Κυριακή, 31 Μαΐου 2009

Η τσιριμπίμ, τσιριμπόμ



Στο γεύμα τον βάλανε στη γωνιά του τραπεζιού. Γκαντεμιά. «Μήτε στη μέση χωραφιού, μήτε στην άκρη τραπεζιού», που λέει κι η παροιμία. Καθόσον , στη μέση στο χωράφι τραβάς όλη τη λάντζα και στην άκρη στο τραπέζι δεν φτάνεις τα κοψίδια και ματσουλάς σαν κατσίκα τα ζαρζαβατικά. Αγαπάει ο Θεός τον κλέφτη, αγαπάει και το νοικοκύρη, όμως.
Δίπλα του θρονιάστηκε μια κυρία πολύ τσιριμπίμ, τσιριμπόμ. Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι ελαφρώς γριφώδης. Μπορεί να ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως. Μία ερμηνεία είναι να δηλοί το άτομο τσίου μπίου, τσικιμπίου. Το χαμένο στο διάστημα, τουτέστιν. Την τρελλοκαμπέρω. Κάτι σαν τη Λούκρη της γειτονιάς. Άλλη ερμηνεία θέλει την τσιριμπίμ τσιριμπόμ ως κυρία αξιοσέβαστη, καλοντυμένη, με καλούς τρόπους. Πολύ προχώ ερμηνεία. Φαντάσου να αποκαλέσεις τη γυναίκα του Γιωργάκη τσιριμπίμ τσιριμπόμ και να μην παρεξηγηθείς. Ο μόνος τρόπος να διασωθείς είναι να πείσεις το σύζυγό της περί τού μεταφορικού νοήματος του χαρακτηρισμού. Εύκολη δουλειά, ειδικά αν τα μπουρδουκλώσεις με λίγη μοβορία και σοσιαλιστικά καλούδια.
Για να μην τα πολυλέμε, η κυρία τα είχε τα κυβικά της σε τούρμπο εκδοχή. Συνεδύαζε δε τη φινέτσα μιας Άλφα με τη μεγαλοπρέπεια μιας Μερτσέντες.
Πρώτο πιάτο, ψαρόσουπα. Το σιχαινόταν αυτό το πιάτο. Όχι πως δεν του άρεσε η ψαρόσουπα, αλλά δεν μπορούσε να την ρουφάει μπροστά σε κόσμο. Η σούπα θέλει το θόρυβό της. Είναι σαν την κλανιά. Η κουφή δε λέει!
Η τσιριμπίμ , όμως επέδειξε μιάν εκπληκτική άνεση στην αναρρόφηση. Το κοχλιάριο πηγαινοερχόταν βασανιστικά αργά, αλλά σταθερά, στο πάντα μισόκλειστο στόμα της. Το υγρό περιεχόμενο του κοχλιαρίου εξηφανίζετο χωρίς να ακουστεί ο παραμικρός θόρυβος. Και επέστρεφε στο πιάτο αποσπογγισμένο ωσάν προσφάτως εξελθέν εκ πλυντηρίου Πίτσος.
Η δική του ανάλογη κίνηση ήταν ένα δράμα. Στην ανηφόρα το κουτάλι έσταζε σα γεμάτο νερουλάδικο. Κατά την μετάγγιση ακουγόταν ένας απροσδιόριστος θόρυβος. Κάτι σαν τον γκομενιάρη σύζυγο που επιστρέφει στο σπίτι ξημερώματα κι ανεβαίνει αργά τις σκάλες , αλλά που όλο και κάποιο τρίξιμο τον προδίδει. Η δε επιστροφή ,σκέτη απελπισία. Το ξαλαφρωμένο πια νερουλάδικο χόρευε σα μεθυσμένο στον κατήφορο. Και φρενάριζε στο πιάτο σα Φιατάκι που γλίστρησε απ’ τον προβλήτα στη θάλασσα.
Δεύτερο πιάτο, αστακός. Το δράμα του ,τελειωμό δεν είχε. Άντε τώρα να βγάλεις το ψαχνό απ’ τη φωλιά του και να μη σε κλαιν οι ρέγγες. Αν και την είχε δουλέψει την πένσα στα νιάτα του, τούτο δω το μαραφέτι του φαινόταν βουνό. Μουρμούρισε κάτι περί αλλεργίας κι αφέθηκε να παρακολουθεί την τσιριμπόμ στην αποφλοίωση τού μαλακόστρακου. Ήτις του ρούφηξε τα σωθικά με ταχύτητα πιράνχας.
Τρίτο πιάτο, ψάρι. Σαργός. Ο οικοδεσπότης πρέπει να ήταν σαδιστής. Χάθηκε ο κόσμος ,ρε φίλε, να βάλεις δυό συναγριδάρες στη μέση, να τις ανοίξεις, να πηρουνιάσουμε το ψαχνό; Τι μου σερβίρισες το μεριδιάρικο το σαργουδάκι στο πιάτο μου; Κι είναι και κοκκαλιάρικο το ατιμούλικο.
Με τα πολλά ,κατάφερε να του βγάλει τη ραχοκοκκαλιά. Προσπάθησε ν’ αποφύγει και τα υπόλοιπα κοκκαλάκια με αποτέλεσμα στο τέλος ν’ απομείνει στο πιάτο ένα συνονθύλευμα που θύμιζε εκταφή άλιωτου πτώματος. Αντιθέτως, στο πιάτο της βασίλευε η ερημία. Σα να είχε προηγηθεί επιδρομή σμήνους ακρίδων. Πλην των οσταρίων και τής κεφαλής , ουδέν έτερον ενεθύμιζε τον εν τω πινακίω προϋπάρξαντα ιχθύν.
Στο κρασί, παρά ταύτα, πήρε την εκδίκησή του. Γέμιζε το ποτήρι τής τσιριμπόμ με μαεστρία σερβιτόρου τής Μεγάλης Βρετάνιας. Η δε ,περί ης ο λόγος, τίμησε εξόχως το προϊόν τής αμπέλου.
Με κάποιο πρόσχημα ανεχώρησαν ταυτοχρόνως. Κι ένιωσε πολύ ευτυχής που τις επόμενες ώρες του συμπεριφέρθηκε όπως στην ψαρόσουπα, στον αστακό και στο σαργουδάκι.

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

Η Εκτίναξη του Ψόφιου Κοριού

Σε κόκκινο φόντο, τα καταθλιπτικά Emos των Χρηματαγορών, γονατίζουν ευλαβικά με τα μάτια βουρκωμένα μπροστά σε σπασμένους διακοσάρηδες και σε διαγραμματικούς σχηματισμούς τύπου «κάτω κεφάλι πήρε βιάγκρα» και «σηκώθηκαν τ’ αγγούρια, να δείρουν τον μανάβη», θρηνώντας για την οικονομία που είναι χάλια, την κοινωνία που είναι χάλια και τη ζωή ολόκληρη, που είναι χάλια κι αυτή, πανάθεμά τη, πασκίζοντας μάταια να βρούν μια λογική εξήγηση για την άνοδο. Ρουφώντας τις μύξες τους, κλαίνε και προσεύχονται κατανυκτικά υπέρ ημών, των πεπλανημένων, που η άνοδος μας έπιασε με τα χαρτιά απάνω μας –συμφορά μας.

Τα ορκισμένα μέλη του Τάγματος των Μοιρολατρών, παρηγοριούνται αναμεταξύ τους -παρηγοριά στον Άχαρτο, μέχρι να βγεί η ψυχή του- χτυπώντας συγκαταβατικά ο ένας την πλάτη του άλλου, με την γνωστή επωδό «δεν πειράζει, ας χάσαμε αυτή την άνοδο, τουλάχιστον δεν χάσαμε το μετρητό μας», το οποίο φυλάνε στον κόρφο τους, μέχρι να βρούν κατάλληλο σημείο εισόδου, δηλαδή μέχρι να τους το ξεκάνει ο πληθωρισμός, που έρχεται καλπάζοντας, πάνω στο μαύρο αλόγατο του Εγκέφαλου Καβαλάρη. Εν τω μεταξύ, για να μην μένουν άπρακτοι, περιδιαβαίνουν τα στενά του φόρουμ, σαν κάτι γκόμενες στην παραλία, χωμένες στο νερό ίσαμε τον αστράγαλο, «αχ, καλέ κρύο είναι το νερό, δεν μπαίνω μέσα !». Ωραία, μην μπεις. Κάτσε απόξω, να γίνεις η μικρή ερυθρόδερμη Ποκαχόντας, που πάσχει από μελάνωμα.


Την ίδια στιγμή, η Λέσχη Φιλοσόφων και Ιστορικών «Ο Αρκτούρος», ολοκληρώνει το νέο της λεύκωμα, υπό τον τίτλο «Η Καρπαζιά μας έρχεται, εμπρός, βήμα ταχύ, να την προϋπαντήσουμε παιδιά, στην εξοχή», κάνοντας βέβαια γαργάρα το ότι η χαμένη ευκαιρία εκμετάλλευσης ανοδικού κύματος οκτακοσίων ολόκληρων μονάδων της κλίμακας Πρέχτερ, είναι πλέον αμετάκλητο ιστορικό γεγονός και δεν υπάρχει ούτε τρόπος ούτε καν ελπίδα αντιστροφής της κατάστασης. Έμπειροι ταριχευτές, σε συνεργασία με βιολόγους και λοιπούς ειδικούς αναλυτές, ψάχνουν να βρούν πώς διάβολο έγινε και το Βαλσαμωμένο Πουλί της Ανόδου άνοιξε τα πλουμιστά φτερά του και τους πέταξε μέσ’ απ’ τα χέρια. Ταυτόχρονα, μέσω των σωματείων τους, προβάλλουν εκβιαστικά αιτήματα, όπως, ας πούμε, ότι δεν πρόκειται να μπούν στην αγορά εάν δεν τους προκαταβληθεί ολόκληρος ο φόρος των μερισμάτων (καθώς και τα τέλη κυκλοφορίας του παπιού τους) ή ότι εάν δεν διορθώσουν οι δείκτες, τότε θα κρατήσουν την αναπνοή τους μέχρι να σκάσουν.

Στον Ιερό Ναό της Αγίας Φάπας ετελέσθη βάπτισις νεογνής μουλωχτής ανόδου, η οποία και έλαβε το όνομα «Τεχνική Αντίδραση». Παρόντες, ο Χαιρόπουλος, που χάρηκε πολύ, καθώς κι ένας πλανόδιος κουκουβαγοπώλης, που προφανώς δεν βρήκε καλύτερο μέρος από την Αθήνα, για να πουλήσει τα σοφά πτηνά του.

Τεχνική αντίδραση, σωστά. ‘Αλλωστε, τα πάντα στη ζωή, τεχνικές αντιδράσεις είναι. Κι ο Μπάγιεβιτς που πετάγεται από τον πάγκο, σαν βάτραχος –όπως και είναι, άλλωστε- και κωλοχεριάζει τον Μπλάνκο, τον Ζορρό (-βρε τι παιχτούρα είν’ αυτή ; -Μίλαν, Μπάρτσα, Μάντσεστερ, κοιμάστε όρθιες ;), κι αυτό ακόμη τεχνική αντίδραση είναι. Αντιδρά ο τεχνικός της ομάδας, άρα τεχνική αντίδραση. Ωραία τα λέω, ο άτιμος.

Ή μήπως ήταν το τίναγμα της ψόφιας γάτας ? -Ώστε ψόφια ήταν η γάτα ; -Βρε, λες να είχε χάσει ΚΑΙ τις επτά ψυχές της ; -Δηλαδή, την περίπτωση να της είχαν μείνει κανα-δυό ψυχές ως απόθεμα, την αποκλείουμε ? ‘Η την άλλη την περίπτωση ? Να πρόκειται δηλαδή για την Εκτίναξη του Ψόφιου Κοριού ?

