρμπίλη.

Τα νέα υπουργεία



Το νέο Υπουργικό Συμβούλιο αποτελείται από 14 υπουργεία. Σε αυτά περιλαμβάνονται το νέο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη (πρώην Δημόσιας Τάξης), στο οποίο μεταφέρονται:

* Από το υπουργείο Εσωτερικών η ΓΓ Δημόσιας Τάξης και η ΓΓ Πολιτικής Προστασίας.

* Από το υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας -το οποίο συγχωνεύεται με το υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών- η Διεύθυνση Ασφάλειας Ναυσιπλοΐας, η ΓΓ Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής και το Λιμενικό Σώμα.

Ακόμα, τα υπουργεία Πολιτισμού και Τουριστικής Ανάπτυξης συγχωνεύονται σε υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού.

Επίσης, το υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών μετονομάζεται σε υπουργείο Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και συγχωνεύονται σε αυτό τα υπουργεία Ανάπτυξης και Εμπορικής Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής.

Τέλος, το υπουργείο Μακεδονίας - Θράκης μετατρέπεται σε ΓΓ Μακεδονίας - Θράκης και οι αρμοδιότητές της υπάγονται στο υπουργείο Εσωτερικών.

Το «Οβάλ Γραφείο»

Δείτε το βίντεο

Το γραφείο του πρωθυπουργού είναι οργανωμένο κατά τα πρότυπα του Λευκού Οίκου και θα ασκεί εποπτικό και συντονιστικό ρόλο. Τα στελέχη του θα είναι πανεπιστημιακοί, τεχνοκράτες και στενοί συνεργάτες του Γ.Παπανδρέου.

Μία πρώτη γεύση του γραφείου αυτού δόθηκε κατά την ορκωμοσία του νέου πρωθυπουργού.

Στο προεδρικό Μέγαρο συνόδευσαν τον κ. Παπανδρέου ο πρώην γραμματέας του ΠΑΣΟΚ Ν.Αθανασάκης, οι πανεπιστημιακοί Χ.Παμπούκης, Σ.Λύτρας και Γλυκερία Σιούτη, καθώς και ο υπεύθυνος για θέματα Τύπου του πρωθυπουργού Ν.Ζιώγας.

Τα πρόσωπα αυτά αναμένεται να καταλάβουν τις εξής θέσεις: Ο κ. Αθανασάκης διευθυντής του γραφείου του πρωθυπουργού, ο κ. Λύτρας γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, η κ. Σιούτη προσωπάρχης του Μεγάρου Μαξίμου και ο κ. Ζιώγας υπεύθυνος επικοινωνίας.

Ο κ. Παμπούκης ορίστηκε υπουργός Επικρατείας παρά τω πρωθυπουργώ.

Newsroom ΔΟΛ

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2009

Αρμάντο



«Ουδείς προφήτης στον τόπο του», που λέει κι η λαϊκή ρήση. Κι έτσι ο Νταλάκας, πληγωμένος από την έλλειψη κατανόησης των Μυτιληνιών συμπολιτών του, σάλταρε στο καϊκάκι, κύμα πήρε, κύμα άφησε, ξέρασε τα σωθικά του, χτύπησε 25 πίεση απ’ τ’ αλάτι που κατάπιε και τσουπ ξημερώματα στον Περαία. Στα μπαγκάζια του ένα μονόκλ, κάτι γκέττες, μια μαύρη ζακέτα και πολλή αυτοπεποίθηση. Έκοψε δρόμο μέσα από περιβόλια, ξαλάφρωσε πορτοκαλιές, κόπρισε λεμονιές, πότισε πευκάκια και κατά το σούρουπο σκάει μύτη στην πλατεία τού Συντάγματος.
Τέχνη δεν ήξερε ο Τηλέμαχος Νταλάκας, την εργασία τη σιχαινόταν. Βάραγε ταμπούρλο το στομάχι του , τον έσφιξαν οι λόρδες, αλλά ο τρελλός με την τρελλάρα του γεμίζει την κοιλάρα του. Ξεζαλικώνεται τα μπαγκάζια, φοράει τη ζακέτα, τις μπότες και το μονόκλ, ανηφορίζει δυό σκαλάκια κι αρχίζει να εκφωνεί λόγο πολιτικό σε άπταιστη καθαρεύουσα. Ιδρύει κόμμα επί τόπου, κόμμα κυανολεύκων, εξαγγέλλει μεταρρυθμίσεις, δημιουργεί Υπουργείο έρωτος και βαφτίζεται ταχύτατα από τους διερχομένους Πρόεδρος. Τσιμπάει και κάτι δεκάρες για το υπαίθριο σόου και βγάζει τη νύχτα μπέικα.
«Η δουλειά έχει ψωμί», σκέφτηκε ο Τηλέμαχος και το ‘ριξε στις προεκλογικές συγκεντρώσεις. Τσούρμο οι περίεργοι, «πες τα, Πρόεδρε!», «ρίχ’ τα, μεγάλε!», ε!, δεν θέλει και πολύ να την κάνει τσίου ο άνθρωπος. Κότσαρε κι ένα ψηλό καπέλο, φόρεσε και το μπλαζέ υφάκι και την έβγαζε κοτσάνι ο Πρόεδρας. Βόηθαγε και το μπόι του κι η λόρδωσή του και σε λίγες μέρες πρώτη φίρμα στην Αθήνα. Την ανθίζονται τη δουλειά οι φραγκάτοι καφενόβιοι της περιοχής, τον μπάζουν τον Τηλέμαχο στις παρέες τους, χειροκροτούν τις παρλαπίπες του, σπάνε πλάκα με τις ατάκες του, πίνει και τρώει τζάμπα ο τρελλάρας, ανατσουτσουρώνονται και κάτι μουστόγριες με την παλαβομάρα του, χέζεται στο τάλλαρο ο παλαβιάρης.
Περιζήτητος ο Πρόεδρας, πληθαίνουν οι οπαδοί του, ανάγκη μεγάλη να διαδοθούν οι πρωτοποριακές ιδέες του. Προκύπτει, λοιπόν, ανάγκη εντύπου. Και στήνει εφημερίδα με χορηγίες ο μουρλός και πουλάει χιλιάδες φύλλα την ημέρα , "δώσε και μένα ,μπάρμπα!" Και σκαρώνει και πρωτοσέλιδο:
«Αθηναίoι βγάλτε με
και θα περνάτε φίνα
φρενoκoμεία πάμπoλλα
θα κτίσω στην Αθήνα».
Αλλά είχε μεγάλο ανταγωνισμό ο Πρόεδρας. Ταραχώδης η εποχή του μεσοπολέμου, οι κυβερνήσεις πέφτανε, φρέσκοι πολιτικοί μαϊντανοί ξεφυτρώνανε από παντού, ξεπέρασαν σε παροχές τον Τηλέμαχο, ξέφτισε η θωριά του. Κι έπεσε σε μαρασμό και στο αλκολίκι.
Πέρασε κι ο μπόγιας ένα βράδυ, τον βρήκε περιπλανώμενο, τον πέρασε για θηριώδη κόπρο και τον μπαγλάρωσε. Στη διαδρομή πήρε πρέφα πως επρόκειτο περί είδους διαφόρου των κυνών και τον ξεφόρτωσε σε ένα ωραίο κτηματάκι στο Δαφνί, όπου εφιλοξενούντο αναλόγου συμπεριφοράς όντα.
Τα έμφυτα χαρίσματα τού ηγέτη, όμως, γρήγορα αποκαλύπτονται. Και σύντομα ο Δελαπατρίδης κατέλαβε το αξίωμα της πρωθυπουργίας τού ιδρύματος με την τεράστια έκταση και τα πάμπολλα οικοδομήματα. Κι άφησε το κτιριάκι της Παλαιάς Βουλής στους γνωστικούς της εποχής. Και εφάνη η τεράστια αξία της ευεργεσίας του Χιώτη λεφτά Δρομοκαϊτη για την οποία ο Σουρής συνέγραψε:

Ω Εορτή των Εορτών...Ω ευτυχής ημέρα!
Ω! τώρα πρέπει ο καθείς του Άστεως πολίτης
να βάλει στο μπαλκόνι του μια κόκκινη παντιέρα
με μιαν χρυσή επιγραφή " Ζωρζής Δρομοκαϊτης"
Ναι! τώρα πρέπει στολισμός με δάφνες και μυρσίνες
Ναι! τώρα πρέπουν κανονιές, φανάρια και ρετσίνες
Φρενοκομείο κτίζεται και στη σοφή Ελλάδα!
Α! ο Θεός εφώτισε τον Χιώτη τον Ζωρζή
και τώρα μέσα στου Δαφνιού την τόση πρασινάδα
θα βρίσκουμε παρηγοριά κι η μνήμη του θα ζει
Ω μέγα ευεργέτημα των ευεργετημάτων!
Ω μόνον οικοδόμημα των οικοδομημάτων!

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Τελική ευθεία



Προς αναζήτηση domain name. Καμμιά ιδέα;

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Ψηλά αφόδευε και τήρα γύρω

Προς ομάδα προγραμματισμού.
Κυρίαι και κύριοι,
Το εγχείρημα πρέπει να είναι εντυπωσιακόν, πρωτότυπον, ελκυστικόν. Το περιβάλλον, φιλικόν και εύχρηστον. Αι δυνατότητες τεράστιαι, καθ’ όσον προβλέπεται πλημμυρίς αρθρογράφων και χρηστών. Λάβετε ,όμως, υπ’ όψιν σας και το εξής. Θα ενοχληθούν αρκετοί άμα τη ενάρξει λειτουργίας. Τουτέστιν, πρέπει να έχουν γνώσιν οι φύλακες. Τα οχυρωματικά έργα πρέπει να είναι απροσπέλαστα από τον εχθρόν, όστις καραδοκεί και αναζητεί την κερκόπορταν. Οφείλετε ,λοιπόν, να ακολουθήσετε την επί Τουρκοκρατίας τακτικήν των κυνηγημένων, όταν καθίστατο επιτακτική η ανάγκη δια την «ανάγκη των». Ο Τούρκος ηδύνατο να τους καταλάβη εξαπίνης και με βράκας εις κατιούσαν πορείαν. Η λύσις, ουν, ήτο η εξής, την οποίαν σας προτείνω να ακολουθήσετε εις τον προγραμματισμόν ασφαλείας τής εν δημιουργία ιστοσελίδος. Κι επειδή οι πολλοί λόγοι πενία εστίν, ιδού η τακτική:






Υ.Γ. Διότι αλλέως, "μηδέν εις το πηλίκιον" που λέει κι ένας άλλος Πρόεδρος.

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2009

Fora στη φόρα

Είναι εντυπωσιακό το πώς έλκονται οι γκουρούδες από την ιδέα του να επιβάλλουν οι ίδιοι ban σε άλλους χρήστες. Αρκεί να τους δοθεί η δυνατότητα. E, τόσα χρόνια στο Capital, τελικά τους έμεινε το χούϊ. Υπολανθάνουσα αρχομανία γκουρουδοειδούς τύπου, έτσι λέγεται αυτό το πράγμα, στην επιστήμη μου. Μελέτησα τους γκουρούδες για σημαντικό χρονικό διάστημα, χρησιμοποίησα όλες τις κύριες ψυχομετρικές τεχνικές και προβολικές μεθόδους διάγνωσης, όπως Roschach test και Thematic Apperception test, ενώ σε κάποιους απ’ αυτούς προχώρησα και σε βιοχημικές-φυσικοχημικές εξετάσεις, ώστε να καταλάβω τι σκατά κουβαλάνε μέσα στο κεφάλι τους.

Βέβαια, δεν χρειάζεται να είναι κανείς σπουδαγμένος, όπως του λόγου μου, για να καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καλά με δαύτους. Ότι πρόκειται κατά βάσιν για πυροβολημένα άτομα, πάσχοντα από πληθώρα νευρωτικών συνδρόμων. Εριστικοί υπερθυμικοί, ασυγκράτητοι και ψευδολόγοι, βαρύθυμοι καταθλιπτικοί τύπου guru-emo, εκρηκτικοί ψυχανώμαλοι, αυτοδιαφημιζόμενοι, επιζητούντες προσωπικό κύρος, εκκεντρικοί, αδρανείς φανατικοί, αλλά και κάμποσοι παρανοειδείς, συνθέτουν το πολύπλοκο τοπίο της πολύπαθης αυτής πληθυσμιακής ομάδας, της γνωστής γκουρουδιάς. Ας μην υπεισέλθουμε τώρα σε επιστημονικές λεπτομέρειες, που άλλωστε δεν θα καταλαβαίνατε, όλοι εσείς οι άσχετοι.

Το ρεζουμέ είναι ότι δεν πάτε καλά, αυτό σας λέω μόνο.

Ας πάρουμε για παράδειγμα αυτή νέα μόδα, με τα fora “do it yourself”. Ξαφνικά, όλοι παράτησαν τα blogs τους και την είδαν administrators. Tο σύνθημα το έδωσε η Εύη, με τους επικίνδυνους πειραματισμούς της. Σήκωσε εκεί ένα φόρουμ της συμφοράς, έβαλε τον εαυτό της moderator κι επειδή δεν είχε ποιόν να κάνει ban, αυτοbanαρίστηκε η ίδια. Έτσι, καθώς το υπό σύσταση φόρουμ δεν είχε πλέον κανέναν χρήστη, το κατέβασε και ησύχασε.

Μόλις είδε ο Mc ότι η Εύη σήκωσε φόρουμ, ζήλεψε ο άνθρωπος και είπε να σηκώσει κι αυτός ένα δικό του. Ανέβασε λοιπόν εκεί χάμω μια μαλακία και μισή, μ’ έναν Cyber-Παπάρα στο πάνω μέρος της σελίδας και περίμενε μπας και μπει κανένας βλαμμένος στις συζητήσεις. –Ποιές «συζητήσεις», βρε τεμπελχανά ? Τελικά, το μόνο που πέτυχε, ήταν να προσελκύσει δυο-τρείς πιτσιρικάδες, που είδαν το Cyber look του υποτιθέμενου φόρουμ και μπήκαν μέσα να πιάσουν κουβέντα για τα Nintendo τους. Έτσι, το πρώτο (και τελευταίο) θέμα αυτού του φόρουμ, είχε ως επικεφαλίδα «Ο Σούπερ Μάριο και πώς να περάσετε την καταραμένη πέμπτη πίστα με τα μανιτάρια». Δυστυχώς, η κουβέντα κόπηκε απάνω που άναβε, καθώς οι πιτσιρικάδες έπρεπε να πέσουν νωρίς για ύπνο, αφού είχαν σχολείο σήμερα. Έτσι, ίσως να μη μάθουμε ποτέ πώς να περάσουμε την πίστα με τα γαμημένα τα μανιτάρια. Κρίμα.