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2009

H Aλίκη στο Ναυτικό

Εγώ βέβαια, την είχα ξαναδεί την «Αλίκη στο Ναυτικό», από πέρσι το χειμώνα, τότε που πρωτοβγήκε και κάνανε ο κόσμος ουρές ατέλειωτες έξω απ’ τους σινεμάδες, καθότι παίζανε η Βουγιουκλάκη με τον Παπαμιχαήλ, χώρια που ήτανε και το πρώτο χρωματιστό έργο του Φίνου, να φχαριστιέται το μάτι σου τεχνικολόρ, που λένε. Μάλιστα κύριε, βγάζουμε πια κι εμείς ταινίες έγχρωμες, το περίμενες ποτέ σου αυτό ; Τόσο πολύ μ’ άρεσε η "Αλίκη", που ξαναπήγα, δυό και τρείς και τέσσερις φορές, μπορεί και παραπάνω, άλλες μόνος μου, άλλες με παρέα, αναλόγως την περίσταση, ώσπου στο τέλος έμαθα απόξω όλα τα τραγούδια και τα σιγοσφύριζα, μα κι αρκετές ατάκες, όπως εκεί που λέει ο Κωνσταντάρας «-πολλά φουστάνια βρε παιδιά, πολλά φουστάνια, τί διάολο, εδώ είναι αντιτορπιλικό, δεν είναι το Λύκειο των Ελληνίδων». Μεγάλη πλάκα. Μα πιό πολύ γελάω μ’ εκείνον τον μυταρά, τον Μαλούχο, που μόνο τη φάτσα του να δω, μ’ ακούει όλος ο σινεμάς από το ξεκάρδισμα, ειδικά εκεί που περιγράφει στον Παπαμιχαήλ το γκομενάκι, την Καίτη τη Λαμπροπούλου, που τη συνάντησε κάτω απ’ το Ρολόϊ, στο Πασαλιμάνι. «Κώστα, αυτή δεν ήταν ξανθιά, ήτανε μελαχρινή. Κώστα, ήταν και παχουλούλα. Κώστα, ήταν και κοντή». Όταν το λέει αυτό, δεν κρατιέμαι, μου κόβεται η ανάσα από το χάχανο και γίνομαι ρεζίλι.
Μ’ αρέσει πολύ ο σινεμάς, είν’ η αλήθεια. Δηλαδή κι η μπάλα μ’ αρέσει, να πηγαίνουμε όλ’ η παρέα στο Καραϊσκάκη, να τρώμε πασατέμπους και να χαζεύουμε τον Μπέμπη, τον Σιδέρη, τον Ρωσσίδη και τους άλλους μπαλαδόρους, αν και με πιάνουν τα διαόλια μου, που μας το παίρνει το πρωτάθλημα ο Παναθηναϊκός, τρία χρόνια τώρα. Δε βαριέσαι όμως, εδώ πέρσι κερδίσαμε κοτζάμ Σάντος του Πελέ κι αυτό μου φτάνει. Έλεγα λοιπόν, ότι πιότερο ακόμα κι απ’ τη μπάλα, εγώ κάνω κέφι τον κινηματόγραφο. Και ξένα βλέπω βέβαια, πιό πολύ τ΄αστυνομικά και τα πολεμικά. Μου άρεσε πολύ κι ο Τζέμης Μποντ εναντίον Δόχτωρ Νο, που είδα εφέτος, φοβερός, δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα. Όμως, όπως και να το κάνεις, τα ελληνικά έχουν άλλη χάρη. Προτιμάω τις κωμωδίες, αλλά και δραματικά βλέπω -φτάνει να ΄χουν καλό τέλος, όχι όπως αυτός ο "Δράκος" ή η "Στέλλα", που στο φινάλε τα κάνουν θάλασσα και βαλαντώνουνε στο κλάμα οι γυναίκες, στην πλατεία. Δεν τα μπορώ τα κλάματα, αρρωσταίνω, μα την Παναγία. Τέλοσπάντο, εγώ δυό φορές το μήνα, ο κόσμος να χαλάσει, θα το πάω το σινεμά μου. Κι όπως είπα, αν τύχει να ΄ναι πολύ καλή η υπόθεση, θα πάω κι άλλη φορά, να το ξαναδώ το ίδιο έργο και καρφάκι δε μου καίγεται που ξέρω το τέλος από πρίν. Βεβαια, όπως λέει κι η παροιμία, το πολύ το κύριε ελέησον, το βαριέται κι ο παπάς.
Γι’ αυτό και προχτές που μου ΄πε ο Θανάσης να πάμε να δούμε την «Αλίκη στο Ναυτικό» -όλ’ η Ελλάδα έχει πάει, αυτός τώρα το θυμήθηκε- τον αποπήρα. -Άσε ρε Θανασάκη, πού να τρέχουμε τώρα, το ‘χω δει εξάλλου είκοσιεφτά φορές, χώρια που δε μ’ αρέσει κι η Βουγιουκλάκη. «-Μα πώς γίνεται να μη σ’ αρέσει η Βουγιουκλάκη, σ’ όλους αρέσει η Βουγιουκλάκη, μέχρι και στον Διάδοχο αρέσει η Βουγιουκλάκη». -Ας αρέσει και στον Κέννεντυ, εμένα μια φορά δε μ΄αρέσει, είναι κάπως –πώς να στο πώ ;- παχουλούλα, που λέει κι ο Μαλούχος. Κοντοφάρδουλη, πιό σωστά. Σα να ξίνισε κάπως ο Θανάσης. «-Και ποιά σ’ αρέσει εσένα, για να ‘χουμε καλό ρώτημα ;». Αυτός τώρα θα περίμενε να του πώ την Καρέζη ή ακόμα εκείνην την ξανθιά, τη σταρελλάς, τη Λάσκαρη, που παίζει στα δραματικά, στον "Κατήφορο" και στο άλλο, με τους τεντυμποήδες -πανάθεμά τα τα κωλόπαιδα- μα εγώ του την έφερα του Θανασάκη, για τα καλά. -Η Μελίνα ρε μ΄αρέσει και η Λίλη Παπαγιάννη, ναι κι αυτή. Και καλά τη Μελίνα, εκεί το βούλωσε, αλλά την Παπαγιάννη ούτε που την ήξερε. -Έλα μωρέ, η Παπαγιάννη, εκείνη η μελαχροινή που έκανε την κακιά, στο «Ταξίδι», με τον Κούρκουλο και τη Βουγιουκλάκη. Ορίστε, τη θυμήθηκε, πάλι καλά. «-Αυτήν βρήκες καημένε να σ’ αρέσει ; Μα αυτή είναι κομπάρσα !». -Μωρέ, ας είναι ό,τι θέλει. -Ενοχλάει κανέναν ; Εμένα αυτή μ’ αρέσει. Κι η Μελίνα, βέβαια. Άειντε, κι η Μαίρη η Χρονοπούλου, η καστανή που έπαιζε τη Μαίρη, στο "Στουρνάρα 288", με τον Μακρή. Αυτές οι τρείς και τέρμα.
Ο Θανάσης το βιολί του, ξαναγύρισε την κουβέντα στην Αλίκη : «-Τέλος πάντων, γούστα είν’ αυτά, πάλι καλά που δε σ’ αρέσει κι η Σμάρω Στεφανίδου. Λέγε τώρα, θα πάμε στην Αλίκη ; Έλα, θα είναι κι η Όλγα». -Η Όλγα ; Αμάν, το ντέρτι μου. Η Ολγάρα, η ψηλοκάπουλη, με τον μαύρο της τον κότσο κι αυτά τα μάτια, που με κάνουν ένα με την άσφαλτο. Κάνα εξάμηνο τώρα τη βλεφαριάζω, μα ευκαιρία δεν έχω βρεί να τη διπλαρώσω. Μ’ έχουνε φάει και τα ταξίδια βλέπεις, όλο λείπω. Το λοιπόν, αφού θα είναι κι αυτή, αλλάζει το πράμα. -Αμέ, να πάμε ρε Θανάση στην Αλίκη, γιατί να μην πάμε ; -Τί δηλαδή να το ΄χω δει εικοσιεφτά φορές το έργο, τί εικοσιοχτώ, το ίδιο κάνει. Έτσι μαζευτήκαμε στο «Άστρον», στην Αμφιάλη -ωραίος σινεμάς, ταράτσα- έξι άτομα παρέα, με τα ναυτικά εγώ, η Όλγα μια κουκλάρα, όπως πάντα, έκανα να βγάλω λεφτά για τα εισιτήρια, «-άστο ρε», με κόβει ο Θανάσης, «εσύ είσαι ναύτης τώρα, κάτσε πρώτα ν’ απολυθείς και μετά». Εντάξει. Κόψαμε -δηλαδή ο Θανάσης- τα εισιτήρια, το δικό μου μισό-στρατιωτικό και μπουκάραμε. Το νού μου εγώ, σαν τον αητό, πού θα καθότανε η Όλγα, για να θρονιαστώ δίπλα της, όμως με πρόλαβε ο Θανάσης, με πιάνει από το μπράτσο, «-στάκα και μη βιάζεσαι», μου λέει, «βγαίνει από βδομάδες μ’ έναν πυροσβέστη, τώρα το ‘μαθα κι εγώ, η Ανθή μου το ξεφούρνισε». Η καταστροφή του Δράμαλη. Μου πέσανε τ’ αφτιά και διόλου κέφι δεν έκανα πιά, ούτε για το έργο ούτε για τίποτα, μόνο έκατσα βουρλισμένος και μουρτζούφλης στην άκρη, ν’ ακούω πάλι τον Κωνσταντάρα να παραπονιέται για τα πολλά φουστάνια. Ναι, πολλά φουστάνια, άντε να μη σου πω κι εσένανε καμμιά κουβέντα , στραβούλιακα. Τέλειωσε κάποτε η παράσταση, «-άντε καληνύχτα παιδιά, Θανάση φχαριστώ για το εισιτήριο, εγώ πρέπει να πηγαίνω γιατί ταξιδεύω αύριο, είμαστε σκοπούν, καληνύχτα Όλγα, χάρηκα». Άντε κατούρα μας, καημένη, είπα από μέσα μου.



Να ‘μουνα λέει κι εγώ Δόκιμος, σαν τον Παπαμιχαήλ, να μπάζω στο καράβι όποιανε γούσταρα, να τηνε κρύβω στη λέμβο και μετά να κάνουμε χαβαλέ με τους υπόλοιπους, να χορεύουμε και να τραγουδάμε αυτά τα ωραία, του Χατζηδάκι, στο υπόφραγμα. Όμως, δεν είμαι Δόκιμος, ναύτης πυροβολητής είμαι -που να με πάρει- κι υπηρετώ θητεία στη «Λόγχη», στην αντιτορπίλα, είκοσι μήνες τώρα, να με τρώει η αλμύρα, όπως την άβαφτη τη λαμαρίνα και να κουφαίνομαι λίγο λίγο, γεμιστής στ’ αριστερό δίδυμο των τριών ιντσών, χώρια το ματσακόνι και το μπογιάτισμα –που κανονικά είναι δουλειά αρμενιστή κι όχι των πυροβολητών, αλλά τέλος πάντων. Έχω πάντως να το λέω, πώς ολ’ αυτά τα δοκιμάκια που γυροφέρναν την Αλίκη, μπάζα δεν θα πιάνανε μπροστά μου, από ηθικόν ακμαιότατον θες, από φρόνημα θες, από παράστημα θες ; Κι όσο για τη φορεσιά, κανονικά θα έπρεπε να με κατεβάζουνε κάθε μέρα με κούρσα ίσαμε τη Σχολή τους, στην Πειραϊκή, να με μοστράρουνε για δείγμα στα δοκίμια και να τους λένε «-να ρε στραβάδια, πώς πρέπει να ‘ναι κανονικά η ναυτική στολή, καμαρώστε τον». Παντελόνι, πέντε τσακίσεις λεπίδια, μπελαμάνα σμόκιν σκέτο, μαντήλι πατημένο με την κόλλα, φανέλα και λυκαδούρα ξασπρισμένες στη χλωρίνη, κολαρίνα να τα χάνεις, άρβυλα καθρέφτες, γυαλισμένα μέχρι και τα βάρδουλα –και χωρίς να τα σκουπίζω σαν τον λεχρίτη πίσω στα μπατζάκια, όπως κάνουν πολλοί. Γι’ αυτό και όλοι στο καράβι με φωνάζουνε «Ναυτάρα» -αυτό είν’ το παρατσούκλι μου- επειδή είμαι πάντα τσίλικος, σαν για ορκωμοσία, μισό δάχτυλο μαλλί και ξουρισμένος διπλή κόντρα, να χαζεύουνε στις επιθεωρήσεις τα πιλάφια και να μην προλαβαίνω να μαζεύω τα «εύγε παιδί μου, εύγε σου» και να με χώνουνε πρώτο πρώτο στ’ αγήματα. Μα το μεγάλο μου καμάρι, είναι ο φιόγκος της κορδέλας στον πηλίσκο, χελιδονοουρά κανονική, εγγλέζικια, όχι σαν τους κόμπους της συμφοράς, των αλλωνών ναυταίων, μα όπως ακριβώς των δοκίμων στις παρελάσεις, που μού ‘μαθε ο μπάρμπας μου να δένω και να τον κοκαλώνω με ζαχαρόνερο, για να στέκει. Και τονε φτιάχνω ολομόναχος τον φιόγκο, ενώ τα δοκίμια έχουν υπηρέτες γι’ αυτή τη δουλειά. –Σάμπως και ξέρουνε, νομίζεις, να δέσουν φιόγκο από μόνα τους ; Να καταχωνιάζουνε όμως ξανθιές στ’ αντιτορπιλικά, ξέρουνε, τύφλα τους.
Εις τάξιν απάρσεως απ’ τ’ αξημέρωτα, βιράραμε τους μουσκεμένους κάβους και πιάσαμε να ξεμυτίζουμε απ’ το Ναύσταθμο, γλιστρώντας στο νερό, με το πηδάλιο αριστερά και με τις χάλκινες σφυρίχτρες πάνω στα δεμένα τα πλεούμενα τριγύρω, να κελαηδάνε ακινησίες, μες στην πάχνη, σαν σε συναυλία, από γέφυρες και κλίμακες, για να στέκουν σούζα άπαντες, στα υπόλοιπα καταστρώματα. Γειά και χαρά σας κι ώρα καλή στην πλώρη μας. Που σκορδοκαϊλα σας, δηλαδή, έννοια σας και το ξέρουμε. Εμείς σαλπάρουμε κι σεις αράζετε στους ντόκους, να χαζεύετε τα ποντίκια στο μουράγιο, μα θα ΄ρθει κι η σειρά σας, αργόσχολοι. Νάτα τα πουλάκια μου, κοιμούνται όλα στη σειρά, παραβολισμένα, «Ασπίς», «Βέλος» – η «Σφενδόνη» λείπει, κάπου θα βολοδέρνει κι αυτή- και πιο πέρα οι σκυλοπνίχτες, τα Θηρία, «Λέων», «Ιέραξ», «Αετός» και «Πάνθηρ», να ξεμακραίνουνε σιγά σιγά κι αυτά, όπως τ’ αφήνουμε ξοπίσω μας.
Είν’ όμορφο το καράβι μας, το καμάρι του Στόλου, εδώ μέσα έπρεπε να ΄χε κρυφτεί κανονικά η Αλίκη για να γυρίσουνε την ταινία της κι όχι στο ψοφίμι τον «Αετό». Καινούργιο πλοίο, ούτε δυό χρόνια που το πήραμε, Φλέτσερ διφούγαρο, αβύθιστο σκαρί, ίσαμε και είκοσι μέτρα μακρύτερο από του «Αετού», τέσσερα κανόνια πεντάρια, πολύ ζημιάρικα – ο «Αετός» δεν έχει τέτοια- κι όσο για την ταχύτητα, έτσι και πάρουνε τις πρέπουσες στροφές οι προπέλες μας, θα μας κιαλάρει ο «Αετός», από μίλια πίσω, ο καψερός. Αλλ’ απ’ την άλλη, πιο καλά που τρύπωσε στον «Αετό» η Αλίκη κι όχι εδώ μέσα, γιατί εμείς είμαστε αντιτορπιλικό αντρίκιο κι όχι το Λύκειο Ελληνίδων, που λέει κι ο Κωνσταντάρας.
Άειντε, σηκώσανε τώρα κι οι σηματωροί μας στον ιστό την κίτρινη παντιέρα, με τον κόκκινο σταυρό, να μαρτυράει στους θαλασσινούς πως του λόγου μας είμαστε το πλοίο το σκοπούν, σα να λέμε οι γκιουλέκες του Αιγαίου και το νού σας όλοι -και πρώτα εσύ Τούρκο- άμα θέτε να τα πάμε καλά. Να μη γυρίσω καταπάνω σας το δίδυμο και σας γαμήσω το μουνί που σας πέταγε, κερατάδες, μεμέτηδες, να τρώνε τα κουφάρια σας τα ψάρια, για ένα μήνα, να χορτάσουνε τουρκιά. Σκοπόσημο τη λένε δαύτη τη σημαία, μα κάτι ναυταίοι βλάστημοι τη φωνάζουνε γαμόσταυρο, επειδή έτσι και κάνει και σηκωθεί, πα’ να πει πως θα περάσει κάμποσος καιρός μέχρι να ξαναδείς την Κούλουρη και πως θα σε φάει μες το βαπόρι η ζέστα, η βρώμα, η δυσωδία κι η αξουρισιά.
Σουρουπώνει πια και πλέουμε μεσοπέλαγα, κάλμα η θάλασσα, μπουνάτσα, να κόβουμε βόλτες, ανοιχτά της Εύβοιας, ίσαμε την Αλόννησο, στροφή προς Άη-Στράτη, κάτω μετά, προς Ικαριά κι όλο ξανά τον γύρο, σαν το τράμ, το «4», Περαία-Πέραμα. Που και που, οι τσιμινιέρες ξεκαπνίζουν τα σωθικά τους από πάνω μας, μικρά καρβουνάκια, ουρανοκατέβατα, να μουτζουρώνουν την κουβέρτα και τα μούτρα μας. Στεκόμαστε στο μεσόστεγο, αμίλητοι, ακουμπισμένοι στα βρεγμένα ρέλια, παρέα με τον Γαλάνη, τον χοντρό, που τον φωνάζουμε «μπαλότσα» και με τον πυροβολητή, τον Γεωργά, τον βλάχο, να μασουλάει κάτι λαδοριγανισμένες φέτες, που του ‘φτιαξε ο μάγερας, παραγγελιά. Το μαλλί του φουκαρά του βλάχου είναι ακόμα γκρίζο, από το τσιμέντο ταχείας πήξεως που του ρίξανε για καψόνι κάτι ξύπνιοι, την ώρα που μπανιαριζότανε, εν όρμω. Έχει και πολλά καλά παιδιά στο καράβι, αλλά έχει και κάτι κακούς μπαστάρδους, ναύτες παλιούς, σειρά μου και πιο μπροστά ακόμα, που το ‘χουνε για χωρατό να βασανίζουνε τους άλλους, με καμώματα επικίνδυνα πολλές φορές. Κλεφταράδες, χασικλήδες, ρουφιάνοι, μπορεί και νταβατζήδες και μαχαιροβγάλτες μερικοί, λουλούδια σκέτα, κάθε καρυδιάς καρύδι. Γι αυτό, όπως κι άλλοι, έχω κι εγώ ένα κοντό λοστάρι στην καβάτζα δίπλα στην κουκέτα μου, για την κακιά την ώρα, αφού μ’ αυτούς τους διαβόλους, ποτέ δεν ξέρεις. Θα κάνει βδομάδες, όπως φαίνεται, να φύγει το τσιμέντο απ’ το κεφάλι του βλάχου, ωστόσο αυτός, μεγαλωμένος σε στάνη, κριάρι κανονικό, είν’ αναίσθητος και δε δίνει φράγκο για τέτοια πράγματα, ούτε κακία βαστάει, μόνο τραγανίζει τις φέτες του μάγερα. Οι άλλοι δυό φουμάρουμε, χωρίς όρεξη για κουβέντες, να συλλογιόμαστε αυτό το άσκημο που γίνηκε πιο νωρίς και όσα χειρότερα μέλλει να γίνουν, από αύριο, αφού κάποιος το μούντζωσε το πλοίο, δεν μπορεί.
Σε κάθε ταξίδι, όλο και κάτι συμβαίνει, ιστορίες γλυκόπικρες, για να ΄χουμε μετά να λέμε, σαν με το καλό περάσουνε οι μήνες κι απολυθούμε και τα θυμόμαστε. Ετούτη τη φορά όμως, το πράγμα είναι σοβαρό, όσο δεν πάει. Λέω γι’ αυτό που έγινε το μεσημέρι, με τον Σλήμαν, το ναύτη του Οπλονομείου. Βότση δηλαδή τον λένε, Νίκο Βότση, αλλά όλοι τονε φωνάζουμε Σλήμαν, επειδή έχει σπουδάσει αρχαιολόγος. Του Πανεπιστημίου ο Σλήμαν, πώς διάβολο κατάληξε εδώ μέσα, δεν έχω ακόμα καταλάβει. Κανονικά, θα έπρεπε να ΄ναι σημαιοφόρος έφεδρος, να έχει βολευτεί στο Επιτελείο ή δεν ξέρω πού, πάντως κάπου καλά, στη στεριά. –Τι μου τον κουβαλήσανε στο βαπόρι τον αρχαιολόγο, να κάνει ανασκαφές στα διπύθμενα ; Ο Γαλάνης, που κόβει το μάτι του, λέει πως κάτι θα ‘χει κάνει παλιά ο Σλήμαν, σε τίποτα πολιτικά θα ΄χει μπλεχτεί και γι αυτό δεν τον κάνανε αξιωματικό, παρά μόνο τον ξαποστείλανε εδώ χάμω, δυσμενής μετάθεσις, που λένε. Δεν ξέρω. Πάντως, αν αφήσεις κατά μέρος που όλο διαβάζει κάτι βιβλία μυστήρια, με αρχαίους Πλάτωνες και τέτοια, είναι καλό παιδί ο Σλήμαν, πράο, ψυχοπονιάρικο και καταδεχτικό.
Τώρα τον έχουνε μπροστά τον Σλήμαν, στο καρρέ αξιωματικών και τον ανακρίνουνε, «πώς» και «γιατί». Αυτά γινήκανε όλα πολύ γρήγορα. Το μεσημέρι πέρασε σήμα από τον Στόλο, συλληφθεί/τεθεί υπό κράτηση δίοπος/διαχειριστής Βότσης Νικόλαος. Έτσι, στα καλά καθούμενα. Κλείσανε την πόρτα στο Οπλονομείο, φωνές, κακό «ρεζίλεψες το καράβι, αλητάμπουρα, μπορσεβίκο, πήξα, δείξα», μετά ανοίξανε και βγάλανε τον Σλήμαν, αναψοκοκκινισμένο από τις καρπαζιές που θα έφαγε ο μαύρος από τον Οπλονόμο και τον πήγανε μπροστά, για δεύτερο γύρο. -Τί συνέβη ρε παιδιά ; Από δω, από κει, μάθαμε μέσες άκρες τί είχε κάνει το παλιόπαιδο. Έκατσε, λέει, κι έγραψε ένα γράμμα αντεθνικό προς τον Πρωθυπουργό κι όχι μόνο αυτό, αλλά –άκουσον άκουσον- του το ταχυδρόμησε κιόλας, ο αθεόφοβος, όπου εκεί βέβαια το άνοιξαν και το διάβασανε οι γραμματείς και παρατρεχάμενοι του Καραμανλή, έφριξαν οι άνθρωποι -και με το δίκιο τους, εδώ που τα λέμε- και θα ειδοποίησαν αμέσως τους Κυπατζήδες και το Ναυτικό, για τα δέοντα. Βρε τον Σλήμαν, θα του σάλεψε καταπώς φαίνεται, από το πολύ το διάβασμα, δεν εξηγείται αλλιώς, να πάει να κάνει τέτοια αποκοτιά.
(συνεχίζεται, μιάν άλλην φορά, όταν θα 'χω κέφι)

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Φταίνε οι άντρες;

Ο Ζαχαρίας



Καθόταν στον απέναντι καναπέ. Ζουμπουρλού και χαριτωμένη. Με τα φτιασίδια της και τα νάζια της. Κάπου-κάπου ορθωνόταν με απίστευτη ευκολία και σα φίδι στριφογύριζε ανάμεσα στους προσκεκλημένους. Και το κακάρισμά της, ως έξω ακουγόταν.
Αέρας η άτιμη. Την κατοστάρα τής πλάστιγγας την είχε χτυπήσει προ πολλού. Παρά ταύτα, ουδείς περιορισμός στην κίνηση. Τουναντίον μάλιστα. Και σκέρτσο. Πολύ σκέρτσο.
Ένα αργό μπλουζ έγινε η αφορμή τής πρόσκλησης.
"Χορεύουμε; ",του πέταξε αστράφτοντας τα καλοβαλμένα δόντια.
Ήταν ένας σιγανός λάγνος χορός. Κεφάλι στον ώμο, ανάσα που θρόιζε φευγαλέα κοντά στ' αυτί και σου άφηνε την εντύπωση ενός ανεπαίσθητου λαχανιάσματος. Φώτα χαμηλά, δάχτυλα να χάνουν επίτηδες το δρόμο απ' τον αυχένα στην πλάτη.
Είχε τον τρόπο της. Έδειχνε περπατημένη. Ήταν εύκολο ν' αφεθείς.
Μια γνώριμη οσμή κατέλαβε αίφνης τον μικρό χώρο που λικνίζονταν. Ένιωσε άβολα, αν και δεν ήταν δική του η ευθύνη. Ελαφρά σαστισμένος έχασε στιγμιαία τον βηματισμό του. Και τότε, τον πάτησε..........