Δεν τελειώσαμε όμως εδώ, αφού ο δημιουργικός οίστρος συνεχίστηκε αμείωτος, μέχρι αργά τη νύχτα. Ήταν να μη γίνει η αρχή. Τη σκυτάλη παρέλαβε ο Negetropist, που ένοιωσε την πρόκληση. Σου λέει «-γιατί δηλαδή ο Mc και όχι εγώ ?». Αμ, δεν έχεις άδικο, φίλε μου. Κι έτσι έφτιαξε κι αυτός το δικό του φόρουμ. Εγώ τώρα νόμιζα, απ’ αυτά που έχω ακούσει δηλαδή, ότι το να στήσεις μια ιστοσελίδα της προκοπής δεν είναι δα και το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου. Θέλει κάμποσα λεφτά, ακόμη περισσότερο χρόνο και κάποιους νοματαίους, απ’ αυτά τα φυτά, τους κομπιουτεράκηδες, να δουλεύουν νυχθημερόν, γράφοντας με το χέρι κώδικες Da Vinci. Θέλει domain names, θέλει πάροχο, θέλει της Παναγιάς τα μάτια.

Ωστόσο, απεδείχθη ότι οι πληροφορίες μου ήταν εσφαλμένες, αφού όπως διαπίστωσα, τα νέα fora ξεπηδούν πλέον σαν τα μανιτάρια του Σούπερ Μάριο, σε χρόνους ρεκόρ. Άρα, μαλακίες μου έλεγαν αυτά τα άχρηστα κορμιά της πληροφορικής, με τους οποίους συνεργάζομαι. Απολύονται όλοι τους. Ουστ από δω χάμω, κοπρόσκυλα. Θα βρω άλλους, ικανότερους.

Έλεγα λοιπόν ότι ο Negen σήκωσε κι αυτός το δικό του φόρουμ. Ορίστε :

http://negen.freeforums.org/index.php?sid=22a7da8521c7849cfeca18bd9ddd7826

Αρχικά, φάνηκε τυχερός, καθώς οι πιτσιρικάδες με τα Nintendo είχαν ήδη πάει για ύπνο, ειδάλλως θα έβλεπε για πρώτο θέμα «Επίλυση προβλημάτων της κονσόλας Wii». Ωστόσο, στη συνέχεια, αποκαλύφθηκαν τα εγγενή τεχνικά προβλήματα : Στο τρίτο μόλις σχόλιο μπούκωσε το φόρουμ κι έπεσε ανάσκελα ο server. Και πάλι καλά να λες, που δεν πρόλαβε να μπει μέσα αυτό το κανγκουρώ, ο ΒΩΒΟ-γκουρού από την Αυστραλία, δηλαδή ο (can)guru, που τα ελληνικά τα μιλάει σπαστά και τα γράφει κωλοσπασμένα. Εκεί να δεις πώς θα έπεφτε ο server. Σαν πέτρα. Εκεί να σε δω βρε Negen, που θα έπρεπε να προσλάβεις μεταφράστρια από τον ΟΗΕ, για να βγαίνει νόημα. Πάρε ένα ελάχιστο δείγμα :

«όλα τα συνάρια πεζουντε αλλα το πιο πιθανό σεινάριο είναι να γκινη μια ανακοίνοση. Απέχεις πόλη από το έργο και σε πίστεψα και πούλησα. Έχη ένα στημένο τουφλο στα 5,05. -Ποιος τα θέλει να τα αγοράσει μιποσ είναι ο δήμαρχος ;»

Θα σε γελάσω, φίλε μου. Ίσως να ‘ναι κι ο Νομάρχης, ποιός μπορεί να ξέρει ποιός κερατάς στήνει τα τούφλα ; Όπως παραδέχτηκες, όλα τα συνάρια πέζουντε.

Και τώρα που είπα τούφλο, ορίστε τούφλο που ψάρεψα από του Αναλυτάκη. Το έχει ποστάρει μια θαυμάστρια (λέμε τώρα), η elena2165 (λέμε τώρα):

«Ti na poume...otan milaei o kyrios kalogyrou oloi oi alloi apla... perisevoun»

Ναι μαντάμ (λέμε τώρα), όπως ακριβώς τα γράφετε. –Τί να πούμε τί, τί να τραγουδήσουμε ; Όταν μιλάει ο Λουλάς, εσύ δεν πρέπει να μιλάς. Κι όταν μιλάει ο κύριος Καλογύρου (ωχ, μάνα μου….), εμείς οι υπόλοιποι απλά περισέβουμε (ωχ, μάνα μου…).


Ούτε για ντεκόρ δεν κάνουμε, εδώ που τα λέμε.

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

Yo Pants !

Πιστεύω πολύ στη δική μου γενιά. Όταν ο Νίτσε διατύπωνε τη θεωρία του Υπερανθρώπου, ακριβώς τη δική μου γενιά είχε στο μυαλό του. -Ποιάν άλλη να είχε, δηλαδή ; Στον αντίποδα, οι σημερινοί πιτσιρικάδες είναι μια σκέτη απογοήτευση. Διάβολε, εμείς στην ηλικία τους μελετούσαμε Σαβοναρόλα, "Compendium revelationum" στο πρωτότυπο, βγαίναμε όξω, αλητεύαμε, παίζαμε μπάλα, κράζαμε γρηές στο δρόμο, σπάγαμε τζάμια με τις σφεντόνες, γυρνοβολάγαμε στα σφαιριστήρια, σπουδάζαμε, δουλεύαμε κι είχαμε κι από δυό-τρείς γκόμενες, να τους αραδιάζουμε ένα κάρο φούμαρα για παντρειές και τέτοιους μύθους των αδελφών Γκριμ.

Έχω συχνά στύψει το μυαλό μου, να βρω γιατί οι σημερινοί νεαροί είναι τόσο πολύ μαλακιστήρια. -Πώς στα κομμάτια γίνεται, μέσα σε μόλις είκοσι χρόνια, να έχει επέλθει τέτοιος βιολογικός εκφυλισμός, τέτοια παρακμή του ανδρικού γένους ; -Μερικοί λένε ότι φταίει ο Ανδρέας ο Παπανδρέου, ενώ άλλοι πιστεύουν ότι η αιτία βρίσκεται στο Τσέρνομπιλ, γι αυτό και βγαίνουν όλες οι παρτίδες σκάρτες. Τέλος πάντων, πολλές θεωρίες έχουν αναπτυχθεί επ' αυτού, αλλά εγώ νομίζω ότι άλλη είναι η αιτία που οι σημερινοί πιτσιρικάδες είναι τέτοια κοπρόσκυλα και ακαμάτηδες :

Ο λόγος είναι ότι τα παιδιά δεν μπορούν να περπατήσουν. Σοβαρολογώ. Αφού δεν μπορούν καλά-καλά να περπατήσουν, πώς περιμένει κανείς να δουλέψουν ; Δεν περιμένει, βέβαια. Και δεν μπορούν να περπατήσουν, επειδή τους εμποδίζουν αυτά τα μυστήρια τα χιπ-χοπ παντελόνια που φοράνε. Μιλάω για αυτά τα φαρδιά παντελόνια, που τους κρέμονται μέχρι κάτω από τον κώλο, λες κι είναι χεσμένοι απάνω τους. Στην ουσία, δεν φταίνε τα παιδιά. Τα παντελόνια φταίνε.


Προχτές τό απόγευμα, όπως οδηγώ μες στο ψιλόβροχο, βλέπω μπροστά μου, σε απόσταση είκοσι μέτρων, έναν τέτοιον μπαγλαμά. Προχωρούσε στην άκρη του δρόμου, μιλώντας αμέριμνος στο φορητό του, ενώ του είχε κατέβει του αχαϊρευτου ο καβάλος μέχρι την επιγονατίδα κι έσερνε τα μπατζάκια του στην άσφαλτο, το γαϊδούρι. Δεν συγκρατήθηκα. Λέω από μέσα μου "ρε πούστη μου, το σηκώνει ο οργανισμός σου το μπουγέλο!". Σανιδώνω ξαφνικά το γκάζι και σημαδεύω ακριβώς το κέντρο μιας τεράστιας νερολακούβας που έχασκε στο οδόστρωμα, την ώρα που ο πιτσιρικάς περνούσε από δίπλα της. Ένα διπλό -από τον μπρος και πίσω τροχό- φονικό τσουνάμι λάσπης και βρωμιάς τον έπληξε καίρια. Τον βλέπω στον καθρεφτη να τραντάζεται, λες και τον χτύπησε κεραυνός.


Στρίβω αμέσως δεξιά, αναλογιζόμενος ότι τελικά τίποτα δεν έχει μεγαλύτερη πλάκα από έναν μπουγελωμένο πιτσιρικά με μισοκατεβασμένο το παντελόνι, όμως σχεδόν αμέσως αλλάζω γνώμη : Το σωστό είναι ότι τίποτα δεν έχει μεγαλύτερη πλάκα από έναν διπλο-μπουγελωμένο πιτσιρικά με μισοκατεβασμένο παντελόνι. Ως εκ τούτου, ξανακόβω δεξιά, κάνω τον γύρο του τετραγώνου και βρίσκομαι εκ νέου ξωπίσω του, σε κάποια απόσταση. Παρακολουθώ το θήραμα να βαδίζει και πάλι στην άκρη του δρόμου -μυαλό δεν έβαλε- σκύβοντας κάθε τόσο, για να επιθεωρήσει τις αβαρίες της τρισάθλιας βράκας του. -

Συγγνώμη, αυτός ο τριμάλαξ θα πάει μεθαύριο να ψηφίσει ; Ελπίζω πως όχι. Το θέμα είναι ότι, όπως είχε βαρύνει από το νερό το παντελόνι του, οι κωλότσεπες είναι ζήτημα εάν απείχαν μισό μέτρο από το έδαφος, κι όμως, ο κερατάς δεν έκανε τον παραμικρό κόπο να το τραβήξει λίγο προς τα πάνω. Αντιθέτως, συνεχίζει να σέρνει νωχελικά τα βήματά του, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να βλαστημάει από μέσα του τον καργιόλη που του έκανε τη ζημιά. Δηλαδή, εμένα.


Κι επειδή εμένα, έστω κι αν στην πραγματικότητα είμαι, πάντως δεν μ' αρέσει να με λένε χωρίς σοβαρό λόγο "καργιόλη", επιτίθεμαι για δεύτερη φορά, αμέσως μόλις φαίνεται στο πλάϊ του πιτσιρικά αξιόλογη νερολακκούβα. Να τον χαιρόμαστε τον δήμαρχό μας. Δουλευταράς. Τελικά, το βάθος της νερολακούβας ήταν μεγαλύτερο του εκτιμωμένου. Εντάξει, δεν γίνεται να τα προβλέπουμε όλα. -Αδελφέ μου, τί "σπλατς" ήταν αυτό ; Ένοιωσα τη ζάντα να βροντάει δυνατά στη λακούβα και το δάπεδο του αμαξώματος να συγκλονίζεται, σαν την πλώρη του καραβιού που κοντράρει στο πελώριο κύμα, ενώ τόσος ήταν ο όγκος του νερού που σηκώθηκε, ώστε μου κάλυψε το μισό παρμπρίζ. Εκτιμώ ότι ο καψερός ο πιτσιρικάς πρέπει να χάθηκε κάτω από ένα κυβικό μέτρο βρωμόνερα. Δεν είμαι τύπος που γελάει εύκολα, αλλά ομολογώ ότι μ' αυτόν τον πιτσιρικά διασκέδασα αρκετά. Ίσως να χαμογέλασα κιόλας, το παραδέχομαι.


Το μόνο κακό της υπόθεσης είναι ότι πρέπει τώρα να πάω τ' αμάξι για ζυγοστάθμιση. Ελπίζω μόνο να μην έχει ραγίσει καμμιά ζάντα.

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

Κονδυλοφορούσα



«Θα δείτε και μια φίλη μου σήμερα», είπε η γραμματεύς. «Κολλητή μου!».
-Εντάξει. Μην την χρεώσεις!
Τριαντάρα. Γόβα στιλέτο, μπούστο μισάνοιχτο, σοβάς μερακλίδικος, μπογιάντισμα αριστοτεχνικό.
-Καλησπέρα. Είδα κάτι σπυράκια.
-Ο δερματολόγος είναι στον δεύτερο.
-Όχι. Εσάς αφορούν.
-Τα σπυράκια; Έχω κόψει τις διπλωματικές σχέσεις με δαύτα εδώ και τριάντα χρόνια, κυρία μου.
-Εννοώ, τα έχω στο επίμαχο σημείο.
-Α! Τότε σωστή ειδικότητα επιλέξατε.
Κάτι μικρά κουνουπιδάκια είχαν στήσει αντίσκηνο στα επίμαχα σημεία της ζουμπουρλούς.
-Ξέρετε, έχετε κονδυλώματα.
-Τί είναι αυτά;
-Μικραί εκβλαστήσεις στον βλαστό ενός φυτού.
-Με προσβάλλετε!
-Συγγνώμην, κυρία μου. Τον ορισμό της λέξεως έδωσα.
-Και πώωως;
-Ε, αφροδίσιον. Εκ τής Αφροδίτης.
-Ποια Αφροδίτη, καλέ;. Μαρία την λένε την κολλητή μου.
Ο επιστήμων χλόμιασε. Μαρία λέγανε και την γραμματέα του. Ο συνειρμός ήταν εύκολος.
-Δώστε μου μισό λεπτό.
Δρομέως κατευθύνθηκε στο μπάνιο. Προέβη σε εξονυχιστικό έλεγχο, με τη βοήθεια μεγεθυντικού φακού, ακροποσθοβαλανικόν. Ουδέν προς το παρόν. Αλλά θα έζη γι’ αρκετούς μήνες με την αγωνία.
Φωνές ακούγονταν απ’ το σαλόνι. Εξερχόμενος αντίκρισε βολήν υγράν να εκτοξεύεται απ’ τη στοματική κοιλότητα της ζουμπουρλούς στοχεύουσα την γραμματέα του.
-Φτου σου!

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

"Guru" - the clip


Παραγωγή : Guru Productions, 2009
Σκηνοθεσία : Θ. Αγγελόπουλος
Πρωταγωνιστεί η σαγηνευτική Aisha, πλαισιωμένη από πλειάδα διάσημων γκουρούδων
.