Σάββατο, 23 Μαΐου 2009

Goldfinger


Σήμερον-Α΄Προβολή : Ο Δαιμόνιος Usound, σε διπλό ρόλο : Του Πράκτορος 007, αλλά και του Χρυσοδάκτυλου, για διαφορετικούς λόγους.

Γειασάν ρε Πράκτωρ !

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2009

Jimi


Η βασική διαφορά μεταξύ εφηβείας και ωριμότητας, είναι απλώς ο τρόπος που θέτεις το ερώτημα. Όταν είσαι σπόρος, με γνήσια διερευνητική διάθεση, αναρωτιέσαι "-Μα πώς το κάνει αυτό, ο πούστης ο αράπης;". Μεγαλώνοντας, καθώς τη θέση της περιέργειας καταλαμβάνει η παραίτηση απ' ο,τιδήποτε μάταιο, η απορία αποκτά καθαρά φιλοσοφικό περιεχόμενο : "-Μα τί κάνει ο πούστης ο αράπης;".


Το '69, σ΄ ένα πάρτυ στο σπίτι του Miles Davis, ο τελευταίος άφησε στον Χέντριξ κάτι παρτιτούρες, ώστε να τις μελετήσει και "να μιλήσουν γι αυτές μια άλλη φορά". Λίγες μέρες μετά, ο Davis ανακάλυψε κατάπληκτος ότι ο τύπος δεν ήξερε να διαβάζει μουσική. Όμως "με το που άκουγε κάτι το έπιανε αμέσως. Του το έπαιζα στο πιάνο ή στην τρομπέτα και το μάθαινε αμέσως, ο πούστης" (Miles, Σέλας 1991, σ. 347). Το περίεργο με τον Χέντριξ, είναι ότι υποχρεώνει τον καθέναν να τον αποκαλεί διαρκώς "πούστη", ενώ δεν ήταν ο άνθρωπος.


Και όχι, δεν παρακολουθούσε παραστάσεις του Μανώλη Χιώτη, "από τον οποίον έχει πολύ επηρεαστεί", όπως αρέσκονται ορισμένοι να πιστεύουν, εκτός εάν έπαιρνε κάθε τόσο το αεροπλάνο από το Χήθροου για Ελληνικό και μετά ταξί για τ' "Αστέρια" και όλ' αυτά βαμένος λευκός, ώστε να μην τον περάσουν για ξέμπαρκο ναύτη του έκτου στόλου.

Κυριακή, 17 Μαΐου 2009

Η θλίψις τής απωλείας κι η απώλεια τής θλίψεως



-Ατυχήσασα;
-Τρις.
-Πωπω! Κι αν επιτρέπεται από τί; Ντουβρουτζάς, όξω από 'δω, συμφόρηση, καρδιακό;
-Έμφραγμα. Ο πρώτος. Σε έντονη προσπάθεια. Καταλαβαίνετε…
-Καταλαβαίνω. Και μάτια έχω και βλέπω. Οι άλλοι;
-Λάκισαν.
-Το είπαμε. Στον Άγιο Πέτρο. Αλλά από ποια συμφορά;
-Δεν με εννοήσατε. Ζουν. Λάκισαν απλώς!
-Τί ζώα! Τελικά δεν εκτιμάμε το καλό, όταν το ‘χουμε.
-Σας ευχαριστώ! Είστε πολύ γλυκός!
-Τι λέτε τώρα; Και λίγα λέω. Αν και η ζωή υπήρξε σκληρή μαζί σας, ουδόλως σας κατέβαλε. Τουναντίον θα έλεγα.
-Ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό. Ο Νίτσε δεν το είπε;
-Εγώ απ’ τη θειά μου τη Νίτσα το πρωτοάκουσα.
-Έχετε και χιούμορ. Μ’ αρέσουν οι άντρες με χιούμορ.
Η συζήτηση εξετρέπετο σε άλλες ατραπούς. Η άπαξ χήρα και δις ζωντοχήρα δεν μασούσε τα λόγια της. Και απεκάλυπτε προοδευτικώς τομείς, κυνόδοντες, προγόμφιους και γομφίους.
-Μονάχη, λοιπόν.
-Μονάχη, γλυκιέ μου κύριε. Και μοναχή, αν με εννοείτε…….
-Πώς και δεν εσκέφθητε τη λύση του μοναστηρίου;
-Ατυχήσασα είμαι ,κύριε. Όχι λαλήσασα!
-Ορθώς! Και εξ όσων παρατηρώ, μάλλον της τετραγώνου λογικής είστε.
-Τις ατυχίες πρέπει κανείς να τις αντιμετωπίζει κατάφατσα. Ο στρουθοκαμηλισμός, η υπεκφυγή, η παραίτηση είναι κακά πράγματα.
-Νίτσε κι αυτό;
-Όχι. Δικό μου.
-Και πάλιν ορθώς! Όχι σαν τους πρώην σας.
-Τι εννοείτε;
-Εννοώ πως ο πρώτος εμιμήθη κακώς την στρουθοκάμηλο. Έβύθισε ολόκληρο το σώμα του στην άμμο. Οι άλλοι δε δύο, «μη τον είδατε τον Παναή». Υπεξέφυγαν.
-Ορίστε;
-Συνεδύασα τα ραδίκια με τους Λούηδες.
-Και πάλιν δεν σας αντιλαμβάνομαι.
-Θα επανέλθω. Μου επιτρέπεται δι’ ολίγον.
Κάτι οι χαιρετούρες με κάτι γνωστούς στην δεξίωση, κάτι ο ευπρεπισμός και η υγρά ανακούφιση στο μπάνιο, επέστρεψε μετά μισή ώρα.
Η μαντάμ είχε διπλαρώσει έναν κοιλαρά μεγαλογιατρό ,προσφάτως χηρεύσαντα. Τον κανάκευε με τυροπιττάκια, του έφερνε τα ουίσκια του, «παγάκια τρία παρακαλώ, τι καλή που είστε!».
Προαλειφόταν για τέταρτος. Αυτός, μάλλον θα έκανε το σκορ 2-2.

Σάββατο, 16 Μαΐου 2009

Τhe Mob Rules

Μαδρίτη -λέει- και Βαρκελώνη, χάλια μαύρα. Μέτρησαν την ατμόσφαιρα και τη βρήκαν τίγκα -όχι στο καυσαέριο, αλλά- στην κόκα. Ναι,ναι, σνίφα-ρούφα-τραβατόνε. Ηλεκτρικές σκούπες τα ρουξούνια των Μαδριλένων και των Καταλανών. Καλά, για μετρήστε ρε παίδες την ατμόσφαιρα κι εδώ χάμω, να δούμε τί θα βγάλει το κοκο-τέστ.
Αμ, γι' αυτό έχω αϋπνίες τελευταία και λέω και γω, τί στο διάολο, αφού μόνο δώδεκα καφέδες τη μέρα πίνω και ποτέ μετά τις οχτώ το βράδυ. Ο δε Usοund, που μένει και βορειότερα, εκεί με όλη την καλή την κοινωνία, κοντεύει ο καψερός να καταντήσει σαν τον Σημαδεμένο.-Νεύρα ; -Νεύρα ; Βρε, γι αυτό πάει τις νύχτες και σπάει ξένα μπλογκς. Μπήκε χτες του Καλογήρου και του το 'κανε λαμπόγυαλο, στα καλά καθούμενα. Ώπα ρε. -Του Τάκη ρε ; -Καλά, δεν σέβεσαι τίποτα πιά ρε ; -Ούτε καν τους θεσμούς ρε ;
Αγαπάω με την καρδιά μου, την πατρίδα τη γλυκειά μου κι ας λένε μερικοί, τί σκατοχώρα είν' αυτή. Η καλύτερη χώρα, εάν εξαιρέσεις τον ήλιο. Προσπαθώ να μαζέψω υπογραφές για την κατάργηση των καλοκαιριών, αλλά κανείς δε με νοιώθει. Κανείς δεν υπογράφει. Όλοι περιμένουν το καλοκαίρι. Και γω το περιμένω, αλλά με αποστροφή. Ξεκινάει το μαρτύριό μου, το ξέρω. Θα μπορούσα να απαριθμήσω πάνω από τριακόσιους λόγους, για τους οποίους σιχαίνομαι το καλοκαίρι, αλλά μετά τον διακοσιοστό τριακοστό τρίτο θα πρέπει να σκέπτομαι και βαριέμαι.
Όλα τα δεινά έχουν να κάνουν με τον ήλιο.Για να ακουμπήσεις το τιμόνι, χρειάζεσαι γάντια οξυγονοκολλητή. Ο κώλος σου καίγεται σαν μπριζόλα γουρουνίσια, πάνω στα καθίσματα. Με τη μηχανή, είναι ακόμη χειρότερα τα πράγματα. Είναι μύθος ότι οι μηχανές ταιριάζουν με το καλοκαίρι. Οι μηχανές είναι για εννιά μήνες το χρόνο, από Σεπτέμβρη μέχρι και Μάϊο. Μετά τέρμα. Έτσι και φας καλοκαιριάτικα σαβούρδα με τη μηχανή, γαμήθηκες. Θ' αφήσεις κάμποση σάρκα στην άσφαλτο και είναι κρίμα. Εάν έχεις τη στοιχειώδη σοβαρότητα να φοράς κράνος, το κεφάλι σου γίνεται ηλιακός θερμοσίφωνας-Μαλτέζος και το μυαλό σου χυλός.
Το καλοκαίρι, επειδή δεν φοράς μπουφάν, άρα δεν έχεις αρκετές έξτρα τσέπες, αναγκάζεσαι να χώνεις στις δυό κωλότσεπες από κλειδιά και πορτοφόλια, μέχρι κινητά, καπνούς, αναπτήρες, ό,τι σκατά κουβαλάς μαζί σου. Έτσι όμως, με τόσα αντικείμενα συγκεντρωμένα πίσω, ο κώλος σου δείχνει τουρλωτός σαν του Ληρόϋ, εκεινού του αραπά του χορευτή από το "Fame", που μετά πέθανε από Έϊντς, ο καημένος.
Είναι επίσης μύθος ότι το παγωτό συνδέεται με το καλοκαίρι. Το παγωτό είναι για εννιά μήνες το χρόνο, από Σεπτέμβρη μέχρι και Μάϊο. Μετά τέρμα. Το καλοκαίρι λειώνει κατά τρόπο αηδιαστικό και βρωμάει κιόλας. Οι καφέδες, το ίδιο. Είναι μύθος ότι οι παγωμένοι φραπέδες και οι φρέντοι καπουτσίνοι είναι για το καλοκαίρι. Μέσα σε δύο λεπτά έχουν γίνει σαν κάτουρο χελώνας και δεν πίνονται. Οπότε, δίχως καφέ, αναγκάζεσαι να πίνεις τσάγια, με συχνότητα μεγαλύτερη από ενός Βεδουϊνου. Και βέβαια, όλοι ξέρουμε τί συμβαίνει εάν πίνεις πάρα πολλά τσάγια. Αλλά και τί να κάνεις ; Να κορακιάσεις ;
Αναψυκτικά, μπύρες, ο ίδιος μύθος. Ζεσταίνονται στο λεπτό και δεν πίνονται, εκτός πιά κι αν είσαι χούλιγκαν της Μίλγουωλ, οπότε δεν σε νοιάζει και τόσο. Η θάλασσα. Άλλος μύθος, ότι δηλαδή ο Έλληνας και η θάλασσα έχουν άρρηκτο δεσμό. Κανένας δεσμός. Πρώτη χώρα σε πνιγμούς, παγκοσμίως. Πέντε σάντουϊτς, είκοσι μπύρες και μια βουτιά ενδιάμεσα, αυτός είναι ο δεσμός. Και όσοι επιζήσουν, στην ταβέρνα για τη συνέχεια. Και η ατμόσφαιρα. Σκυλοβρωμάει αντηλιακά. Θα ξεράσω.
Καλά, για τα έντομα, δεν μιλάω. Προσωπικά, εφαρμόζω από χρόνια μια επαναστατική εντομοαπωθητική μέθοδο δικής μου επινόησης, με κορτιζόνη. Κατεβάζω δυό τρία Xozal το πρωϊ, με το τσάϊ μου, και μετά πέρα βρέχει. Όποιο κουνούπι με τσιμπήσει, πεθαίνει επιτόπου. Άσε που η κορτιζόνη στρώνει και τη μούρη και κλέβω κάνα-δυό χρονάκια, για πλάκα. Δε με κάνεις πάνω από εικοσιπέντε, με τίποτα. Και πολύ λέω. Μετά, όταν μπεί το φθινόπωρο, διακόπτω την κορτιζόνη για εννέα μήνες, όπως έκοβε ο Κεντέρης την ερυθροποιητίνη πριν τους αγώνες.
Το καλοκαίρι είναι η εποχή του κάφρου. Του όχλου. Όλα στη φόρα. Τάβλι στο μπαλκόνι, άλλο αυτό πάλι. Ρε μαλάκα, έχω εγώ νομίζεις όρεξη ν΄ακούω τα ζάρια σου ; Έμπα μέσα και στήσε και μπαρμπούτι, άμα γουστάρεις. Και φώναξέ με. Καψουροτράγουδα, με ανοιχτά παράθυρα. Κτηνωδία. Ήχοι απο μαχαιροπήρουνα και εργατικές μασέλες. Καυγάδες ζευγαριών. Χωρίστε, να τελειώνουμε. Κανείς δεν πάει χαμένος. Οι δρόμοι, μια τραγωδία σκέτη. Που πάτε ρε όλοι μαζί ; Για μπάνιο, λέει. Και γιατί πάτε για μπάνιο ; Επειδή ζεσταινόμαστε. Άναψε το air-condition. Κάνε ένα ντους, αδελφέ. Βάλε πάγο στο κεφάλι σου. Χώσου στον καταψύκτη. Αλλά μη με δουλεύεις, ότι τάχα μου πάς για μπάνιο επειδή ζεσταίνεσαι. Πες, μαλάκα : Πάω για μπάνιο, επειδή θέλω να μαυρίσω (-κι άλλο ; δεν σου φτάνει έτσι που 'σαι, ρε σκούρε ;). Πάω για μπάνιο, μπας και γνωρίζω στην παραλία καμμιά καλή γκόμενα (ναι, εσύ και καμμιά μυριάδα λιγούρηδες ακόμη. Πανέξυπνο, μηδέν συναγωνισμός). Πάω για μπάνιο, επειδή μετά το μπάνιο θα φάω σα χτήνος. Α, μπράβο, τώρα μιλάς αλήθεια. Τώρα σε παραδέχομαι. Αυτή τη λαστιχένια σαγιονάρα, βλέπω δεν την αποχωρίζεσαι ποτέ. Φετίχ σκέτο.
Άκου, Ήλιε. Εμείς οι δύο δεν πρόκειται ποτέ να τα βρούμε. Δεν ψήνομαι. Με καταλαβαίνεις ; Ήλιε μου, σε παρακαλώ. Πιό ευγενικά δεν γίνεται.



Πέμπτη, 14 Μαΐου 2009

Kαλή Επιτυχία Σάκη

Και το νού σου, να μη μας απογοητεύσεις, αγόρι μου.

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2009

ΛΟΜΠΙ : Το Ξύπνημα των Νεκρών


Κυνηγημένος από τη φήμη του δυναμικότερου market-maker της αγοράς, του ανθρώπου που διευθύνει με μαεστρία το ισχυρότερο εν ενεργεία λόμπι, επιβιβάζομαι γρήγορα στο πλοίο. Από το κατάστρωμα, ατενίζω, για τελευταία ίσως φορά, το λιμάνι του τροπικού Ρίο, του μαγευτικού τόπου που αφήνω πίσω μου, μετά την επιτυχή ολοκλήρωση μίας ακόμη μεγάλης δουλειάς. Ο πελάτης είδε την πεθαμένη μετοχή του ν’ ανασταίνεται σε χρόνο ρεκόρ κι όσο για μένα, εκτός από τα τεράστια οικονομικά οφέλη που αποκόμισα, γεύτηκα ως το μεδούλι τις φημισμένες νύχτες του Ρίο, τις μαγευτικές παραλίες και τα κοσμικά μπαρ. Αυτή η πολιτεία θα μείνει μέσα μου, για πάντα, σαν μια ονειρική ανάμνηση.Τώρα όμως, πρέπει να την αφήσω πίσω μου, με προορισμό την επόμενη αποστολή. Με καλεί το καθήκον. Μία ακόμη μετοχή-ζόμπι περιμένει τις εξειδικευμένες περιποιήσεις μου. Κι ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας πληρώνει παραπάνω από ικανοποιητικά.


Μ’ αυτές τις σκέψεις, ανεβαίνω ως τη γέφυρα του καραβιού. Ο πλοίαρχος, τελείως απορροφημένος από την μελέτη ενός φύλλου του «Χρηματιστηρίου», δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται καν την παρουσία μου. Ξεροβήχω, μήπως και τον αποσπάσω από τα “in & out”. Σηκώνει το κεφάλι, ξαφνιασμένος στην αρχή, έπειτα αγριεύει : «-Απαγορεύεται η πρόσβαση στη γέφυρα ! -Δεν το ‘χεις ακούσει ποτέ σου ;»
«-Ήθελα απλώς να ρωτήσω εάν θα ‘χουμε καλό ταξίδι», εξηγώ, με απολογητικό ύφος και συμπληρώνω χαμηλόφωνα, πριν προλάβει να με πετάξει έξω : «-Μακριά απ’ τη μετοχή της ΔΕΗ, αυτή την εποχή ! Θα πάθετε ηλεκτροπληξία».
Τώρα, με παρατηρεί καχύποπτα : «-Μπά ! Και πού το ξέρεις εσύ ; Χρηματιστής είσαι ;»
Τον κοιτάζω κατάματα : «-Κάτι τέτοιο. Της δουλειάς πάντως». Είναι φανερό ότι σταδιακά κερδίζω πόντους. Ο καπετάνιος μαλακώνει : «-Η αγορά έχει καταντήσει σαν φτηνιάρικο μπουρδέλο της Μασσαλίας», δηλώνει με ύφος ανθρώπου που κατέχει άριστα το αντικείμενο, αν όχι του χρηματιστηρίου, τουλάχιστον των λιμανίσιων μπουρδέλων . Ήρθε η στιγμή για το δυνατό μου «σερβίς» :
«-Κι όμως : -Υπάρχουν μετοχές που δεν τις πιάνει το μάτι σας και οι οποίες θα δώσουν άφθονο χρήμα -και γρήγορα μάλιστα»
«-Για πες μία !», με προκαλεί. Κατευθείαν στο ψητό. Σκύβω συνομωτικά προς το μέρος του : «Πάρτε μετοχές της ….». Ο ήχος της φωνής μου καλύπτεται από τον δυνατό συριγμό της μπουρούς κάποιου πλοίου που σαλπάρει. Ο κάπταιν πάντως άκουσε τί του είπα. «-Σοβαρά ;», με ρωτάει, με τον θαυμασμό ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. Γνέφω, με σιγουριά : «-Ακούστε με και δεν θα χάσετε. Πραγματικό διαμάντι !»
«-Διαμάντι, έ ;». Στους κερατοειδείς χιτώνες του ζωγραφίζονται δολλάρια, λες κι είναι ο Σκρουτζ Μακ Ντάκ. «Ε, λοιπόν φίλε μου, θα σ’ ακούσω ! Καφέ, να σε κεράσουμε ;». Ξαφνικά έγινα φίλος κι αξίζω και καφέ. Έτσι είμ' εγώ, κοινωνικός τύπος, κάνω εύκολα γνωριμίες. «-Καλύτερα να σας αφήσω στο έργο σας. Πείτε μου μόνον, αν θέλετε, τί ταξίδι θα έχουμε ;»
«-Φουρτούνα βλέπω, θα χορέψουμε λιγάκι. Δεν πιστεύω να φοβάσαι ; Μην ξεχνάς ότι ο Καπετάν-Βρασίδας έχει φάει με το κουτάλι όλους τους ωκεανούς του κόσμου !», κομπάζει ο θαλασσόλυκος, ξεσπώντας σε βροντερά γέλια. Χωρίς να διακρίνω το αστείο του πράγματος, αποχωρώ από τη γέφυρα.


Ήξερα ότι είχα μπροστά μου ένα ταξίδι μαρτυρικό και απέραντο. Και τέτοιο ήταν, πράγματι. Ούτε που κατάλαβα πόσο ακριβώς διήρκεσε, καθώς η ναυτία θόλωνε το μυαλό μου και μου στερούσε την αίσθηση του χρόνου. Μέρες, μήνες, χρόνια ; Κάποτε –ευτυχώς- το βάσανο τελείωσε. Προσπαθώ να το ξεχάσω. Θα θυμάμαι μόνο τη στιγμή που το βαπόρι μπήκε επιτέλους στο λιμάνι και πέταξε τους κάβους στην προβλήτα. Πάτησα στη στεριά ανακουφισμένος.

Λίγο παραπέρα, με περίμενε η αστραφτερή λιμουζίνα του επιχειρηματία, που θα με οδηγούσε απευθείας στην έπαυλή του. Ο σωφέρ έσπευσε να πάρει τις λίγες αποσκευές απ΄ τα χέρια μου «-Πώς σας φάνηκε το ταξίδι ;», ρώτησε φιλικά. «-Χάλια. Ατέλειωτο», απάντησα ξεψυχισμένα. «-Σε λίγο θα έχετε συνέλθει. Ο κύριος Φαράσης σας περιμένει», με καθησύχασε. Το βαρύ αμάξι ξεκίνησε αθόρυβα. Αφήνουμε πίσω μας το Αντίρριο με τα φρικτά φέρρυ-μπώτ κι ακολουθούμε το δρόμο για τη Ναύπακτο, τον τελικό προορισμό μας. Εκεί, στη βίλλα του επιχειρηματία Φαράση, με περιμένει σκληρή δουλειά. Η παλινόρθωση μίας μετοχής δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο.

Από μακριά αντίκρισα την επιβλητική γέφυρα. Ίσως τελικά θα έπρεπε να την είχα προτιμήσει από το φέρρυ-μπωτ. Όπως και να ‘χε το πράγμα, το Ρίο ήταν ακόμη στη σκέψη μου. Κι ας είχε περάσει τόσος καιρός...