Το σενάριο, με δυό λόγια : Στο κέντρο που χορεύει η υπέροχη γκουρουδίνα Αϊσα, εμφανίζεται μια παρέα γκουρούδων, προκειμένου να διασκεδάσει. Ακριβώς στη σκηνή 0:53, στο κέντρο του καρρέ, διακρίνεται ένας ψηλός αρχοντάνθρωπος με τραγιάσκα, σαν Μπαγκλαντέζος Αντριάνο Τσελεντάνο (που σωστά μαντέψατε ότι είμαι εγώ), ενώ παραδίπλα μου, στα δεξιά μου, ο κοντός με το καβουράκι και το κασκώλ είναι ο Usound. To λαμόγιο με το μουστακάκι στα αριστερά μου δεν ξέρω ποιός είναι, κάποιος κομπάρσος, προφανώς.



Η παρέα γλεντάει, θαυμάζοντας τα λικνίσματα της υπέροχης Αϊσα, ενώ μάλιστα στο 1:18 διακρίνεται ολοκάθαρα ο άπληστος Usound, την ώρα που απλώνει τη χερούκλα του, να κωλοχεριάσει τη χορεύτρια, πλην όμως αστοχεί και πιάνει αέρα.


Εν συνεχεία, ανεβαίνουν στη σκηνή κι άλλες γκουρουδίνες και το θέαμα γίνεται φαντασμαγορικό. Η παρέα των γκουρούδων ξεφαντώνει κανονικά και μάλιστα, στο 2:05 η κάμερα παρακολουθεί τον Usound να βαράει παλαμάκια, σε έξαλλη μεν κατάσταση, αλλά χωρίς αυτή τη φορά ν' απλώνει τα κουλά του. Ομοίως, το λαμόγιο-κομπάρσος την έχει καταβρεί και χτυπιέται μόνος του, σαν χταπόδι.



Στο 3:00, η χορεύτρια εκδηλώνει την εμφανή της προτίμηση προς το ημέτερο πρόσωπο και με αρπάζει για χορό. Δεν αντιστέκομαι ιδιαίτερα. Να 'σου όμως από κοντά κι ο καβουράκιας ο Usound, ενώ βέβαια έχει στρειδωθεί και το λαμόγιο-κομπάρσος. -Πώς να χορέψει κανείς, υπ'αυτές τις συνθήκες ? Τέλος πάντων.



Το δεύτερο μέρος του κλιπ, απαρτίζεται από εξωτερικές λήψεις. Στο 3:33 ο Usound μου ανακοινώνει ότι έχοντας ακολουθήσει τις συμβουλές των ελλιοτικών του φόρουμ, πόνταρε όλα τα λεφτά μας σορτάροντας τον Dow στις 6.500 μονάδες, με τιμή-στόχο τις 3.500 μονάδες, όπως μας έλεγαν δηλαδή. Τα χάσαμε όλα. Από τα νεύρα μου, δίνω μιά και αναποδογυρίζω το δισκάκι που περιέχει τις τελευταίες μας οικονομίες (3:35), ενώ ακολουθούν στιγμές οδύνης και περισυλλογής, με φόντο την Αγιά Σοφιά (εδώ γεννώνται και μεγαλοϊδεατικοί συνειρμοί).



Όμως τότε, λες και ήσαν συνεννοημένοι, σαν δύο από μηχανής θεοί παρέα, Usound και λαμόγιο βγάζουν ξαφνικά κάτι λεφτά από τις τσέπες τους (αναρωτιέμαι πού τα βρήκαν...) και μ' αυτό το αρχικό κεφάλαιο πάμε και παίζουμε στην Εναλλακτική Αγορά της Ισταμπούλ (3:51), όπου σορτάρουμε αλύπητα ένα σαπάκι, την ΣΕΚΕΡ (3:56), μέχρι που την κλειδώνουμε στο -30% και χεζόμαστε στο τάλληρο, όπως αποδεικνύει και το ταμπλώ, πίσω μας. Γινήκαμε και πάλι πλούσιοι. Πληρώνουμε τις προμήθειες στον μουσουλμάνο broker (4:12) και την κάνουμε, φορτωμένοι μετρητό.



Στο σημείο αυτό, επανεμφανίζεται η χορεύτρια, που μυρίστηκε ψητό και της άνοιξε η όρεξη. Παίρνουμε το βαποράκι και πάμε όλοι παρέα (και το λαμόγιο μαζί, μπάστακας) στα Πριγκηπονήσια, να ζήσουμε σαν πρίγκηπες.


Εξαιρετική δουλειά, εύγε Θεόδωρε !




Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Έλειωσα στο περπάτημα σήμερα...



Σ
την απόρρητη φωτογραφία που βούτηξα από το Reuters, διακρίνεται το U3-X, μια συσκευή «προσωπικών μετακινήσεων» που φτιάχνει η Honda. Από τότε που πέθανε το αφεντικό, ο γέρο-Σοϊχίρο, έχει χαθεί κάθε έλεγχος εκεί στην Honda και κατασκευάζουν ό,τι παπαριά τους κατέβει στο κεφάλι.


Α
υτή τη φορά σκαρφίστηκαν ένα σκαμπό, που στέκεται μόνο του όρθιο και τσουλάει πάνω σε μια ρόδα. Θρονιάζει τον κώλο του ο οδηγός στο σκαμπό και πάει όπου θέλει, με ταχύτητα έως έξι χιλιομέτρων την ώρα. Όχι ακριβώς σφαίρα, αλλά όχι και σα χελώνα.


Τ
ο μόνο που χρειάζεται να κάνει ο οδηγός είναι να γείρει το σώμα του προς την κατεύθυνση στην οποία θέλει να κινηθεί -ευθεία, πλάγια ή και όπισθεν.


Τ
ο πράγμα ζυγίζει δέκα κιλά, λειτουργεί για μία ώρα με κάθε φόρτιση της μπαταρίας λιθίου και προορίζεται -λέει- για ηλικιωμένους που θέλουν να κινούνται στο πεζοδρόμιο χωρίς να κουράζονται, όπως ισχυρίζεται η Honda.


K
αλοί μαλάκες είσαστε του λόγου σας, λέω εγώ.


Κ
ατ' αρχήν, με βάρος 10 κιλών, χλωμό το βλέπω να μπορεί να το σηκώνει ο γέροντας, όταν απαιτηθεί. Ας πούμε ότι έχει σκάψει η ΕΥΔΑΠ το πεζοδρόμιο και πρέπει να κατέβει ο γέρος από το εργαλείο, να κάνει το γύρο της λακούβας και να ξανακαβαλήσει. -Τί θα κάνει, θα φωνάξει τους πρόσκοπες να βάλουν ένα χεράκι ? Και σιγά μην έρθουν.


Έ
πειτα, είναι και το άλλο : Το φτιάξατε που το φτιάξατε, βρε άχρηστοι σχιστομάτηδες, χάθηκε ο κόσμος να βιδώσετε από πίσω έναν κοτσαδόρο, να σέρνει η γρηά το καροτσάκι της λάϊκής ? -Όλα εγώ θα σας τα λέω ?


Υ
πάρχουν κι άλλα θέματα. Εάν πχ έχει ξεχάσει ο μπάρμπας να το φορτίσει καλά -που θα έχει ξεχάσει, είναι βέβαιον- και απομακρυνθεί εποχούμενος καμμιά δεκαριά χιλιόμετρα από το σπίτι του, τί θα κάνει μετά ? Θα το ζευτεί στην πλάτη και θα το κόψει ποδαράτο ? Σιγά να μην τον αφήσουνε να μπεί στη συγκοινωνία με το μηχανάκι μαζί. Ουστ, ρε κάγκουρα, που μου θέλεις και λεωφορείο, έτσι θα του πούν.


Ε
πιπλέον, σκέφτηκε άραγε κανείς Ιάπων τί θα συμβεί εάν γεμίσουν οι αθηναϊκοί δρόμοι από χούφταλα με μηχανάκια ? -Φταίω εγώ σε τίποτε να την κόψω τη γρηά και να πληρώνω κανούργιο παρμπρίζ ? 'Η, ακόμη χειρότερα, να την πάρω από κάτω και να μου σπάσει κάνα ακρόμπαρο ? Είναι και γερά κόκκαλα, βλέπεις. Κορακοζώητες. Αλίμονο στ' αμάξι.

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Για να βάλουμε τα πράγματα σε μία σειρά

Φίλες και Φίλοι, απλοί ψηφοφόροι του ΛΑΟΣ,

Ξεκινώ τη σημερινή ενημέρωση, με τη διαπίστωση ότι ο κ. Usound βρίσκεται στην κοσμάρα του. Μετά την χθεσινή κεφάτη ανάρτηση, με τίτλο «-Γέρο δέρνουμε ?», κάτι για έναν μπάρμπα που τον έκαναν τουλούμι στο ξύλο τρείς γερμαναράδες χουλιγκάνοι, ο Πέτρος, ο Γιόχαν κι ο Φρανς (ή Φριτς, όχι πως έχει έχει σημασία), σήμερα ξαναχτυπά, με ποτ-πουρί των σαρδάμ κοτζάμ Πρωθυπουργού.

Να επισημάνω ότι και τα δύο θέματα ήταν copy-paste, το μεν χθεσινό από παλαιό βιβλίο νεοελληνικών Γ΄ Γυμνασίου του ΟΕΔΒ, το δε σημερινό, από το κείμενο που έγραψε ο Κάτμαν για λογαριασμό του αυριανού Πρωθυπουργού.

Αντί λοιπόν ο κ. Usound να επικεντρωθεί στην ολοκλήρωση του project που ο ίδιος, προ ημέρων, εξήγγειλε, τώρα ασχολείται με αλλότρια.

Ως εκ τούτου, από τούδε κηρύσσω τον Usound σε κατάσταση προσωρινής (???) διανοητικής διαταραχής και πλήρους δικαιοπρακτικής ανικανότητας και αναλαμβάνω προσωπικά και αποκλειστικά τη διακυβέρνηση του βυθιζόμενου blog.

Ήδη, τώρα δα που μιλάμε, βρίσκεται σε εξέλιξη η πυρετώδης προσπάθεια δημιουργίας ενός νέου χώρου στέγασης περισσότερων bloggers, όλων των παλιών γνώριμων γκουρούδων που εκδήλωσαν ενδιαφέρον, αλλά και του «νέου αίματος», ήτοι των εκκολαπτόμενων γκουρούδων, που θα μεταγγισθεί στη συνέχεια.

Εκ των πραγμάτων, καθώς η απόπειρα λήψης αποφάσεων δια βοής θα οδηγούσε πιθανότατα σε αδιέξοδο, οι βασικές ενέργειες πραγματοποιούνται από ένα ολιγομελές διεκπεραιωτικό (sic) σχήμα. Δηλαδή, από εμένα και τον Αλέκο. Υποτίθεται ότι θα βοηθούσε και ο Usound, αλλά αυτός τώρα ξεσκονίζει στην αποθήκη του κάτι παλιά αλφαβητάρια της α’ δημοτικού, αναζητώντας θέμα για την επόμενή του ανάρτηση (που βέβαια, ως μοναδικός πλέον Master & Commander, δεν θα επιτρέψω να γίνει ποτέ).

Έλεγα λοιπόν, ότι πρώτος στόχος, εφικτός, είναι η δημιουργία ενός εύχρηστου και λειτουργικού περιβάλλοντος, με αξιόλογες δυνατότητες και προοπτικές επέκτασης. Ενός χώρου ελκυστικού, που να προδιαθέτει θετικά για μόνιμη εγκατάσταση των απανταχού κατατρεγμένων γκουρούδων .

Κατ’ αυτό κιόλας το αρχικό στάδιο, κάθε νέα ιδέα είναι όχι απλώς ευπρόσδεκτη, αλλά πολύτιμη, ώστε –δίχως παρελθοντολογίες και γκρίνιες- να καταλήξουμε στο τί παρακρατούμε και τί απορρίπτουμε, βάσει των προηγούμενων εμπειριών μας.

Είναι σημαντικό να καταγράψουμε τώρα τί ακριβώς θέλουμε και τί όχι. Για παράδειγμα, ο γνωστός γκουρού με τα είκοσι χιλιάδες nicknames Βασίλης-Αντ, ζήτησε να υπάρχει στην frontpage ένα ticker με τις τιμές των μετοχών. Λογικό το αίτημά του, αφού κι εγώ -εάν είχα ΠΕΤΖΚ- θα καθόμουν όλη την ώρα σε αναμμένα κάρβουνα. Παράλληλα, ο γκουρού του copy-paste Μπλουζμαν ζήτησε ένα ticker με κώλους βραζιλιάνικους, ενώ ο γκουρού της παγκόσμιας λογοτεχνίας Yannis K. επιμένει σ’ ένα ticker με στίχους του Καββαδία. Δεν γίνεται όμως να βάλουμε εκατόν πενήντα τέσσερα tickers στην frontpage. Πρέπει ν’ αποφασίσουμε ποιά και πόσα tickers θα χρειαστούμε, με γνώμονα τις ανάγκες της πλειοψηφίας. Ένα απλό παράδειγμα έφερα, ώστε να γίνω κατανοητός σε όλους εσάς, τους τσουρουκάδες της πληροφορικής.

Κοινή επιδίωξη, όπως έχω καταλάβει, είναι κατ’ αρχήν ένας μπλογκο-πολυχώρος, με σαφείς και λεπτομερείς όρους χρήσης. Το μόνο βέβαιον είναι ότι από δω και στο εξής, κανένα αφεντικό δεν θα μπορεί να καρπαζώνει τους bloggers, ανάλογα με τα ονείρατα που είδε το προηγούμενο βράδυ, λες και του είναι ψυχοπαίδια, λες και του είναι παραγιοί. Από δω και στο εξής, είμαστε μοναχοπαίδια, είμαστε μοναχογιοί.

Εκπονείται ήδη ένα αχανές και δαιδαλώδες πλέγμα κανόνων δικαίου, εμπνευσμένο από τους Κώδικες του Χαμουραμπί, ώστε αφ’ ενός μεν καμμία χαμούρα να μην μπορεί να απειλήσει το Σύστημα, αφ΄ετέρου δε κανένα Σύστημα να μην μπορεί να απειλήσει τους bloggers. Είναι δε τόσο υπερκόσμια ιδιοφυιές αυτό το Σύστημα, ώστε αποτρέπει ακόμη και τον κίνδυνο να απειληθεί το Σύστημα από το ίδιο το Σύστημα. Σατανικό !