Του swearengen



Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

Αγαπιόμασταν

Καβαντζάριζε τα 33. Μουνάρα. Διαδήλωση στο πέρασμά της κάνανε ξελιγωμένοι και μη. Διάλεγε, ενέκρινε, απέρριπτε. Στο τέλος έφτυνε. Και τα κουκούτσια των αρσενικών φρούτων. Πολυεπίπεδη ασχολία που της ήταν οικεία. Μηχανή επεξεργασίας ανδρικού κρέατος. Και το προϊόν, κιμάς.
Της ήρθε φλασιά, όμως! «Πρέπει να κάνω παιδί!». Μια θεωρία λέει πως το θηλυκό επιλέγει το αρσενικό που είναι το πιο κατάλληλο για τα παιδιά της. Το εγωιστικό γονίδιο, που λένε.
Είχε γνωρίσει πολλούς που θα πληρούσαν ικανοποιητικά τα κριτήρια αυτού του γονιδίου. Τους είχε φτύσει κατά τη συνήθη τακτική της. Κι είχαν βρει ήδη το δρόμο τους. Είχαν κλείσει την οδό επιστροφής.
«Ε, καλά! Το δαχτυλάκι μου να κουνήσω και θα πέσουν καμιά κατοσταριά χάνοι!».
Βρήκε, βρήκε πολλούς. Όταν έριχνε όμως το παραγάδι ,κανείς δεν τσίμπαγε. Γύρω της γινόταν χαμός. Δεν περνούσε μήνας που να μην ήταν προσκεκλημένη σε γάμο. Κοντές, χοντρές, μυταρόλες, τριχωτές, γαϊδουρομούρες, χαμηλοκώλες, αραχνομούνες φεύγανε σα φρέσκο ψωμί. Αυτή, γιατί; Σα να ‘χε πέσει σύρμα.
Διάλεξε αυτόν που δέχτηκε. Δεν ικανοποιούσε, βέβαια, τους όρους του εγωιστικού γονιδίου. Αλλά έπρεπε. Δεν γινόταν αλλιώς.
Τον συνάντησε δυό χρόνια μετά το γάμο της. Ίσως ήταν ο μόνος που είχε πραγματικά αγαπήσει. Αλλά αυτή δεν ήθελε δεσμεύσεις τότε. Ίσως φοβόταν. Τί; Ποτέ δεν κατάλαβε.
«Πώς είσαι;», τη ρώτησε. Τα μάτια του δεν είχαν αλλάξει. Το ενδιαφέρον δεν ήταν τυπικό. Τον ήξερε. Τον είχε λατρέψει. Κι αυτός το ίδιο.
«Δεν είμαι καλά», ξεστόμισε. Κι αμέσως το μετάνιωσε. Σε κανέναν μέχρι τώρα δεν είχε δείξει αδυναμία.
«Αν είναι οικονομικό το θέμα, μη ντραπείς» ήταν η απάντηση.
Για πρώτη φορά ντράπηκε……….

Κυριακή, 10 Μαΐου 2009

Ο Λέων

Την είχε ψωνίσει την Αγγελικούλα ο τύπος. Την είχε δει σπουδαίος και τρανός. Ποιος; Ο τσικιρικιτζής, ο ψιλικατζής , ο τίποτας.
Στο Γυμνάσιο βου και α, βα . Στη μπάλα; Λάχανο. Στο μπιλιάρδο; Τσαφ. Στις γκόμενες; Τσουφ.
Και να σου τον τώρα μπρος σου να στο παίζει Αμπράμοβιτς. Κοστουμάκιας, συκωτάκιας, λιμοκοντόρος. Λεξιλόγιο πλανόδιου ασφαλιστή. Ζελεδάκι στο μαλλί, μόστρα επιμελώς ατημέλητη. Έμαθε και την περιποιημένη αξυρισιά. Αμάξι; Μπέμπα, φυσικά. Γυναικάκι; Μπέμπα, φυσικά. Ξανθιά.
Ο τζες, λοιπόν, ήθελε αγόρι. Και λουξ. Γιατί δε γίνεται ο γιος τού Λέοντος να κλαψουρίζει παρέα με άλλα μούλικα. Ούτε τα βυζιά της μπέμπας του είναι για τα μούτρα τού κάθε λίγδα. Να την πετάξει τη ρόγα έξω η Βίβιαν, να ρουφήξει ο απόγονος, να αγαλλιάσει η πλάση. Να μη τη μαγαρίσει, όμως, και το μάτι του πεινάλα, παραδίπλα.
-Και δε μου λες ρε Λεωνίδα, το Λέων πού το κονόμησες;
-Μαζί με τα φράγκα. Αγκαζέ πάνε αυτά!
-Και τα φράγκα, από πού, ρε Λέων; Εσύ, ντελβές ήσουνα στην τάξη. Στο χωνάκι, στον ίσκιο. Στο όμικρον σε είχαμε. Δεν πιστεύω να έμπλεξες με τίποτα μπαγαποντιές;
-Έλα ρε! Μ’ έχεις για τέτοιον; Εισαγωγαί-εξαγωγαί.
-Και τί εισάγεις, ρε Λέων;
-Σακουλάκια.
-Και εξάγεις;
-Αίματα.
-Λέων, κόψε την πλάκα, μη σ’ αρχίσω στις γρήγορες όπως τότε!
-Ναι, ρε! Ασχολούμαι με βλαστοκύτταρα.
-Με βλαστοκύτταρα, εσύ; Από πού κλάνει το μιτοχόνδριο, ρε Λεωνίδα;
-Κορόιδευε εσύ. Και κάτσε δω να κοιτάς το πράμα της κάθε σιτεμένης. Ενώ εγώ, με τα σακουλάκια, φτιάχτηκα. Μαζεύω τα αίματα, στέλνω τα σακουλάκια στις ξένες τράπεζες και πέφτει το μπαγιόκο. Εύκολη δουλειά και γρήγορη.
-Ωραίος ο Λεωνίδας! Και δε μου λες, γιατί λουξ, ρε Λεωνίδα;
-Πάλι τα ίδια θα λέμε; ΄Ένεκα το βυζί της Βίβιαν!
-Της Παρασκευούλας; Τη δάγκασες στα πενήντα τη λαμαρίνα;
-Γιατί; Μπερκέτι δεν είναι η μικρά; Στο ζουμί τώρα! Εσύ τί θες;
-Ε, λουξ θα πας, ρε Λέων! Τα δέοντα!
-Ήτοι;
-Το «ήτοι» δεν στο χρεώνω. Όσο και το λουξ.
-Έλα ρε! Από μένα το μπατιράκι, τον παλιό συμμαθητή θα τα πάρεις; Κόψε κάτι!

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2009

Τυφεκιοφόρος.


Ο Καραμπίνας είναι είδος σπάνιον και δυσεύρετον. Διαθέτει τας αρετάς της καρτερίας, της ιωβείου υπομονής, της καθαράς λογικής. Ο καραμπίνας εστί επίσης ον αναίσθητον. Λειτουργεί με την ψυχραιμίαν υπολογιστού και δρα με την αναλγησίαν πληρωμένου δολοφόνου. Ως εκ τούτου είναι γενικώς αντιπαθής. Αντιπαθείς είναι συλλήβδην οι αποτελεσματικοί τύποι. Και θα εξηγήσωμεν τους λόγους:
1.O Καραμπίνας της πρέφας. Δεν αγοράζει αν δεν έχει πέντε μπάζας εξ απαλών ονύχων, ήτοι εκ της μοιρασιάς. Ρε δεν μπα να έχουν περάσει εκατόν είκοσι πέντε γύρες και να πηγαίνει πάσο; Ο Καραμπίνας εκεί! Γαϊδουρινή υπομονή. Αρκεί να μην μπει μέσα. Στους όρχεις του τους γεμιστούς κι αν δεν βγάλει φράγκο!
2.Ο Καραμπίνας του Χρηματιστηρίου. Άλλος σπασαρχίδας τούτος! Ρε δεν βλέπεις την άνοδο; Ρε δεν βλέπεις που όλοι κονομάνε; Ρε δε θες αυτοκινητάτι μέγκλα, ούτε γκομενίτσα τρυφερούδι; Ατάραχος ο Καραμπίνας. Αν δεν δει πανικό , δεν αγοράζει που να χτυπάς τον κώλο σου κάτω σαράντα χρόνια τούρκικα!
3.Ο Καραμπίνας κυνηγός. Εξοπλίζεται, πλην του όπλου, με δεκαοχτώ σάντουϊτς και είκοσι λίτρα νερό. Κρύβεται, καιροφυλακτεί, δεν βήχει, δεν φτύνει, δεν φυσάει τη μύτη του, δεν πέρδεται, δεν ξύνει τ’ αρχίδια του. Κι ο πιο ανεπαίσθητος ήχος, τού είναι αποκρουστικός. Μέχρι να σηκωθεί η μπεκάτσα. Τότε αντιλαλούν οι ρεματιές και χέζεται ο Βελουχιώτης.
4.Ο πιο ψυχρός εκτελεστής, όμως, είναι ο Καραμπίνας-καμάκι. Κρύος σα μάρμαρο. Δε μασάει ούτε από χαμογελάκια, ούτε από ναζάκια, ούτε από χαριτωμενιές, ούτε από δήθεν τυχαία αγγίγματα. Η γκόμενα λυσσάει από την αδιαφορία του και τρώει τις καλτσοδέτες της. Ο Καραμπίνας βράχος. Το αντίθετον ακριβώς του Χυλόπιττα. Πάσχει από ανιδρωσία ωτός. Κι όταν το γυναικάκι εκδηλώσει και τα πλέον ταπεινά του φρονήματα, το τορπιλλίζει.
Εξ όλων των καραμπίνων θαυμάζω την τελευταίαν.

Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

Η Τρομακτική Τσάϊκα και οι Διακοπές στο Κρασνοβισέρσκ



Ένα αυτοκίνητο που δεν θα ήθελες να δεις έξω από την πόρτα σου..




Όταν ο βαρεμένος ο Στήβεν Κίνγκ έκατσε το ΄83 να γράψει το "Christine", προφανώς δεν είχε υπ’ όψη του ότι στους ελληνικούς δρόμους κυκλοφορούν αυτοκίνητα πολύ πιό τρομακτικά, από εκείνην την παλιά κόκκινη Πλύμουθ, που αμέσως την έκανε και ταινία ο Κάρπεντερ κι έσπασε τα ταμεία. Εδώ θα έπρεπε να έχεις έρθει Στήβεν, να δεις εσύ τον στραβούλιακα τον γέρο, ενενήντα χρονώ κούρβουλο, μέσα στον σκαραβαίο, να σκορπίζει τον όλεθρο στην άσφαλτο, να δεις την ξανθιά τη μαλάκω, με το κινητό στ΄αυτί να τσακώνεται με τον γκόμενο και ταυτόχρονα να θερίζει μηχανάκια, να δεις καθυστερημένους ταρίφες να σταματάνε όπου γουστάρουνε κι άλλα τέτοια αιμοβόρα. Αυτά είναι ρε τρομακτικά αυτοκίνητα, όχι η Christine. Να παραδεχτούμε όμως, ότι ο Στήβεν Κίνγκ είναι πολύ φευγάτος, καθώς κι ότι ο Κάρπεντερ ξέρει ο κερατάς να φτιάχνει υποβλητική ατμόσφαιρα. Κατά τα λοιπά, στοιχειωμένα αμάξια και λοιπά φούμαρα, είναι σκέτες ανοησίες, να τις λέμε στον Κλήδονα, να καλαμπουρίζουμε.





Μη φοβάσαι, δεν είναι δα στοιχειωμένη η Κριστινάρα κι ας αναβοσβήνει τα διπλά φανάρια από μόνη της. Απλά, σου κάνει σήμα, μπας και προσέξεις, πόσο σπουδαίο αμάξι είναι. Καναδέζικη Πλύμουθ Φιούρυ, μοντέλο του ΄58, τρεις χιλιάδες δολλάρια τιμή λιανικής τότε, με όλη την αύρα της εποχής του ψυχρού πολέμου, αλλά και της γέννησης του rock n/ roll, με χρωμιωμένο μούτρο, διαβολικό όσο δεν πάει και με ήχο μηχανής τριακοσίων αλογάτων, μελωδία της ευτυχίας και συμφωνία για οκτώ πιστόνια, δεκάξι βαλβίδες και τέσσερα διπλά καρμπυρατέρ, σε φα μείζονα. Αυτά ήταν αμάξια ρε. Τα παλιά αμερικάνικα, η Σέβυ Ιμπάλα, η Κάντιλακ Ελντοράντο, οι παλιές Κράϊσλερ και Πόντιακ, η Φορντ Μάστανγκ πιο μετά, αλλά και τα πανέμορφα Ευρωπαϊκά, η Μερτσέντες Αντενάουερ, η Παγόδα έπειτα, η Τάργκα 911 της δεκαετίας του ΄60, καμμιά Τζάγκουαρ Ε-type, τέτοια.