Προς το βράδυ, με χαρά (που λέει ο λόγος…) θ’ ακούσω τις απόψεις σας και θ’
απαντήσω διεξοδικά σε όλες τις απορίες σας.


(εάν βέβαια το θέμα δεν έχει υποσκελισθεί, από καμμιά νεώτερη ανάρτηση του Usound, όπως πχ το σχολικό ποίημα του Ι. Πολέμη «Στο λιβάδι ξεχασμένος ένας γάιδαρος βοσκούσε, τίποτ' άλλο δεν ζητούσε ο καημένος». –Μα πού πάει και τα βρίσκει ο άνθρωπος ?)

Kραυγή απόγνωσης


Ο «ελληνικός εργαζόμενος» βρίσκεται σε δεινή θέση. Χρειάζεται «να αναπτύξουμε την ανάπτυξη» και να καταστήσουμε διαφανή την αδιαφάνεια. Να πιάσουμε τ' άλογο απ’ τα κέρατα και να αφοσιωθούμε στα «κυριαρχικά θέματα» που τον απασχολούν. Όχι φρούδα λόγια και κούφιες ελπίδες. Λάδι!!!!!!!!!! Ο κύριος «Καραμαλής» είναι επικίνδυνος και πρέπει να επέλθει. «Πάση Θεού»!

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

Επεισόδιο





Το δρομάκι ήταν ήσυχο, σαν απελπισμένο και ορφανεμένο. Μεγάλες λακκούβες καταμεσής του, γεμάτες νερό της βροχής, θαμποφέγγιζαν κάτω από το αρρωστεμένο ηλιόφωτο, που πάσκιζε να ξεσκίσει την πηχτή συννεφιά. Στην πέρα γωνιά, εκεί που άρχιζε η άσφαλτος του μεγάλου δρόμου, σωριασμένα σκουπίδια, κουρέλια, χαρτιά κι αποκαΐδια και σάπιες φλούδες, ανάδιναν τη βαριά και ξινή μυρουδιά τους. Το κορίτσι κοντά στο παράθυρο προσπαθούσε να συνεφέρει κάποιο κουρέλι με τη βελόνα του. Ένα χειμωνιάτικο πουλάκι στάθηκε στα σκουπίδια, τσίμπησε μια φλούδα και πήγε να κοιτάξει τον κόσμο πάνω από 'να γερμένο κεραμίδι.

Απελπισμένο κι ορφανεμένο ήταν το δρομάκι. Κι έτυχε τότε να 'ρθει και ν' ανασάνει εκεί δα χάμου ο άνθρωπος που περπατούσε από τα βαθιά χαράματα, φέρνοντας λογής λογής φρύγανα και σαρίδια από το βουνό. Μια παλιοκασόνα με δυο ρόδες στο πλάι ήταν το έχει του· τη ζεύτηκε ο ίδιος και το παιδί ίσαμε δεκατεσσάρω χρονώ, την έσπρωχνε από πίσω. Κι ίδρωναν κι αγκομαχούσαν κι οι δυο. Το μεγάλο παιδί έρεβε δυο μήνες στη φυλακή – μέρα τη μέρα καρτερούσε την εχτέλεση, που θα το λύτρωνε από τα δεινά του. Τα βάσανά του ήταν αμολόγητα, τι βελόνες στα νύχια και τι αναμμένες εφημερίδες και τι σούρσιμο πάνω στα χαλίκια με την κοιλιά – μα εκείνο δεν άνοιγε το στόμα του, μήτε που παραπονιόταν, μήτε που μετάνιωνε για τίποτε, μόνο καρτερούσε ήσυχα την ώρα που θα ‘παιρναν ένα τέλος όλα τούτα, μ’ ένα βόλι στην καρδιά, μ’ ένα βόλι στο καθάριο μέτωπο της θυσίας. Ο χειμώνας ήταν βαρύς, η ντουλάπα με τις ψαλιδισμένες εφημερίδες άδεια, το τζάκι σβηστό – μια μούχλα και μια υγρασία, κάτι σαν την ανάσα της πείνας, είχε κατακάτσει απάνω σ’ όλα και δεν έλεγε να ξεσηκωθεί από κει. Έτσι ο γέρος τ’ αποφάσισε να πάει να μάσει χόρτα και ξύλα. Τόσοι και τόσοι έκαναν κάθε μέρα το ίδιο. Ξεκινούσαν για το βουνό με τα πόδια γυμνά, μ' ένα τσουβάλι στην πλάτη, με μια κασόνα ξεγοφιασμένη· σαν τύχαινε και μπορούσαν να βοηθήσουν και τα παιδιά, στον πηγεμό τα βάζανε μέσα και τα σούρνανε -κι ύστερα έσπρωχναν κι εκείνα στο γυρισμό από πίσω. Μα ο δρόμος ήταν μακρύς - Θε μου, τι ατέλειωτους δρόμους έχει η γη σου! Κι εκεί έξω τα χωράφια πρασίνιζαν, τα νεράκια μουρμούριζαν, μα η συννεφιά ήταν πάντα βαριά και πηχτή, σαν μια πίκρα που πλάκωνε την καρδιά. Θρήνος σ' έπιανε να κοιτάς τα σπαραγμένα πεύκα, τ' αποκαΐδια, τους μαύρους λόφους που ξεμάκραιναν ίσαμε τη θάλασσα. Οι λοτόμοι ξεστήθιαζαν τις ανηφοριές, ξεχέρσωναν τις λαγκαδιές. Ήταν άλλης λογής άνθρωποι τούτοι! Γέμιζαν τα κάρα τους με τα χοντρά άλογα από το πράσινο δάσος και φεύγανε, φεύγανε τραγουδώντας. Και την άλλη μέρα ξανά· και δεν άφηναν δέντρο για δέντρο, μονάχα τη γη σακατεμένη -και τη νύχτα να τη δέρνει αλύπητα η βροχή και, σα να μην την καταπίνει, σαν να τη βγάζει από τα σπλάχνα της η ίδια, μια θάλασσα δάκρυα και μια λάσπη γλιστερή που γέμιζε πατημασιές, καθώς ανοιχτές λαβωματιές πάνω σ' ένα καταπληγιασμένο κορμί. Και τότε το πάθος των ανθρώπων έσμιγε με το πάθος της γης- χορτάρι δεν πρόφταινε να φυτρώσει κι ο πεινασμένος το συμμάζευε στο σακούλι του τρέμοντας μην τον ξεκρίνει από πουθενά και τον διώξει σαν το τυραγνισμένο σκυλί ο δυνάστης λοτόμoς. Μα, όσο και να πεις, ήταν μια παρηγοριά αυτή η στέρηση που έδενε τον άνθρωπο με τα πράματα κι η πίστη, πως κάποια μέρα πίσω από εκείνους τους λόφους θ' ανέβαινε ένας ήλιος φλογάτος και θα ξυπνούσαν οι τάφοι κι από στεριές κι από θάλασσες θα ξεχυνόταν το καινούριο τραγούδι, μια μέρα χαρούμενη, που δεν θα 'χε πια τελειωμό.



Το καροτσάκι βρισκόταν παρατημένο σύρριζα στο στενό πεζοδρόμιο. Ο άνθρωπος σφούγγιζε τον ιδρώτα του με το κουρελιασμένο μανίκι και το παιδί ξεκουραζόταν κοντά στο παράθυρο, κάτου από το κορίτσι με την ασταμάτητη βελόνα. Το σακούλι με τα χόρτα ήταν γεμάτο και το καροτσάκι ήταν γεμάτο - θα μπορούσαν όπως όπως να την περάσουν και τη μέρα τούτη και τώρα που ανακάλυψαν το βουνό η ελπίδα δεν ήταν χαμένη. Το παιδί ξέκρινε κιόλας μια φρέσκια φλούδα πορτοκαλιού στα σκουπίδια και χίμηξε να την αρπάξει, σαν να φοβόταν μην τύχει και βρεθεί περαστικός στο ειρηνεμένο δρομάκι και του την πάρει. Κάθισε κει δα πέρα και ξεσκάλιζε· βρήκε κι ένα κόκαλο, πασαλειμμένο παχιά λάσπη και το 'πλυνε στη λακκούβα καταμεσής, στο νερό της βροχής, και το τραγάνιζε ευτυχισμένο. Σ' ένα ξεκοιλιασμένο κουτί κονσέρβας φέγγιζε κάτι σαν υποψία λαδιού και το συμμάζεψε κι εκείνο και το 'δειχνε στον πατέρα του σαν πλούσιο βρετίκι, χάρισμα μοίρας πονόψυχης. Ήταν μια σοβαρή δουλειά να ψάχνεις, ολοένα να ψάχνεις στο σωρό τα σκουπίδια και ν' απλώνεις το χέρι ολοένα βαθύτερα και να πασπατεύεις ζητώντας το θησαυρό, που δεν τ' αποφάσιζε να βρεθεί -μα κιόλας κάτι του 'λεγε του καθενός πως υπάρχει.



Κι ήταν ολότελα δοσμένο σε τούτη τη δουλειά το παιδί· και δεν άκουσε τίπoτα. Μήτε ο πατέρας άκουσε τίποτε, προσπαθώντας να ζευτεί πάλι το καροτσάκι και να ξεκινήσει για πάρα πέρα. Έπαιρνε και να μεσημεριάζει και συλλογιόταν πως θα έπρεπε στο σπίτι ν' ανάψουν φωτιά να ζεσταθούνε και μια σταλιά και να βράσουν τα χόρτα. Κάποιος γείτονας του είχε πει τις προάλλες πως έριχνε μέσα στο τσουκάλι πεντέξι ελιές και το χόρτο έπαιρνε τη μυρουδιά του λαδιού και νοστίμιζε. Σαν δύσκολο πράμα να βρεις τι ελιές! Μα μπορεί στο τέλος ο γείτονας να 'χε ακόμα καμπόσες. Όλα τυχαίνουν -και τα πιο απίστευτα- σε τούτο τον κόσμο καμιά φορά! Δε συλλογιόταν άλλο τίποτε από τούτο, καθώς ζευόταν το καροτσάκι σαν έπεσαν μονομιάς στο δρομάκι οι λαστιχένιοι τροχοί κι ένα σούσουρο έκαμε το πουλί, που στεκόταν ακόμα στο κεραμίδι του, να πετάξει αλλοπαρμένο πέρα στην άσφαλτο, μακριά. Πίσω από το κρύσταλλο, στ' αυτοκίνητο, άστραψε ένα φαρδύ κατακόκκινο πρόσωπο, οργισμένο. Καθόταν κι ένα κορίτσι δίπλα του και μασούσε μια σοκολάτα χαμογελώντας. Το καροτσάκι σείστηκε σύγκορμο, μα ήταν κολλημένο γερά στη λάσπη και δεν έλεγε να ξεκινήσει από κει. Κι ο άνθρωπος ζεμένoς αγκομαχούσε και τιναζόταν κι εκείνος σύγκορμος και στέριωνε τα πόδια ολάνοιχτα πίσω και πάσκιζε να τραβήξει μπροστά με το φαγωμένο κορμί τεντωμένο σαν ένα τόξο και τ' αριά άσπρα γένια του ξαναγέμισαν ιδρώτα μονομιάς και τα μάτια του συννέφιασαν και δεν μπορούσαν τίποτε πια να ξεκρίνουν. Το χοντρό πρόσωπο μούγκριζε πίσω από το κρύσταλλο και φοβέριζε και βλαστημούσε σ' άγνωρη γλώσσα. Είχε γίνει πια γαλαζοκόκκινο και γαλάζωνε ολοένα, κι ο κοντός λαιμός ανασηκωνόταν ανυπόμονος μπροστά σε τούτο το εμπόδιο τ' αναπάντεχο. Το κορίτσι μασούσε τη σοκολάτα του και χασκογελούσε. «Τι χαριτωμένος γινόταν αυτός ο Φριτς, όταν θύμωνε!» Μα το πράμα δε βάσταξε πολύ. Ο Φριτς κατέβηκε από τ' αυτοκίνητο αλαφιασμένος· οι μπότες του άστραψαν καλογυαλισμένες, άστραψαν τα μάτια του σκοτεινά και τα χείλη του μούγκριζαν, μούγκριζαν. Το 'πιασε το γεροντάκι, λιγνό σαν το φρύγανο, και το ‘στησε στον τοίχο πλάι στο παράθυρο του κοριτσιού που ανατρόμαξε και κρύφτηκε μέσα κι άρχισε να το δέρνει το γεροντάκι, να το χτυπάει όπου έβρισκε με γροθιές και κλοτσιές κι ολοένα να φρενιάζει περισσότερο. Το παιδί σωριάστηκε πάνω στα σκουπίδια και βάλθηκε να κλαίει τρομαγμένο και να κοιτάζει και να μην μπορεί να κουνήσει από τον τόπο του. Το γεροντάκι δεν έβλεπε πάρεξ δυο ασημένιους αϊτούς, ένα περιλαίμιο που ανεβοκατέβαινε μπροστά του -κι ένιωθε δυο χοντρά, ζεστά κομμάτια σάρκας να πέφτουν απάνω του σαν το φλογισμένο σίδερο· μα μήτε βόγκηξε μήτε άρθρωσε λέξη. Τo κορίτσι κατάπιε τη σοκολάτα του και ξεφώνισε: «Ντας ιστ γκενούχ, λίμπλιχε Φριτς, ντας ιστ γκενούχ!» Οι μπότες ξεμάκρυναν. Το χοντρό πρόσωπο είχε ξανάβρει τον εαυτό του, κάτι σαν γαλήνη και σαν ικανοποίηση. Ανέβασε το αυτοκίνητο σύρριζα στον τοίχο, στο αντικρινό πεζοδρόμιο, και πέρασε θριαμβευτικά, γεμίζοντας βαριά μυρουδιά μπενζίνας τ' ορφανεμένο δρομάκι.

Το κορίτσι με τη βελόνα άνοιξε την πόρτα, έπλυνε το πρόσωπο του γέρου με κρύο νερό, το σκούπισε με καθάρια πετσέτα· ήρθανε κι οι άλλες γειτόνισσες κι έφερε η μια ένα κομμάτι, ένα ελάχιστο κομμάτι ψωμί κι η άλλη το μπουκαλάκι με το ρούμι και πάσκιζαν να συνεφέρουν τον άνθρωπο που κακοπάθησε. Μα κάτω από τα μάτια το πετσί ήταν γαλαζόμαυρο και φουσκωμένο, λες κι από στιγμή σε στιγμή θα 'σκαζε και θα 'τρεχε από εκεί μέσα όλο το δάκρυ που δεν έβγαινε από την καρδιά. Το παιδί μπόρεσε τότε πια ν' ανασηκωθεί κι έπιασε τα χέρια του πατέρα και τα φιλούσε και του πασπάτευε το κορμί και γλυκά και θαρρετά του μιλούσε, σαν να γεννιόταν την ώρα εκείνη ένας αδάμαστος άντρας μέσα του. Ύστερα στάθηκε ολόρθο και κοίταξε πέρα κι είδε τη λάσπη σημαδεμένη από τα λάστιχα κι έβαλε όλη του την ψυχή στη ματιά· κι ήταν σαν να γέμισε το δρομάκι αχούς αναστάσιμους και ν' άνθισε η γης μονομιάς, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, και τα χελιδόνια να σπάθισαν το γαλάζιο του ασυννέφιαστου ουρανού. Γιατί την ώρα εκείνη ένα βασανισμένο κι ανυποψίαστο παιδί έγινε λεύτερος άνθρωπος και κατάλαβε ποιο είναι το χρέος του.
usound
Και για την αντιγραφή

Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

Έρευνα αγοράς

Ο τύπος ήταν αυστηρός:
-Θέλω το καλύτερο σάιτ!
-Τί εννοείτε, κύριε;
-Αυτό που είπα! Να μπαίνουν και να παθαίνουν ρεύση!
-Ξέρετε, δεν είναι μόνο θέμα εμφάνισης….
-Αλλά;
-Και ουσίας! Όση φιγούρα και να φτιάξουμε, το προϊόν πρέπει να πουλάει!
-Άσε, ρε ζωγράφε! Δική μας δουλειά αυτή! Για το μπογιάτισμα, πόσα θες;
-Θα το μελετήσω και θα σας πω.
-Εσύ, από ποιό ΤΕΙ είσαι;
-Αγουλινίτσας!
-Άσε, θα προτιμήσω ΕΜΠ! Θα μου έρθει και φτηνότερα!

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2009

Nα φύγετε, να πάτε αλλού !

Φύγαμε λοιπόν ή μας φύγανε ή δεν ξέρω τί, δεν έχει σημασία.

Τα blogs όμως είμαστε ΟΛΟΙ εμείς. Πάντα ήμασταν εμείς. Από Βασίλη-Αντ μέχρι Θρασσάκο κι από Σπάρτη μέχρι Kίκου, με Κέκροπες και Αλκατέλες.

Την πρώτη σελίδα, που δεν μας ανήκε άλλωστε, μπορεί ασφαλώς να την κρατήσει η ιδιοκτήτρια εταιρεία, για να προμοτάρει V.I.P's blogs, όπως καλή ώρα του καψερού του Aegean.

Μένει τώρα να βρούμε το "αλλού".

Ελάτε γκουρούδες, να βρούμε μέρος.

Είμαστε ΠΟΛΛΟΙ βλέπεις και θέλουμε άφθονο χώρο.

Και καθαρό αέρα, οπωσδήποτε

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Αχιλλεύς


“Θέλουμε τη γλώσσα του λαού με τη γενικότερη και την υψηλότερη σημασία της λέξεως «λαός». Του λαού που πράγματι διαμορφώνει και σ’ εμάς, όπως παντού αλλού, μιαν άκρως εθνική γλώσσα. Κι ο λαός που διαμορφώνει μια τέτοια γλώσσα, όπως διδάσκει η ιστορία και η γλωσσική επιστήμη, είναι πάντοτε ο λαός των πολυανθρώπων κέντρων, των αστικών κέντρων, των μεγάλων πόλεων, όπου βέβαια συζούν και συνεργάζονται τεχνίτες και εργάτες, έμποροι και βιομήχανοι, επιστήμονες και καλλιτέχνες και λογοτέχνες και καθένας απ’ αυτούς συνεισφέρει τον οβολό του στη διαμόρφωση μιας γλώσσας εθνικής”.
Το λαμπρότερο από τα έργα του είναι η "Νεοελληνική σύνταξις" (1928). Το έργο αυτό παρουσίασε στην Ακαδημία ο Γ. Χατζηδάκις με τα εξής λόγια: "Το Συντακτικόν του είναι το πρώτο εις το είδος του. Συντακτικόν πλήρες της Νέας Ελληνικής ουδέ εις προ αυτού επεχείρησε. Δεν δύναται άρα περί αυτού να λεχθεί το παλαιόν λόγιον "έτερος εξ ετέρου σοφός". Και αληθώς μετά πολλής φιλοπονίας και αγάπης συνήγαγε και κατέταξε μεθοδικώς το υλικόν της νέας σύνταξης, ούτω δε κατέστησε δυνατήν την περί αυτής ιστορικήν και επιστημονικήν έρευναν".
Γόνος μια απλής φτωχικής Τυρναβίτικης οικογένειας, κατάφερε χάρη στην μόρφωση και στην οξύτητα του νου του να διακριθεί ως εξέχουσα πνευματική προσωπικότητα. Το 1886, τελειώνοντας τις βασικές σπουδές στον Τυρνάβο γράφεται στο γυμνάσιο Λάρισας με υποτροφία του Δήμου Τυρνάβου και το 1890 εισάγεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Παν/μιου Αθηνών.

Το 1900 ανακυρύσσεται διδάκτορας του ίδιου Πανεπιστημίου. Διέπρεψε ως εκπαιδευτικός λειτουργός σε σχολεία και σχολαρχεία της Λάρισας και της Αθήνας. Υπήρξε μελετητής της Ελληνικής γλώσσας και εισηγητής του νεοδημοτικισμού. Υποστήριζε την τονική απλοποίηση της γλώσσας μας και στηριζόταν σʼαυτό που σήμερα ονομάζουμε «κοινή καθομιλουμένη». Επέμενε στον όρο μητρική γλώσσα διαχωρίζοντας την από δημοτική. Πρώτος απʼόλους επισήμαινε ότι η χρήση είναι ο κανόνας της γλώσσας κι ότι πρέπει να διδάσκεται η γραμματική της κοινής ομιλουμένης ελληνικής γλώσσας. Σύμφωνα με τα γραφόμενά του «Η γραμματική δεν έχει προορισμό να θέτει νόμους στη γλώσσα, χρωστά να παρουσιάζει πως μιλούμε. Νομοθέτης είναι ο λαός. Με τη γραμματική δε μαθαίνουμε τη γλώσσα, αλλά μαθαίνουμε για τη γλώσσα».
Αναγνωρίστηκε από αξιόλογους πνευματικούς ανθρώπους ως μεγάλος δάσκαλος της γλώσσας και του έθνους μας. Ο Γιώργος Σεφέρης χαρακτηριστικά ανέφερε: «Στα χρόνια μας πρέπει να μην το ξεχνάμε. Το ζήτημα δεν είναι αν θα γράφουμε καθαρεύουσα ή δημοτική. Το τραγικό ζήτημα είναι αν θα γράφουμε ελληνική ή ένα οποιοδήποτε ελληνόμορφο εσπεράντο, σα να θέλουμε να ξεκάνουμε με όλα τα μέσα τη γλώσσα μας. Αυτή είναι η κατάσταση μας και δε μας μένει καιρός. Χωρίς μια φούχτα ανθρώπους σαν αυτόν, θα μιλούσαμε και θα γράφαμε όλοι μας εσπεράντο».

Ο προοδευτικός χαρακτήρας του έργου του δικαιώθηκε από η γλωσσική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και τις θέσεις του πρεσβεύει σήμερα η γλωσσολογία.
Το έργο του διακρίνεται σε φιλολογικό, γλωσσολογικό, κριτικό και χαρακτηρίζεται από συνθετότητα και επιστημονική αντικειμενικότητα. Σημαντική υπήρξε και η συγγραφική του δραστηριότητα. Τα πιο γνωστά έργα του είναι:

Γραμματική Αρχαίας Ελληνικής και Λατινικής Γλώσσας,
Νεοελληνική σύνταξη,
Το γλωσσικό μας πρόβλημα,
Περί της σύγχρονου Θεσσαλικής διαλέκτου.

Πάρτε παράδειγμα εκπαιδευτικού, που ως εκ της θέσεώς του (επιθεωρητής Μέσης εκπαίδευσης), προτείνει επιβράβευση συναδέλφου του:
« …Ο τρίτος, γράφει, υπηρετεί εν τω 8ω ενταύθα γυμνασίω και ονομάζεται Χρίστ. Λαμπράκης. Τον τελευταίον τούτον, συνδυάζοντα σπάνια και εξαιρετικά προσόντα ου μόνον επιστημονικής αρτιότητος, γλωσσομαθείας, παιδαγωγικής ιδιοφυίας και απαραμίλλου διδακτικής δεξιότητος, αλλά προσέτι φυσικά χαρίσματα κοινωνικής παραστάσεως, μετριοφροσύνης, μειλιχιότητος ουχί τυχούσης, συνιστώμεν εξαιρετικώς υπέρ πάντας εις την αξιότιμον Επιτροπήν ως δυνάμενον εάν υποβοηθηθή προς περαιτέρω εν Ευρώπη συμπλήρωσιν των σπουδών του, να χρησιμεύση ως άξιος λόγου παράγων προαγωγής της παρ’ ημίν επιστήμης και της εκπαιδεύσεως εν γένει.» Προς επίρρωσιν της κρίσης του επισυνάπτει την έκθεση του Γυμνασιάρχη του 8ου Γυμνασίου, κ. Παναγιώτη Θεοδωρόπουλου, περί του προσωπικού τού σχολείου το οποίο διευθύνει για το ακαδημαϊκό έτος 1914-15, με ημερομηνία 22 Ιουνίου 1915.
«….Ειδικώς περί εκάστου των μελών των συλλόγων ουδέν έχομεν να προσθέσωμεν εις τα κατά το παρελθόν έτος περί αυτών εκτεθέντα δια της υπ. αριθ. 15 της 12 Ιουλίου 1914 αναφοράς ημών προς το σον Υπουργείον. Μόνον περί του καθηγητού κ. Χρίστου Λαμπράκη το πρώτον εν τω καθ’ ημάς γυμνασίω κατά το λήγον σχολ. έτος αναλαβόντος υπηρεσίαν έχομεν να εκθέσωμεν τα εξής. Ο καθηγητής ούτος από της αρχής του σχολικού έτους ανέλαβεν την διδασκαλίαν των Ελληνικών, Λατινικών και της Ιστορίας του α’ τμήματος της Α’ τάξεως, ην ομαλώς και τακτικώς διεπέρανεν. Η γενική επιστημονική μόρφωσίς του είναι αρίστη, ως εμφαίνεται εκ του διπλώματός του φέροντος αριθμόν «Άριστα», εκ της γλωσσομαθείας του, γιγνώσκοντος καλώς την Γερμανικήν και την Γαλλικήν γλώσσαν, και εκ των διατριβών, ας έχει δημοσιεύση εν περιοδικοίς.
Αλλ’ ό,τι εν αυτώ καθίσταται άξιον θαυμασμού είναι η διδακτική του ικανότης. Μειλίχιος και πράος κατά τον χαρακτήρα, ευγενής και αβρός και ανεπίδεικτος τους τρόπους, ήρεμος και απαθής το ήθος προσελκύει ταχέως την εμπιστοσύνην των μαθητών του και διαπλάσσει ευκόλως το ήθος αυτών. Δεν διδάσκει ρητορικώς και μετ’ επιδείξεως, ως πολλάκις αντελήφθην παρακολουθήσας το μάθημά του, αλλά συνεργάζεται μετά των μαθητών του ων εξεγείρει θερμόν το υπέρ του μαθήματος διαφέρον, συγκρατεί αμετάπτωτον την προσοχήν χωρίς και να καταπονή αυτούς και τους καθιστά αυτενεργούς. Δια τούτο βαθεία και ειλικρινής είναι η προς αυτόν αγάπη και ο σεβασμός των μαθητών του ως ουδείς καθ’ όλον το έτος δι’ απείθειαν ή αταξίαν ετιμωρήθη. Υπήρξαν μεταξύ των μαθητών του και τινες σφόδρα δυσμαθείς και ανεπίδεκτοι κλασικής μορφώσεως, αλλ’ ούτοι δια της αγαθότητος και των πατρικών συμβουλών του επείσθησαν να επιδοθώσιν εις πρακτικόν τι έργον. Αποχωρήσαντες δε του σχολείου δεν απέβαλον και την προς αυτόν αγάπην, αλλά και μετά ταύτα προσήρχοντο ενίοτε εις το γυμνάσιον, ίνα χαιρετίσωσι και ευχαριστήσωσι τον αγαθόν των διδάσκαλον. Αφοσιωμένος ολοψύχως εις το έργον του, απέχων των ιδιαιτέρων παραδόσεων, της λύμης ταύτης των σχολείων της Μέσης Εκπαιδεύσεως, άμεμπτος κοινωνικώς, είναι σπάνιος τύπος διδασκάλου όμοιον του οποίου δεν συνήντησα κατά την εικοσιπενταετή εις πλείστα σχολεία του κράτους υπηρεσίαν μου.
Δια τα προεκτεθέντα πλεονεκτήματα αυτού, τα οποία περιβάλλει υπερβάλλουσα μετριοφροσύνη και σύνεσις είναι αγαπητότατος προς πάντας ανεξαιρέτως τους συναδέλφους του και κόσμημα του γυμνασίου μας. Δια τούτο θεωρώ επιτακτικόν καθήκον να συστήσω τούτον υμίν, κ. επιθεωρητά, ως άριστον πάντων. Ευπειθέστατος….» κλπ. κλπ.

Α, ρε Αχιλλέα! Ευχαριστούμε που μας ξεστράβωσες!

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2009

Το τρίλημμα

Τού χρώσταγε ο παγαπόντης πενήντα χιλιάρικα. Απηύδησε ο άνθρωπος, έψαξε, βρήκε τη διεύθυνση τού φεσατζή και τσουπ χτυπάει το κουδούνι. Εκπάγλου καλλονής θηλυκό τον υποδέχεται.
-Τον κύριο Ακάλυπτο.
-Δεν είναι εδώ, αλλά όπου νάναι......
-Να τον περιμένω;
-Βεβαίως! Να σας βάλω κάτι;
-Ένα σκατς.
Άντε το πρώτο, άντε το δεύτερο, μπαλκονάτη και παιχνιδιάρα η κερά, αρχίζει το μπαλαμούτιασμα ο δανειστής, ανταποκρίνεται το μιλφ και γίνεται η ταράτσα υπόγειο .
Αίφνης ,δίμετρος και μπρατσαράς, ο σύζυγος εισέρχεται, βλέπει τα πόδια τής κυράς στ' αυτιά τού επισκέπτη, θωρεί και τα ακάλυπτα οπίσθιά του και τού ξηγιέται αρμυρό φυστίκι.
Την επομένη ο δανειστής επισκέπτεται ψυχίατρο.
-Γιατρέ, έχω τρίλημμα!
-Δηλαδή;
-Να, ξέρεις, μετά απ' αυτό το περιστατικό, επισκέφτηκα το ίδιο σπίτι πέντε φορές σε μια βδομάδα.
-Λοιπόν;
-Έχω μπερδευτεί! Πήγα για να εισπράξω, πήγα για να πηδήξω, ή μπας και είμαι πούστης;.............

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009

Four Horsemen

Tέσσερις ελλιοτικοί αναλυτές, ο Καρπαζωμένος, ο Πικραμένος, ο Χαζεμένος και ο Πυροβολημένος, κάθονται στη στάση και περιμένουν το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, να πάνε στον Ωρωπό, για κάνα μπάνιο, να δροσιστούν λιγάκι, γιατί τελευταία έχει καεί η γούνα τους. Εκεί που κάθονται, μες στη ζέστη, πιάνουν τη συζήτηση. Ήταν ψηλά ο ήλιος και βάραγε άσχημα, υψηλά ήταν και τα νοήματα...

"Φίλοι", λέει ο Καρπαζωμένος, "να έχετε κατά νούν ότι μόλις επιβιβαστούμε στο λεωφορείο και κατά τη διάρκεια της διαδρομής είναι πιθανόν να σκάσει το λάστιχο του οχήματος, οπότε θ' αναγκαστούμε να κατέβουμε και να περιμένουμε να περάσει το επόμενο".

Απαντάει ο Πικραμένος : "Μάλιστα φίλε Καρπαζωμένε, πολύ ωραία η πρόβλεψή σου, αλλά να συμπληρώσω το εναλλακτικό σενάριο, να αποφασίσει απλώς ο οδηγός να βάλει τη ρεζέρβα, οπότε να μην χρειαστεί καν ν' αλλάξουμε λεωφορείο"

Πετάγεται κι ο Χαζεμένος, να πει κι αυτός τα δικά του : "-Αγαπητοί φίλοι, εξαιρετικές και οι δύο προβλέψεις σας, αλλά σκεφτήκατε την περίπτωση να μην μείνουμε από λάστιχο, αλλά να ξεμείνουμε από βενζίνη ? Σε αυτό το σενάριο, παίζει το υποσενάριο Α, να σπρώξουμε το λεωφορείο, εάν υπάρχει κοντά βενζινάδικο, καθώς και το υποσενάριο Β, να μην υπάρχει βενζινάδικο και να αναγκαστούμε να κατέβουμε και να περιμένουμε να περάσει το επόμενο λεωφορείο, βλ. και σενάριο του καλού φίλου Καρπαζωμένου".

"-Να συμπληρώσω", ξαναπαίρνει το λόγο ο Καρπαζωμένος, "ότι στο αρχικό σενάριο του σκασμένου ελαστικού, έχει ιδιαίτερη σημασία το είδος του σκασίματος. Από τί θα τρυπήσει το λάστιχο? Από καρφί ? Μήπως από βίδα ? Ή θα σκιστεί από γυαλί, οπότε θα μιλάμε για τον Μεγάλο Καρπαζωτικό ? Ακούω τις απόψεις σας"

Παίρνει θέση και ο Πικραμένος : "Έχεις απόλυτο δίκιο, φίλε μου Καρπαζωμένε, το είδος του τρυπήματος του ελαστκού είναι δυνατόν, υπό προϋποθέσεις, να ανατρέψει το σκηνικό και πιστεύω ότι θα συμφωνήσει και ο φίλος Χαζεμένος".


"-Ασφαλώς και θα συμφωνήσω φίλοι", απαντά ο Χαζεμένος. "-Νομίζω μάλιστα, ότι έχει καταστεί πλέον σαφές ότι τελικά θα είμαστε οι μόνοι επιβάτες του λεωφορείου που θα έχουμε προβλέψει με επιτυχία την δυσμενή εξέλιξη του δρομολογίου. Εύγε μας ! -Τί λες κι εσύ φίλε Πυροβολημένε ?", ρωτάει τον τελευταίο, που τόση ώρα καθόταν αμίλητος, αφήνοντας τους υπόλοιπους τρείς απορροφημένους στον διάλογό τους.

"Εγώ απλώς λέω", απαντάει όλο νεύρα ο Πυροβολημένος, "ότι το λεωφορείο μόλις πέρασε, ρε μαλάκες..."

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2009

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

Tϊ τα 'χεις τα μάτια ρε ?

Όταν έχεις μια ζωή οξύτητα οφθαλμών 10/10 άμφω και ξυπνάς ένα πρωϊ με θολούρα στο ένα μάτι (χωρίς μάλιστα να έχεις πιεί κάνα xxx large μπάφο ή τον ίδιο το Δνείπερο το προηγούμενο βράδυ), τότε έχει έρθει η ώρα να πας στον οφθαλμίατρο.
Δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω, πάω σ' έναν τέτοιον, να με δει, να μου πεί τί τρέχει με τα αμυγδαλωτά και τσακίρικά μου μάτια, που έχουν έχουν κάνει κομμάτια κι έχουν κάψει πολλές μορφονιές, εδώ και χρόνια κι εξακολουθούν να πυρπολούν ακόμη. Αλήθεια λέω.
"Καθήστε" μου λέει ο δόκτωρ, "θα τα δούμε όλα, μην ανησυχείτε". Οτι θα τα βλέπαμε όλα, ήταν το μόνο βέβαιον. Στην αρχή μου βάζει μια καρτέλα με πέντε νούμερα, μεγάλα σαν αυγά. "5-8-0-3-1", του τα λέω νεράκι. Μου βάζει μικρότερα. "3-0-2-4-7", του τα ξαναλέω νεράκι. Αυτή η δουλειά έγινε τρεις-τέσσερις φορές ακόμη, ώσπου ψιλοτσαντίστηκε ο γιατρός, που προφανώς από το τηλέφωνο είχε καταλάβει ότι θα τον επισκεπτόταν ο Ray Charles. Μου βάζει κάτι ψείρες, που αυτός ούτε με μικροσκόπιο δεν τις έβλεπε. "Τώρα σε γάμησα ρε μαλάκα!", σκέφτεται. Αλλά τελικά τον ξεπάτωσα εγώ : "7-0-9-3-4-Πάρτα!" του λέω.
Τα πήρε, όντως. "Εντάξει", μου λέει, "ας δούμε τώρα το βάθος". Χαίρε βάθος αμέτρητον, τα μάτια μου γαμούν και δέρνουν ΚΑΙ σε βάθος, γνωστό άλλωστε σε όσους έχουν παρατηρήσει το διεισδυτικό μου βλέμμα.
"Να δούμε και την πίεση", φυσάει και ξεφυσάει και μου βάζει ο πούστης, επίτηδες, ένα κολλύριο, για να με στραβώσει, να δικαιολογήσει την επίσκεψη. "Πώς πάμε?", ρωτάει σαρδόνια. "Με τύφλωσες αλμπάνη !", διαμαρτύρομαι. "Μη σε νοιάζει, θα συνέλθεις" και ζυγώνει να μου βγάλει τα μάτια με κάτι κέρατα σαν μπλε φωτεινές βεντούζες. Εκεί τον ζόρισα, διότι κουνιόμουν σαν εκκρεμές. Με τα χίλια βάσανα, μου πήρε και την πίεση, αν και αρχίδια πήρε, διότι δεν υπήρχε καμμία πίεση.
Μετά δοκίμασε με κάτι λαμπιόνια μυστήρια, μπας και με γκαβώσει και αποκτήσει πελάτη, αλλά εγώ σκύλος, έκλεινα τα μάτια και δεν τον άφηνα. "Δεν έχεις τίποτα", μου λέει, "η όρασή σου είναι αρίστη".
"Κάνεις λάθος γιατρέ" του απαντώ. "'Όταν ήρθα σε σένα, είχα μια θολούρα στο αριστερό μάτι. Τώρα, με όλες αυτές τις μαλακίες που μου έκανες, νομίζω ότι η θολούρα μεταφέρθηκε στο δεξί". Δεν θα του έλεγα τίποτα, αλλά έλα που το δεξί είναι το καλό μου μάτι.

Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

Άσπρη μπλούζα


Εισήλθε στο γραφείο χαμηλοβλεπούσα.
-Ξέρετε, μια καθυστέρηση.
-Ευχάριστο.
-Δεν θα το έλεγα.
-Παντρεμένη;
-Βεβαίως.
-Παιδιά;
-Κανένα.
-Ε, τότε;
- Ξέρετε, μπορεί να μην είναι τού συζύγου….
-Συμβαίνουν αυτά..
-Τί θα κάνουμε;
-Μαζί, τίποτα!
-Εννοώ, δεν πρέπει να μάθει κάτι ο σύζυγος.
- Κυρία μου, δεν ήρθατε στο star channel.
-Είναι επικίνδυνο;
-Αυτό το σπορ; Ε, λίγο!
-Εννοώ, η επέμβαση.
-Καμιά φορά.
-Δηλαδή;
-Από διάτρηση μήτρας μέχρι κακάρωμα. Σπανίως, βέβαια!
-Με τρομάζετε!
-Εγώ να δείτε πώς τρομάζω, όταν συμβαίνει!
-Σας συμβαίνει τακτικά;
-Όχι, βέβαια. Αλλιώς το επίθετό μου θα ήταν Αλμπάνης.
-Μα μου είπαν πως δεν είναι τίποτα.
-Και γιατί δεν απευθύνεστε στον κύριο Τίποτα;
-Μια φίλη μου μού το είπε.
-Να τη φέρετε να με βοηθήσει!
-Μη με παρεξηγείτε. Έχω τρομερό άγχος.
-Πάντα έτσι συμβαίνει, αλλά μετά το συμβάν....
-Κι αν συμβεί κάτι;
-Θα το αντιμετωπίσουμε και θα ειδοποιήσουμε κάποιον συγγενή σας.
-Αποκλείεται!
-Να το αντιμετωπίσουμε; Ε, τότε υπολογίστε και τα έξοδα κηδείας.
-Ντροπή! Είναι αντιμετώπιση γιατρού αυτή;
-Κυρία μου, ο γιατρός λείπει σε διακοπές. Εγώ, απλώς βάφω!

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2009

Ομοιότης


Ψηλή, καστανή, σώμα λαμπαδίσιο, μυτούλα Μπαρντώ, Μπριζίτ περικαλώ, χείλια πετροκέρασο και μάγουλο βερίκοκο, χωρίς ρίκοκο.
Γκισές, στολή μπλε, της αεροπορίας χρώμα, μαντηλάκι πορτοκαλί στο λαιμουδάκι με το λογότυπο τού καταστήματος, μειδίαμα σαγηνευτικό, φωνή χαδιάρα και καμπανίζουσα.
-Παρακαλώ;
-Η κυρία Χίνη, σε ποιο δωμάτιο;
-Δεν σας άκουσα!
-Αυτό που ακούσατε.
-Σας παρακαλώ!
-Εγώ σας παρακαλώ. Κοιτάξτε το! Γιώτα, ήτα!
Οθόνη, πληκτρολόγιο, κλίκι κλίκι, χαμογελάκι.
-Στο 601.
-Όροφος;
-6ος.
-Ευχαριστώ.
Καρσί απέναντι, ανθοπωλείον «ο καλός Νταβέλης».
-Μια ανθοδέσμη.
-Πώς την θέλετε;
-Με άνθη.
-Να σας φτιάξω μια ανάμικτη;
-Εσείς ξέρετε. Αλλά όχι χωριάτικη. Μου μυρίζει η φέτα.
Χαμογελάκι πάλι, η πωλήτρια σκυλέ και χαμηλοκώλα, θέαμα αποτρόπαιον. Ταχύτης, όμως, εν δακτύλοις, κοτσάνια επτά, άνθη πέντε, χλόη άφθονος, χρίτσι-χρίτσι, τύλιγμα, , ψαλίδι, ξύσιμο τής κορδελίτσας, ανατριχίλα, πέντε στροφιλίκια η κορδελίτσα σα να τη γρατζούνισε ο Μάρλον Μπράντο.
-Ογδόντα.
-Με πρωινό;
Πάλι χαμογελάκι, αυτή τη φορά συγκαταβατικό, κατοστάρι, ρέστα είκοσι, κλίτσι-κλίτσι, χρατς-χρουτς.
-Η απόδειξή σας.
-Τι να την κάνω; Να μου θυμίζει τη βλακεία μου;
Ασανσέρ ευάερον και γκλαμουράτο, μουσική δωματίου, άτομα είκοσι, με δύο τιγκάρισε ,καθόσον εισήλθε και κυρία ευρύχωρος.
-Στον πέμπτο.
-Εγώ στον έκτο.
-Εννοώ, το πατάτε;
-Το πάτησα.
-Μα είναι σβηστό.
-Θα ξώμεινε από μπαταρία.
Αίφνης, μικρός κλυδωνισμός , μικρά μετακίνηση προς τα άνω, επάνοδος στην αρχική θέση, κόκκινο σήμα, «υπερφόρτωση», οι πόρτες ανοίγουν διάπλατα.
-Καλέ, τι έγινε;
-Δε βλέπετε; Παραφορτώθηκε και μουλάρωσε.
-Θα πάρετε το άλλο;
-Αν νομίζετε πως εγώ του είμαι το βάρος, ευχαρίστως.
Εξήλθε, ανεχώρησε με το επόμενον, αφήνοντας τον θάλαμον τής όρκας με χαίνουσας τας θύρας και χάσκουσαν την επιβάτιδα.
Δωμάτιον μονόκλινον, άτομα τριάντα τρία , κουνάκι ένα.
-Καλησπέρα! Να σας ζήσει!
-Ωωωωωωωωω! Ο κύριος Τραμπάκουλας! Το αφεντικό μου στο γραφείο. Να σας συστήσω.
Χαιρετούρες τριάντα δυο, φιλί στη λεχώνα έν, εν παρειά, ερώτηξις.
-Εσείς σε ποιόν λέτε πως μοιάζει;
Προεφασίσθη άγνοιαν, εχαιρέτισε τάχιστα, καθότι «ξέρετε οι δουλειές τρέχουν», κατήλθε την κλίμακα αυτήν ταύτην την φοράν, φοβούμενος νέο συναπάντημα μετά τού θωρηκτού, έκλινε την κεφαλήν στο μανάρι τής ρεσεψιόν, ομοίως και αύτη.
Στο δρόμο ηπόρει. Αυτό το μωράκι, φτυστός ο ίδιος ήταν ή ιδέα του ήταν;

Σάββατο, 15 Αυγούστου 2009

Ο Μίτια ξαναχτυπά


Οι νοτιάδες φέρναν σύγνεφα εκείνο το χειμώνα, μα όχι το 'να πίσω από τ' άλλο. Άφηναν και ώρες, την κάθε μέρα, που ξαστέρωνε λιγάκι ο ουρανός. Αυτό γινόταν περί το δειλινό. Κι όταν ο ήλιος, όσο δεν παίρνει χρυσαφής, κάτι σα μέλι φωτεινό, ξεχυνόταν στο μικρό λιμάνι, στ' αργοσάλευτα καΐκια του, στις μπαταρισμένες βάρκες, στα δίχτυα των ψαράδων που στέγνωναν απλωμένα, στη θάλασσα που σιγανάσαινε, στους ανθρώπους που τριγυρνούσαν πέρα δώθε, άγνωστο γιατί. Περί τη νύχτα θα χάλαγε πάλι ο καιρός. Αυτό το καταλάβαινες από τους γλάρους που πετούσαν χαμηλά, έξυναν τη θάλασσα με τις φτερoύγες τους, κλαγγάζοντας κάποιαν ακατάληπτη ανησυχία. Και το όντις, σε λίγο έφταναν ξανά τα σύγνεφα, αβγατίζοντας πολύ το βραδινό σκοτάδι, έτσι που 'σφιγγε η ψυχή του ανθρώπου.
Έτσι λοιπόν, την ώρα που ο Αστέρας πάλευε με τα σύγνεφα, μπήκε ο λεγάμενος στο μαγαζάκι, μποτζάροντας δώθε κείθε, σαν τραμπάκουλο σε σοροκάδα. Κοντός ήταν και κακοσούσουμος, αρκούντως γηραλέος, όχι καλοντυμένος ούτε καθαρός, μ' ένα μαντίλι ματωμένο γύρω στο κεφάλι - σίγουρα φρεσκοσπασμένο ήταν. Η μύτη του μάλιστα είχε μεγάλα χάλια, γδαρμένη, πρησμένη, σκεπασμένη κομμάτια αίμα πηχτό. Ή κουτρουβάλα είχε πάρει ο ερίφης*, ή ξύλο γερό είχε πέσει, μπερντάχι , με σύστημα, πάνω χέρι - κάτω χέρι, του αλατιού τον είχαν κανωμένο. Τώρα γινωμένος ήταν όταν τις έφαγε, ή τα κοπάνισε κατόπι, να πνίξει στο κρασί το μεράκι του καβγά; Αυτό δεν το ξέρουμε. Το βέβαιο είναι, λίαν σουρωμένος ήταν όταν μπήκε στο μαγαζί, κρατούσε μάλιστα στο χέρι κατιτίς τυλιγμένο σε χαρτί, φαγώσιμο πρέπει να ήταν. Προχώρησε, το λοιπόν, κατά τον μπεζαχτά, χαιρετώντας πολύ εγκάρδια τις δύο παρέες που βρίσκονταν την ώρα εκείνη στο μαγαζί.
Μα δεν πήρε αντιχαιρέτισμα, ένεκα που οι μεν -δυο μαντράχαλοι- ήσαν πολύ απασχολημένοι με τις κοπέλες τους και δεν είχαν καιρό για κουβέντες άχρηστες. Όσο για τους δε, αυτοί πίναν το κρασί τους λίαν βαρύθυμοι και σέρτικοι, είχαν φαίνεται τις στεναχώριες τους. Τι να κάνει λοιπόν, κι αυτός; Παράγγειλε ούζο καραφάκι, κι έπιασε κουβέντα με το μαγαζάτορα, ένεκα που ο Θεός τον έκανε άνθρωπο κοινωνικό, πολύ συσχετικό, η μουγκαμάρα κι η περισυλλογή ποσώς* δεν του επήγαιναν. Είπε μάλιστα τη γνώμη του δυνατά, να την ακούσει όλος ο κόσμος:
- Όποιος δε μιλάει, πεθαμένος είναι και θάβουν τον!
Ακούμπησε το στράτσο στον μπεζαχτά κι άρχισε ν' αδειάζει το καραφάκι σε δυο νεροπότηρα, προσέχοντας φοβερά στη μοιρασιά, μήπως τυχόν και στάξει κόμπος στο 'να πιότερο από τ' άλλο. Αφού τέλειωσε τη δίκαιη αυτή κατανομή, πήρε το πρώτο ποτήρι και το ήπιε, ήπιε και το δεύτερο, θαραπάηκαν τα σωθικά του κι άρχισε μεγάλο λακριντί με το μαγαζάτορα. Ένεκα όμως που η παρέα μας βρισκόταν κάμποσο μακριά, δεν έδωσε κανείς μας προσοχή, εξάλλου είχαμε δικές μας κουβέντες να πούμε, πολύ σοβαρές και διόλου ευτράπελες. Πες πως τον αλησμονήσαμε κι αυτόν, και τα σπασμένα μούτρα του, και το στράτσο και το μεθύσι του και το λακριντί του. Όταν, έξαφνα, κουβέντες σε ύφος έντονο τράβηξαν την προσοχή μας:
- Όχι, κύριος, δε θέλουμε το κέρασμά σου!
- Και γιατί, δηλαδής; Εγώ εκινήθην από την ευγενής πρόθεσις... Κόβε λόγια και στρι! Πολύ ψείρα μάς γίνηκες!
Η παρεξήγηση συνέβαινε με την άλλη παρέα που ο ερίφης θέλησε να την κεράσει, άγνωστο γιατί. Ίσως που το κρασί τον έκανε πολύ κοινωνικό, πρόθυμο να πιάσει σχέσεις εύκολες και γκαρδιακές με τον πάσα τυχών. Ίσως πάλι και να του γυάλισαν τα κορίτσια, ήθελε να κάνει το κομμάτι του. Οι μαντράχαλοι όμως πήραν αλλιώς το πράμα, εξ’ ου κι ο καβγάς – «περικαλώ, κύριος!» και «με το μπαρδόν, δεν είσαστε εν τάξει εν πάση περιπτώσει!».
Ο ένας μάλιστα από τους δυο -άνθρωπος ευερέθιστος- σηκώθηκε μια στιγμή, κι είπε λόγια βαριά που προδίκαζαν χειροδικία. Τσίριξαν τα κορίτσια: «Mανόλη! Για τ' όνομα της Παναγιάς!», μπήκε στη μέση κι ο άλλος, ο πλέον ψύχραιμος, και το επεισόδιο θεωρείται λήξαν. Ο ερίφης υποχώρησε κανονικά κατά τον μπεζαχτά, όπου τον τραβούσε από το μανίκι ο ταβερνιάρης αυταρχικότατα:
- Ήπιες το ούζο σου, Παναγιωτάκη; Πλέρωνε και στρίβε! Όχι ιστορίες στο μαγαζί μου!
Σαν ν' αποφάσισε να ησυχάσει ο Παναγιωτάκης, αλλά για να φύγει, ούτε λόγος! Ήθελε, σώνει και καλά, ν' ανοίξει την καρδιά του, να πει τον πόνο του, να μιλήσει με άνθρωπο. Κανείς να μην τον θέλει, κανείς να μην καταλαβαίνει, όλοι να τον διώχνουν - τι κακό πάλι αυτό!
Εξάλλου, ο άνθρωπος είχε πια τα πιο φιλειρηνικά αισθήματα. Ξεδίπλωσε το στράτσο, τράβηξε δυο χταποδάκια που ήταν μέσα, τα καμάρωσε κι εδήλωσε πως έχει κάθε δικαίωμα να τα μαγειρέψει και να τα φάει ποτίζοντάς τα με μπόλικον κράσο, ένεκα που το χταπόδι χωρίς ένα πρώτο κρασί δε μαγειρεύεται, και δίχως ένα δεύτερο δε χωνεύεται. Άρχισε, λοιπόν, μεγάλες συνεννοήσεις με το μαγαζάτορα, να του ψήσε ι τα χταπόδια, να τα φάει εδώ που βρίσκεται, δηλαδή να τα φάνε παρέα, ένεκα που η μοναξιά κι αυτός δεν συνταιριάζουν, ανέκαθεν ντερμπεντέρης άνθρωπος ήταν. Ο μαγαζάτορας όμως είχε μεγάλες αντιρρήσεις. Των αδυνάτων αδύνατο! Η φουβoύ ήταν πιασμένη με τις γόπες, κατόπι θα τηγάνιζε πατάτες, ύστερα θα έρχονταν η πελατεία και θα παράγγελνε της ώρας πράματα, συκωτάκια, μπαρμπουνάκια, σαγανάκια.
- Ό,τι άλλο, Παναγιωτάκη μου, αυτό όμως μη μου το ζητάς!
- Δεν έχω, δηλαδής, το δικαίωμα να φάω κι εγώ ένα μεζέ σαν άνθρωπος -να, τα χταποδάκια μου- και να πιω το κρασί μου, σα φιλήσυχος πολίτης;
- Δε γίνεται, Παναγιωτάκη μου! του είπε ο άλλος κoφτά. Να πας στην Ευταλία να στα μαγειρέψει. Κι άντε τσαμπούκ τσαμπούκ, άδειαζέ μου το μαγαζί κι έχω δουλειά! Πλακώνει πελατεία.
Ο ερίφης σώπασε, σα να είδε πως τίποτα δε γίνεται, πως έπρεπε να το πάρει απόφαση. Τύλιξε τα χταποδάκια στο στράτσο, τα έβαλε υπομάλης και τράβηξε κατά την πόρτα. Μα η αγανάχτηση τον έπνιξε. Γύρισε, το λοιπόν, κι άρχισε καινούρια δημηγορία:
- Στην Ευταλία... Άιντε συ να πεις στην Ευταλία να στα μαγειρέψει! Συ, που δεν είσαι άντρας της... Εγώ, δηλαδή, δεν έχω δικαίωμα να φάω ένα μεζέ, να πιω ένα κρασί;
Αργά κατάλαβε πως μιλούσε στα κούφια, ένεκα που ο μαγαζάτορας είχε αποτραβηχτεί στην κουζίνα. Σήκωσε, το λοιπόν, τους ώμους και τράβηξε πάλι κατά την πόρτα. Φαίνεται όμως πως δε βολούσε η ψυχή του να ξεκολλήσει εύκολ' απ' το μαγαζί. Περνώντας μπροστά στην παρέα μας κοντοστάθηκε. Ήθελε κουβέντα.
- Έχει τσιγάρο;
Απόκριση καμιά. Είδαμε τι κολλιτσίδα ήταν, αν του μιλούσαμε ξεκολλημό δε θα 'χε. Αυτός όμως εκεί!
- Θέλω τσιγάρο.
- Δεν έχει! του λέει ο Αγλέουρας.
- Πώς δεν έχει, αφού καπνίζετε!
Ήταν κι αναιδής.
- Άιντε στο καλό! του λέει ο υποπλοίαρχος, κι άσε μας ήσυχους.
Ακούς;
Αυτό δεν του άρεσε του φίλου. Πήρε αμέσως ύφος κουτσαβάκικο, προκλητικό, μπεχλιβάνικο. Κι αμόλησε την πρόστυχη κουβέντα:
- Επειδή, δηλαδής, έχεις δυόμισι γαλόνια στο μανίκι, μας κάνεις και τον κάργα;
Ο υποπλοίαρχος χαμογέλασε κάτω από τα μουστάκια του. Μα ο Αγλέουρας σηκώθηκε, άρπαξε τον Παναγιωτάκη από τις πλάτες και απλά, αυστηρά, θετικά τον έβγαλ' έξω από το μαγαζί. Τον έβγαλε, δεν τον πέταξε. Όλα γίνηκαν μ' ευγένεια και κατανόηση, ως αρμόζει να φέρεται κανείς σ' έναν μεθυσμένο, έναν ακαταλόγιστο. Κι αυτός δεν έφερε καμιάν αντίσταση, ψοφοδεής* ήταν, μόνο λόγια και τίποτες άλλο. Ανθρωπάκος, που το κρασί τον εχτυπούσε παράξενα, τον έκανε να λέει μπούρδες δίχως να συλλογιστεί.
Ο Αγλέουρας εγύρισε και ξανακάθισε στη θέση του. Κέφι δεν είχαμ' εξαρχής, τώρα το λίγο που είχε απομείνει ξανεμίστηκε κι αυτό. Δεν ήταν να 'ρθει κι αυτό τ' αυτοκίνητο, να πάμε στις δουλειές μας! Η νύχτα είχε πέσει πια, ήρθαν πάλι τα σύγνεφα, μαύρισε ο ουρανός διπλό σκοτάδι, το ίδιο κι η θάλασσα. Μόλις έβλεπες τα κατάρτια των καϊκιών ν' αργοσαλεύουν πέρα δώθε πάνω στο μουντό στερέωμα, σα μετρονόμια που κράταγαν στον άνεμο το ρυθμό των νερών. Πρέπει και να ψιλόβρεχε, εμείς δεν το βλέπαμε, έτσι στο βάθος που καθόμαστε. Μα έρχονταν από το πέλαγο οσμή υγρού νοτιά, μύριζε και το χώμα, μουλιασμένο ως ήταν.
Και να, δεν πέρασαν ούτε τρία λεφτά, και ξαναπαρουσιάστηκε στην πόρτα. Έκανε να μπει πάλι στο μαγαζί, ένεκα που είχε μεθύσι πεισματάρικο, επίμονο, τίποτα δεν τον έκανε ν' αλλάξει το κέφι του. Μεμιάς όμως όλοι σηκωθήκαμε, η παρέα μας, η άλλη παρέα, ο μαγαζάτορας:
- Πάλι εδώ είσαι; Έξω! Έξω! Φεύγ' από δω! Πήγαινε στο σπίτι σου! Μπεκρούλιακα! Προστυχόμουτρο! Κολλιτσίδα! Ψείρα! Ψείρα!
Αυτό γίνηκε τίμια κι αυθόρμητα, μας είχε φέρει ως εδώ, ο αλιτήριος! Όσο εμείς ξαφνιαστήκαμε από το φέρσιμό μας, άλλο τόσο κι αυτός. Η κατακραυγή χίμηξε απάνω του, τόνε βάρεσε στο στήθος, τον σταμάτησε, τον πισωπλάτισε. Απόμεινε ασάλευτος, κρατώντας τα τυλιγμένα χταπό¬δια στο χέρι το ζερβί, κι έριξε ματιά γεμάτη δέος ολοτρόγυρα. Πρέπει τα μούτρα μας να ήσαν τόσο άγρια, που φοβήθηκε.
- Καλά... μουρμούρισε... Καλά! Θα φύγω... Αφού δε με θέλετε... Μα πού να πάω; Πού; Στην Ευταλία; Ένας λόγος είναι αυτός. Ούτε κι αυτή με θέλει, όπως κι εσείς. Κανείς! Κανείς... Τον έπιασε κάτι σαν παράπονο, κι άπλωσε το χέρι όπου κρατούσε τα χταπόδια:
- Να! Αυτά τα χταπόδια. Στη χόβολη... Όλοι μαζί θα τα τρώγαμε. Ένα μεζέ κι ένα κρασί. Σαν άνθρωπος κι εγώ. Σαν άνθρωπος...
Μας κοίταγε και πρόσμενε κατανόηση, σαν άνθρωπος από τους ανθρώπους. Μα μόνο φάτσες παγωμένες αντίκρισε, μάτια γεμάτα σκληράδα και κακία. Κακία ανθρώπινη.
Τότε, κατάλαβε. Κάτι σαν αποκαρδίωση τον έπιασε, όλα έσπασαν εντός του. Έπεσε αδύναμο το χέρι που κρατούσε τα δυο χταπόδια στο στράτσο το χαρτί, μάταιη προσφορά στην κατανόηση των ανθρώπων.
Πήρε αργή στροφή, βγήκε πάλι από το μαγαζί, έπεσε βαρύς στο σκαλοπάτι κι απόμεινε ασάλευτος, με το τσακισμένο του κεφάλι μες στις δυο παλάμες. Δεν εμίλησε πια, τίποτα δεν είπε, μα έσμιξε την ψυχή του με τη νύχτα του νοτιά, τη σκέπασε με σύγνεφα, την τύλιξε με πνοές όστριας χειμωνιάτικης. Όσο για μας, ξανασκύψαμε στα ποτήρια, στις εφημερίδες, στις κουβέντες μας, μην καταλαβαίνοντας, μη θέλοντας να καταλάβουμε. Πέρασε έτσι ώρα αρκετή, ίσως και δέκα λεφτά, ίσως και τέταρτο ολόκληρο. Κι όταν ανασήκωσα τα μάτια και κοίταξα την πόρτα, εκεί που είχε καθίσει δεν τον είδα πια. Είχε φύγει, τράβηξε μέσα στη νύχτα, ποιος ξέρει για πού, να μαγειρέψει τα χταπόδια του, να πιει ένα κρασί, σαν άνθρωπος. Σαν άνθρωπος, ακριβώς...

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2009

Η καλή νοικοκυρά.................




Το παρακάτω κείμενο ,δημοσιευμένο το 1955 σε αμερικάνικο περιοδικό, υιοθετείται πλήρως από τη συγγραφική ομάδα τού Αλή:


Οδηγίες προς νοικοκυρές:

Ετοιμαστείτε. Ξαπλώστε 15 λεπτά πριν έρθει σπίτι. Βάλτε λίγο make up και φτιάξτε τα μαλλιά σας ώστε να δείχνετε ανανεωμένες μόλις επιστρέψει. Να θυμάστε ότι (Αυτός) ήταν όλη μέρα μέσα σε ένα σκληρό εργασιακό περιβάλλον .

Να δείχνετε χαρούμενες μόλις τον δείτε.

Να είστε ανάλαφρες μαζί του και να του δείχνετε ενδιαφέρον. Για να τον κάνετε να ξεχαστεί και να χαλαρώσει μετά από την βαρετή και σκληρή του ημέρα, ίσως χρειαστεί να προχωρήσετε σε κάποιο από τα καθήκοντα σας... (το πιάσατε το υπονοούμενο έτσι; )
Να τον ακούτε προσεκτικά. Μπορεί να έχετε πολλά επείγοντα και ενδιαφέροντα πράγματα να του πείτε, αλλά αφήστε τον να μιλήσει πρώτος. Να θυμάστε ότι τα θέματά του είναι πάντα πιο σημαντικά από τα δικά σας!

Μην διαμαρτύρεστε αν δεν έρχεται στην ώρα του για το δείπνο, αν δεν έρθει σπίτι το βράδυ ή αν δεν σας παίρνει για να διασκεδάσετε μαζί . Πρέπει να κατανοήσετε πόσο δύσκολη είναι η δουλειά του και πόσο άγχος έχει. Χρειάζεται να ξεκουράζεται.
Ο Στόχος σας: Να κάνετε το σπίτι ένα μέρος γαλήνης και τάξης όπου αυτός (ο Ένας και Μοναδικός) θα μπορεί να ανανεώνεται σωματικά και ψυχικά.
Κάντε του το μαξιλαράκι και βγάλτε του τα παπούτσια.

Μην του κάνετε ερωτήσεις σχετικά με τα όσα κάνει και μην αμφισβητείτε την κρίση του. Να θυμάστε, αυτός είναι ο αφέντης του σπιτιού. Δεν έχετε κανένα δικαίωμα να τον αμφισβητείτε.
Μια καλή γυναίκα ξέρει τη θέση της.

Κυριακή, 2 Αυγούστου 2009

Στριπ


Στην αρχή ήταν δυο. Μετά τρεις, και στο τέλος πέντε. Αφού κουβέντιασαν τα επαγγελματικά τους , το γύρισαν στο καλαμπούρι και στα μπυρόνια Κι επειδής τους έκοψε η λόρδα, κατέβασαν καμιά εικοσαριά καραβίδες νούμερο 1, τρία κιλά συναγρίδα, χώρια τις καβουρομάνες, τις ψίχες, δέκα γαύρους ψητούς, πέντε έξη θράψαλα και κάτι άμοιρα βραστά λαχανικά. Ένας μάλιστα πήγε να ρευτεί, αλλά ο ήχος μπερδεύτηκε και βγήκε από την έξοδο κινδύνου στο πίσω μέρος τού οικοδομήματος.
Ο ίδιος έριξε και την ιδέα.
-Ρε, δεν πάμε καμιά τσάρκα;
-Σούρωσες, ρε; Μπουρδελότσαρκα πενηντάρηδων; Θα γελάσουν κι οι τσατσάδες!
-Ουστ, κωθώνια! Κυριλέ πράγματα!
-Ήτοι; ρώτηξε ο Τζάρτζανος της παρέας.
-Στριπ!
-Σόου;
-«Ουάου!», ανεφώνησαν οι λοιποί.
-Ποιος θα μείνει στεγνός;
Μούγκα στη στρούγκα.
-Κλήρος!
Βγήκαν τα σπιρτόξυλα, τράβηξε ο κοντός το πιο κοντό, στραβομουτσούνιασε, αλλά έκατσε στο τιμόνι τής Καγιέν.
-Έτσι και πιεις ,ζουμπά, τη γάμησες!
-Ρε παιδιά, και κοντός και στεγνός;
-Τυχερός είσαι! Θα σου κάτσει η οικολόγα. Φοβερός πάτος!
Άφιξις. Ο παρκαδόρος γουρλώνει τα μάτια νομίζοντας πως το θηρίο κινείται άνευ οδηγού. Κοντοζυγώνει, αντιλαμβάνεται το σφάλμα του και δείχνει με το χέρι.
-Εκεί!
Πόρτες ανοίγουν, οκτώ κανιά ακουμπάνε στο τσιμέντο. Τού οδηγού αργούνε.
-Άντε, ρε!
-Παιδιά, βοήθεια! Φοβάμαι!
-Τι φοβάσαι, ρε; Τις γκόμενες;
-Όχι. Το ύψος!
Τελικά, παίρνει την απόφαση ο κοντός και σαλτάρει από το κάθισμα δίκην πιθηκοειδούς. Ευτυχώς προσγειώνεται όρθιος.
-«Ανήλικοι δεν επιτρέπονται!», πετάγεται ο παρκαδόρος.
-«Ρε άει στο διάολο, καραφλογιεγιέ!», αρπάζεται ο Ρίζος και του κολλάει ένα φτυσμένο δεκάρικο στο κούτελο.
Είσοδος. Μουσική εκκωφαντική, φώτα χαμηλά, πίστα στο κέντρο, μια τσίτσιδη κουλουριάζεται γύρω από ένα σωλήνα, τραπεζάκια γύρω από την πίστα, καναπέδες τεράστιοι στα πλαϊνά.
Ένας ταλαίπωρος ασπρομάλλης πλησιάζει. Ύφος μαιτρ της Μεγάλης Βρετανίας.
-Τέσσερα άτομα;
-«Και μισό!», του τη χώνει ο ζουμπάς.
-Απλό ποτό;
-«Ναι! Πορτοκαλάδα!», του την ξαναμπαίνει ο κοντός.
Ο ρίξας την ιδέα ,και κατά κοινή ομολογία εμπειρότερος, παρεμβαίνει.
-Βάλε μας στους καναπέδες.
-Ξέρετε, εκεί πρέπει ν’ ανοίξετε σαμπάνιες.
-Ε, και;
Στρογγυλοκάθονται οι μεσήλικες, χαλαρώνουν οι λαιμοδέτες.
-Τσάκω ένα μπουκαλάκι μαύρο, ένα χυμό κι ένα σκαμνάκι.
-Σκαμνάκι;
-Δεν βλέπεις που τα πόδια τού Βράνκοβιτς είναι στον αέρα;
-"Μαλάκες, θα φύγω!", τσινάει ο ζουμπάς.
Παγάκια, ποτήρια, ξηροκάρπια, ο χυμός τού «μικρού» και το μπουκαλάκι απλώνονται στο τραπέζι. Ο «μαιτρ» σερβίρει με μεγαλοπρέπεια αρχαίου οινοχόου.
-«Χαρά Θεού!»,αναφωνεί ο σεμνός της παρέας
Μισοτσίτσιδες δίμετρες παρελαύνουν στους διαδρόμους ρίχνοντας κλεφτές ματιές προς την ώριμη μάζωξη. Ο τάπας έχει την τύχη να κάθεται στην άκρη. Μια μαύρη που θα έκανε για σέντερ των Σικάγο Μπουλς στρογγυλοκάθεται δίπλα του. Ο κοντός ζαρώνει σα βρεγμένη γάτα. Η γαζέλα ακάθεκτη προχωράει στην επίθεση.
-Αχ, τί γλυκούλης!
Τα χάχανα σκεπάζουν ακόμη και τη φωνή του Μάικλ Τζάκσον που ξεχύνεται απ’ τα μεγάφωνα.
Ο έμπειρος σηκώνει τη χερούκλα του. Ο «μαιτρ» τσακίζεται.
-Ορίστε!
-Μια σαμπάνια στην κοπέλα.
-Τί σαμπάνια;
-Μάρκα θες; Ντομ Περινιόν!
-Εννοώ πίκολο, μέτρια ή κανονική;
-Κανονική!
Ο συντήρας απορεί.
-Τί σημαίνουν οι κατηγορίες;
-Πίκολο, ένα τέταρτο, μέτρια μισή ώρα, κανονική μία ώρα.
-Και οι τιμές;
-50, 100, 300.
-Φαρμακείο, αδελφάκι μου! Και τί περιλαμβάνει το μενού;
-Κάτσε και θα δεις.
Με την έλευση τής σαμπάνιας ο κοντός χάνεται στην αγκαλιά τής γαζέλας. Ένα χαμόγελο ηδυπαθές διαγράφεται στα χείλη του. Οι λοιποί ξερογλείφονται.
Αίφνης τέσσερις κόμματοι κατευθύνονται με βηματισμό τσολιά στους καναπέδες. Τρυπώνουν ανάμεσα στους μπισμπίκηδες , καβαλώντας τα γόνατα τού άλλου κωλόφαρδου ακριανού.
Σαμπάνιες τέσσερεις, κανονικές περικαλώ, πίτσι πίτσι , γούτσου γούτσου, ζάτσα ζούτσα. Ο ζουμπάς, ξάφνου, θεάται με ανοιχτό πουκάμισο.
-«Κούκλε μου, η γούνα σου!», τον πειράζει ο έμπειρος.
Και να σου οι δεύτερες και να σου οι τρίτες και οι τέταρτες, οι σαμπάνιες ντε, καπάκι τα τέιμπλ ντανς, εξαφανίζονται οι γραβάτες, χάνονται οι ζώνες, τσαλακώνονται τα πουκάμισα, ανακατεύονται τα μαλλιά των εχόντων, αναστεναγμοί ξεφεύγουν κάπου κάπου.
-Λογαριασμό!
-10000.
-Κοντέ, σκάσε το διχίλιαρο!
-Δυο χιλιάδες η πορτοκαλάδα;
-Μαζί με το πασπάτεμα!
Ο κοντός μπροστά, οι τέσσερις από πίσω, οι πόρτες της Καγιέν ξανανοίγουν, ο ζουμπάς ξαναπετυχαίνει το σάλτο κι αρχίζει η διανομή.
-«Μαλάκες, βρωμοκοπάμε πατσουλί!», ανακαλύπτει ο σεμνός. «Κι έχω και κραγιόν στο πουκάμισο!».
«Το νου σας, κωθώνια!», συμβουλεύει ο έμπειρος. «Λέμε την αλήθεια! Μπλέξαμε σ’ ένα κωλάδικο και μας πήρε ο διάολος.. Οι κάργιες πρωί πρωί θ’ αρχίσουν τα τηλεφωνήματα αναμεταξύ τους. Σταθερή γραμμή εμείς, είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω, θυμηθήκαμε τα νιάτα μας και τα τοιαύτα! Ξέρετε!».
-Φρένο, κοντέ!
Κόκκαλο ο κοντός, τα δέντρα μιας πλατείας ποτίζονται μέχρις πνιγμού, επανεπιβίβασις, τέσσερις στάσεις, καληνύχτες.
Ο ζουμπάς δεν μπορεί να αποχωριστεί ένα χαμόγελο ικανοποίησης καθώς κρύβει το χαρτάκι με το τηλέφωνο τής γαζέλας στο ντουλαπάκι τού συνοδηγού.