Όχι αυτά τα αδελφίστικα που βγάζουνε σήμερα, με τα χαρτονένια αμαξώματα, τις παθητικές ασφάλειες για παθητικούς ομοφυλόφιλους, τους οικολογικούς κινητήρες του κώλου -ναι, τους έπιασε άξαφνα ο πόνος για τον πλανήτη- τις οθόνες πίσω, να βλέπουνε μίκυ-μάους τα βουτυρόπαιδα -λες και δεν τους φτάνει που αποβλακώνονται όλη μέρα στην τηλεόραση- και με θήκες-ντουλαπάκια-καθρεφτάκια παντού, λες κι είναι νεσεσσεράκια/μπιούτυ κέϊς για φιλάρεσκες γκόμενες. Άστους τώρα, τους γιάπηδες, τους μανατζαραίους των αυτοκινητοβιομηχανιών, να κλαίνε και να φιλάνε κατουρημένες ποδιές, μπας και γλιτώσουν το λουκέτο. Και ίσως στο τέλος να καταλάβουνε ότι καιρός είναι να γυρίσουνε στα παλιά τα σχέδια και να ξαναβγάλουνε για τον κόσμο αμάξια της προκοπής, με σίδερο, χρώμιο και πολλά κύλινδρα κι ένα σκέτο ράδιο μέσα -αυτό αρκεί- και ν’ αφήσουνε κατά μέρος τις παπαριές και τα γκατζετάκια, τις σιντιέρες, τα mp3 τις οθόνες lcd κι όλες αυτές τις κινέζικες αηδίες, για τα πανηγύρια. Τέλος πάντων, ας μην αρχίσω τώρα, διότι δεν θα σταματήσω ποτέ. Θα τα πούμε κι αυτά, όταν έρθει η ώρα. Πάμε στο θέμα μας.

Έλεγα λοιπόν ότι εγώ, αν ήμουνα ο Κινγκ κι ήθελα να γράψω για το πιό τρομακτικό αμάξι που μπορεί να βάλει ο νούς του ανθρώπου, για άλλο αμάξι θα έγραφα. Θα έγραφα για μια ρώσσικη λιμουζίνα, που τη λέγανε Chaika. Ναι,ναι,ναι όπως τ΄ακούς, ρώσσικη -σοβιετική- λιμουζίνα της δεκαετίας του ΄50. Αμ τί νόμιζες ; Ότι μόνο Lada έβγαζε η ΕΣΣΔ ; Λάθος, φίλε. Μωρέ, έβγαζε και λιμουζίνες και μην ακούσω τίποτε χαζοσυνειρμούς για Αλβανούς τουρίστες. Μάλιστα κύριέ μου, η Τσάϊκα του ’59, ήταν ένα καταπληκτικό αυτοκίνητο, για την εποχή του. Θηριώδες μοτέρ, οκτακύλινδρο βε, των πεντέμισυ λίτρων, δύναμη στα διακόσια άλογα, κτηνώδης ροπή, αυτόματο κιβώτιο, βαρύ δύο τόννους και βάλε, τίγκα στο χρώμιο, πανέμορφο. Πολλοί λένε ότι έμοιαζε με την Packard Patrician, του ’55, αλλά δεν βλέπω ομοιότητα. Να μη σου πω ότι πιο πολύ έμοιαζε με την Κριστινάρα του Κάρπεντερ, που λέγαμε πιο πάνω. Σίγουρα, ακολουθεί πιστά τις τυπικές σχεδιαστικές γραμμές αμερικάνικης λιμουζίνας της δεκαετίας του ’50, όμως η Chaika GAZ13 είναι ξεχωριστό αμάξι. Μια Τσάϊκα. Κατασκευαζόταν απαράλλακτη για είκοσι ολόκληρα χρόνια, εκεί δίπλα στο Βόλγα, στο εργοστάσιο του Γκόρκυ, που τώρα πιά το λένε Νίζνυ Νοβγκορόντ, ώσπου αντικαταστάθηκε από την αναβαθμισμένη διάδοχο, την GAZ14, που δεν είχε και πολλές διαφορές από την προκάτοχό της, εδώ που τα λέμε.


Η Τσάϊκα του ΄59. Το ΄59 Ο Κάστρο πήρε την Κούβα, πετώντας στην θάλασσα τον Μπατίστα (όχι τον Ντανιέλο ρε, τον Φουλγκένσιο). Ελλάδα και Τουρκία συμφώνησαν στη λύση του Κυπριακού και όπως θα είδες, το έλυσαν πολύ ωραία, εν συνεχεία. Ο Αντρέας ο Παπανδρέου γύρισε στην Ελλάδα, ο Χρουστσώφ επισκέφτηκε τις ΗΠΑ και ο Αϊζενχάουερ την Αθήνα, οι Ρώσσοι κάρφωσαν την κόκκινη σημαία στη σελήνη, οι Γάλλοι τα βρήκαν μπαστούνια στην Αλγερία, ο Μακάριος έγινε Πρόεδρας στην Κύπρο και η Γκάντι στην Ινδία κι ο Ελύτης κυκλοφόρησε το «Άξιον Εστί».


Η Τσάϊκα του ΄59. Ένα αυτοκίνητο προορισμένο για λίγους. Τιμή λιανικής πώλησης : Μηδέν ρούβλια. Αυτό το αμάξι δεν πωλείτο. Απλώς παραχωρείτο σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Κάπου τρεις χιλιάδες κομμάτια κυκλοφόρησαν, όλα κι όλα, κατά το διάστημα παραγωγής του μοντέλου. Για μέλη του Κόμματος, επιστήμονες, αστροναύτες, ακαδημαϊκούς και εν γένει εξέχουσες σοβιετικές προσωπικότητες. Εννοείται, προσωπικότητες που τα είχαν καλά με το καθεστώς, διότι εάν τύχαινε να υποπέσεις σε δυσμένεια, τότε κλάφτα Χαραλάμποβιτς και το αρνί που μου ‘δωκες, να μου το πάρεις πίσω. Σου αφαιρούσαν και την Τσάϊκα, σου αφαιρούσαν και το σπίτι, σου αφαιρούσαν και τα βιβλία και τα χειρόγραφα, σου αφαιρούσαν και την κομματική σου ταυτότητα, με λίγα λόγια σου αφαιρούσαν τη ζωή σου όλη, που ’ναι ένα τσιγάρο, που δεν το γουστάρω κι όμως το φουμάρω.


Έμπαιναν μια νύχτα οι περίεργοι στο τσαρδί σου και σε ρωτούσαν : «-Σας αρέσει εδώ στη Μόσχα, ταβάριτς;» «-Ασφαλώς και μου αρέσει, Μοσχοβίτης είμαι άλλωστε» «-Ε, τότε πολύ κρίμας (sic) σύντροφε, διότι σήμερα μετακομίζεις» «-Α, ναι ;», ρωτούσες εσύ, παραξενεμένος. «-Και για πού, με το καλό ; Κάπου κοντά φαντάζομαι, ε;» «-Ω, μα ναι, πολύ κοντά, σύντροφε. Ίσαμε το Ιρκούτσκ, πέντε χιλιάδες χιλιόμετρα από δω χάμω, μόνο τέσσερις μέρες με το τραίνο, δυό βήματα, σα να λέμε». Και πάλι, τυχερός ένοιωθες. Το Ιρκούτσκ είναι μεγαλούπολη, όχι κάνα κωλοχώρι μες στη στέππα. Κανονικά, θα πρέπει να πεις κι ευχαριστώ, από πάνω. «–Σπασίμπο, σύντροφοι». «Πατζαλούστα ταβάριτς, δεν κάνει τίποτις, απ’ το Θεό !». Σε πηγαίνανε λοιπόν μέχρι το Ιρκούτσκ, να τουρτουρίζεις το Γενάρη, στους μείον είκοσι και ν’ αναπολείς την πρωτεύουσα με τον Μόσχοβα, την Τσάϊκα των πεντέμισυ λίτρων με την υπέροχη κύλιση στην άσφαλτο και την ωραία Ανούσκα που άφησες ξοπίσω, με την υπέροχη κύλιση στα σεντόνια.



Ακόμη όμως να εξηγήσουμε για ποιόν λόγο η Τσάϊκα ήταν το πιο τρομακτικό όχημα, στην ιστορία της αυτοκίνησης. Επίτηδες το καθυστερώ, για σασπένς. Να πούμε κατ’ αρχήν ότι έβγαινε μόνον σε μαύρο χρώμα. Όχι σαν κάτι ροζ και φυστικί Κάντιλακ κονβέρτιμπλ, που είχαν τ’ αμερικανάκια ροκενρόλλερς, με τις γκόμενες με τα φουρώ στο πίσω κάθισμα. Όχι. Η Τσάϊκα ήταν πάντα μαύρη, σαν τη νύχτα. Αλλά δεν ήταν γι αυτό τρομακτική. Τον τρόμο τον έσπερνε για άλλο λόγο : Επειδή την Τσάϊκα την χρησιμοποιούσε η KGB, για τους υπηρεσιακούς της σκοπούς. Γι αυτό.



Φαντάσου τώρα, να ‘ναι λέει η νύχτα παγωμένη, απ’ αυτές τις διάσημες λευκές της Μόσχας και ν’ ακούς να ζυγώνουν οι λαστιχάρες, τρίζοντας ανατριχιαστικά πάνω στον πάγο, μέχρι να σταματήσουν ακριβώς όξω απ’ το σπίτι σου, που δεν είναι σπίτι σου δηλαδή, του κράτους είναι, αλλά τέλος πάντων. Να σβήνεις εσύ το φως, να κρυφοκοιτάς πίσω απ’ την κουρτίνα και ν’ αντικρίζεις το μαύρο εξάμετρο θηρίο, ν’ αντακλά το λιγοστό φως του δρόμου πάνω στους χρωμιωμένους προφυλακτήρες. Και μετά, να ανοίγουν οι πόρτες και να ξεμπουκάρουν τέσσερις τύποι, απ΄αυτούς με τα βαριά σκούρα παλτά και τ’ αυτιά χωμένα στα γκρίζα γούνινα κασκέτα, ουσάνκα από αυθεντική ζιμπελίνα. Άσε, μην το ψάχνεις, Καγκεμπίτες είναι οι τύποι, φωνάζουν από χιλιόμετρο. Κι έτσι και χτυπήσουν το δικό σου το κουδούνι, την έχεις άσχημα. Μακάρι να χτυπήσουνε του διπλανού, του αχώνευτου.


Όμως, δεν χτυπούν το κουδούνι του αχώνευτου. Βαράνε επίμονα το δικό σου κουδούνι και τώρα πρέπει ν’ ανοίξεις. «Το Σπαθί και η Ασπίδα», οι άγρυπνοι φρουροί του Καθεστώτος είν’ εδώ. Το Κράτος είναι εδώ, ενωμένο-δυνατό. Ετοιμάσου, ήρθε η ώρα. Η ώρα σου. Και ιδού τώρα η αφεντιά σου, θρονιασμένος μες στην Τσάϊκα, στο πίσω κάθισμα -ποιός τη χάρη σου- να σε κουβαλάνε πακέτο στα γραφεία, για τα περαιτέρω. Ξέρεις τώρα, πέμπτη ντιρεκτίβα του Αντρόποφ, εντοπισμός και συντριβή των διαφωνούντων. Καλά να τα πάθεις, αφού ήθελες να μου είσαι με τους διαφωνούντοι. Άντε τώρα, να σε βγάλουνε και «Δημόσιο Κίνδυνο υπ’ αριθμόν Ένα», να δω μετά πώς θα καθαρίσεις. Όλους Δημόσιους Κινδύνους υπ΄ αριθμόν Ένα, τους βγάζει ο Αντρόποφ και γι αυτό θα γίνει γρήγορα Γενικός Γραμματέας του Κόμματος. Η παραγωγικότητα ανταμείβεται.


Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, Δημόσιος Κίνδυνος υπ΄ αριθμόν Ένα. Οκτώ χρόνια Σιβηρία. Πήρε και Νόμπελ, αλλά και σιγά να μην το παρέλαβε. Πολύ ενοχλητικός τύπος. Δρόμο. Αφαίρεση υπηκοότητος.

Αντρέι Ζαχάρωφ, Ομοίως, Δημόσιος Κίνδυνος υπ΄ αριθμόν Ένα. Κορυφαίος πυρηνικός φυσικός. Στενοχώρια μας. Νόμπελ Ειρήνης. Σιγά τα ωά. Δρόμο κι αυτός. Εκτοπισμός στο Γκόρκυ, να βλέπει πως φτιάχνουνε τις Τσάϊκα..

Γιούρι Φιοντόροβιτς Ορλόφ. Κι αυτός υπ’ αριθμόν Ένα. Πυρηνικός φυσικός, δεν μας νοιάζει. Πήξαμε στους φυσικούς. Καθηγητής Πανεπιστημίου, δεν μας νοιάζει. Αυθεντική ιδιοφυϊα, δεν μας νοιάζει. Ανακατεύεται με τ’ ανθρώπινα δικαιώματα, αυτό μάλιστα, μας νοιάζει. Τρία χρόνια εξορία στην Αρμενία, μυαλό δεν έβαλε. Υπ’ αριθμόν Ένα, ασυζητητί. Άλλα δέκα χρόνια στο σιβηριανό γκουλαγκ και βλέπουμε.

Βαρλάμ Σαλάμωφ. Συγγραφέας, ποιητής, διανοούμενος. –Τι θα πεί δηλαδή «διανοούμενος» ; -Αγύριστο κεφάλι θα πει. Αυτό θα πεί. Υπ’ αριθμόν Ένα και αυτός, με τα τσαρούχια. Τρία χρόνια καταναγκαστικά έργα στο Κρασνοβισέρσκ, μυαλό δεν βάζει, άλλα δεκατέσσερα χρόνια στην Κολύμα, μπας και βάλει, που δεν το βλέπω.



Ό
μως, για μια στιγμή ρε παιδιά, για ώπα ! Κάτι δεν πάει καλά εδώ πέρα. Δεν γίνεται αδελφέ μου να είναι όλοι αυτοί οι τύποι «υπ’ αριθμόν Ένα». Κάποιος –δεν ξέρω ποιός - πρέπει να είναι ο «υπ’ αριθμόν Ένα», ο επόμενος «υπ’ αριθμόν Δύο» και ούτω καθ’ εξής. Όχι τίποτ’ άλλο, αλλά για να τους ξεχωρίζουμε. Είναι και πολλοί βλέπεις, αμέτρητοι, θα χάσουμε τον λογαριασμό στο τέλος.



Μητερούλα Ρωσσία ξύπνα, οι Πατερούληδες σου τρώνε τα παιδιά σου. -Πώς είπες ; -Έχεις πολλά τέτοια παιδιά και δε σε νοιάζει ; -Εμ, δεν έχεις κι άδικο. Βάρδα μόνο μη σου τελειώσουνε και να δω μετά τι θα κάνεις.



Καλά, παράτα τους τώρα αυτούς. Ο καθένας φτιάχνει την τύχη του. Εμείς, για αμάξια λέγαμε. Σωστά. Λοιπόν, που λες, η Τσάϊκα ήταν τόσο φοβερή, που ο Νικήτας ο Χρουστσώφ την προτιμούσε από την υπέρτατη λιμουζίνα, την ZiL του Γενικού Γραμματέα του Κόμματος. Αυτό ακριβώς ήταν οι ZiL, τα επίσημα αμάξια των σοβιετικών ηγετών, μια ολόκληρη κλάση πάνω κι από τις Τσάϊκα, ακόμη. Ο Στάλιν είχε Zil. Ο Μπρέζνιεφ είχε Zil. Όλοι είχαν ZiL. Aκόμη και σήμερα βγαίνουν, μέχρι κι ο Πούτιν διαθέτει δυό-τρείς, να του βρίσκονται. Σπουδαίο αμάξι κι αυτό. Εξάλιτρο, κτήνος σκέτο. Κλασσική αντιγραφή βέβαια, σχεδιαστικά και μηχανολογικά, των αμερικάνικων limos, αλλά αυτό δεν είναι κακό, το αντίθετο μάλιστα. Εγώ πάντως γουστάρω.



Τα υπόλοιπα αμάξια, θα τα ξέρεις. Κατ’ αρχήν, ήταν τα Βόλγκα, τ’ αμάξια της νομενκλατούρας, της ανώτερης κάστας. Καμμιά σχέση βέβαια με Τσάϊκα και ZiL, αλλά και πάλι, το να βρίσκεσαι πίσω απ’ το τιμόνι ενός Βόλγκα μαρτυρούσε ότι είσαι κάποιος, όχι παίξε-γέλασε. Κάποιος σημαντικός. Ίσως κάποιος γραμματέας του Πολιτμπιρώ. Ίσως κάποιος Λαϊκός Κομισάριος. Ίσως κάποιος ρουφιάνος. Κάτι πολύ σπουδαίο πάντως. Κι όλοι παραμέριζαν για να περάσεις.



Από κάτω, στην ιεραρχία, ήταν τα μουλάρια τα Μόσκβιτς, αμάξια για την πλέμπα, αλλά κι αυτά, για να τ’ αγοράσεις, έστω κι αν είχες μαζέψει τα ρούβλια (δεν πρόσφεραν 72 δόσεις οι σοβιετικοί, όπως εμείς), έπρεπε να μπεις σε ατέλειωτη λίστα αναμονής. Το φαντάζεσαι ; Λίστα αναμονής για ένα Μόσκβιτς. Ε, αυτό πάει πολύ.

Και τέλος, υπήρχαν τα Lada, βασισμένα στο παλιό Fiat 124, του ’66. Μιλάμε για τρομερή τεχνολογία, δηλαδή. Πάντως, μία χαρά τα πήγαιναν στις εξαγωγές κι αντέχουν ακόμη, τα δόλια. Μέχρι και ΚΤΕΟ περνάνε, ο Θεός κι η ψυχή τους με ποιόν τρόπο. -Ελληνικό ΚΤΕΟ, έτσι ; Όχι γερμανικό. Για να μην παρεξηγούμεθα.



ώς είπες ; -Βρίσκεις κάπως αλλόκοτο το γεγονός ότι μια σοβιετική κοινωνία, ίσων -εξ ορισμού- μεταξύ τους πολιτών, καθιέρωνε μια τέτοια διάκριση, άλλος δηλαδή να κυκλοφορεί με τη λιμουζίνα, άλλος με το χλιδάτο, άλλος με το σαραβαλάκι κι οι υπόλοιποι, οι πολλοί, με το πεζώ-δύο ;



-Χαχαχα, πολύ καλό, το άλλο με τον Τοτώφ το ξέρεις ;

Έκτακτη ανακοίνωση

Το μπλογκ, μετά την πρωτοφανή δημοφιλία του, αποφάσισε να προβεί σε κινήσεις διεύρυνσης των δραστηριοτήτων του. Οι απαιτήσεις του αναγνωστικού κοινού είναι τεράστιες. Κατακλυζόμεθα καθημερινώς από ηλεκτρονικά μηνύματα φίλων της στήλης που ζητούν υπηρεσίες ποικίλου ενδιαφέροντος. Επιλέξαμε αυτές με τις περισσότερες προτιμήσεις. Σας τις παραθέτουμε και ταυτόχρονα αποκαλύπτουμε τα επενδυτικά μας σχέδια για την κάλυψη αυτών των υπηρεσιών.
Αίτημα πρώτον:
«Θα σας παρακαλούσα, επειδή είμαι φανατική σας αναγνώστρια -να φαντασθείτε μετά τον πρωινό μπιντέ μου, η πρώτη μου δουλειά είναι να ανοίξω το μπλογκ σας- και δεν έχω συνεχή πρόσβαση στο ίντερνετ ,να σκεφθείτε τη δυνατότητα αποστολής των καταπληκτικών σχολίων, που γράφονται στο μπλογκ σας, υπό μορφή γραπτού μηνύματος, με την ανάλογη βέβαια επιβάρυνση».
Κατόπιν τούτου ξεκινήσαμε συνεργασία με τη Vodafone, είχε την καλύτερη προσφορά καθότι την έχει πάρει η κάτω βόλτα, για την παροχή της συγκεκριμένης υπηρεσίας. Σας διαβεβαιώνουμε πως οι χρεώσεις θα είναι απολύτως λογικές. Αυτοί δε που είναι εγγεγραμμένοι ως αναγνώστες- δεν ξέρεστε πού γράφεστε; πάνω δεξιά, πρόβατα!- θα λαμβάνουν τα μηνύματα δωρεάν.
Αίτημα δεύτερον:
«Είμαι χοντρή. Τόφαλος. Αγαπώ το μπλογκ σας, σας διαβάζω, αλλά δεν τολμώ να σχολιάσω καθώς έχω παρατηρήσει μια ρατσιστική αντιμετώπιση των ευτραφών αναγνωστριών από μέρους σας. Ως εκ τούτου θα ήθελα να σας προτείνω τη δημιουργία ειδικού χώρου όπου θα δύνανται οι παχουλές κυρίες να επιδοθούν σε ασκήσεις απώλειας βάρους».
Διαμορφώσαμε ιδιόκτητο χώρο δίκην Health Studio. Το ali baba studio. Μυώδεις γυμναστές με τη χρήση εργαλείων νεωτάτης τεχνολογίας θα εξυπηρετούν όσες κυρίες επιθυμούν να συμμετάσχουν στα προγράμματα αδυνατίσματος. Πισίνα ευρύχωρος για ολυμπιακών διαστάσεων πισινούς, θερμαινόμενη και με εφημερεύοντες ναυαγοσώστες θα λειτουργεί καθ’ όλο το 24 ωρο. Κυλιόμενοι τάπητες με ανθεκτικότητα γεφυροπλάστιγγας θα είναι στη διάθεση όσων επιθυμούν την δια της πιλάλας καχεξίαν. Δια τας ανθεκτικάς περιπτώσεις θα ανεγερθεί κέντρο βαριατρικής χειρουργικής. Μπαλονάκια, δακτύλιοι, γαστρεκτομές, εντερεκτομές, ράψιμο χειλέων, εξαγωγές γνάθων και λοιπές προχωρημένες μέθοδοι θα παρέχονται εις τιμάς λογικάς και με πίστωσιν.
Αίτημα τρίτον:
“Eίμαι ανοργασμική. Όταν, όμως, σας διαβάζω αισθάνομαι κάτι να σκιρτάει μέσα μου. Χαμηλά, καταλαβαίνετε. Παρά ταύτα ,παρότι εγγίζω τον οργασμό κατά την διάρκεια της ανάγνωσης, ουδέποτε ολοκληρώνω. Μήπως θα μπορούσατε να το δείτε;»
Κατασκευάσαμε ειδικό αναγνωστήριο ανοργασμικών. Θα προσφέρονται ειδικά κείμενα του usound, ενώ για τις αναλφάβητες θα απαγγέλλονται ποιήματα της Σαπφούς από τη Λουκρητία.
Για προτάσεις περαιτέρω βελτιώσεων απευθυνθείτε στον Πρωτεσίλαο.

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2009

Η μπουτίκ, η βιτρίνα και το βλέμμα του Λαμόγιου

Ξένε, εάν τυγχάνεις Ολυμπιακός από τους πολλούς, κάνε μεταβολή και δρόμο, όπως είσαι. Αυτό το μέρος δεν είναι για σένα. Εάν ωστόσο επιμένεις να διαβάσεις, πάρε προληπτικά δυό τρία υπογλώσσια και δες καλού-κακού και ποιά νοσοκομεία εφημερεύουν, διότι μπορεί να τα χρειαστείς, στην πορεία.
Λοιπόν, τα παλιά τα χρόνια, κάπου μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’70, ίσως και λίγο πιο πέρα, ο μέσος Έλληνας μπαμπάς παρακολουθούσε προσεκτικά το πανωχείλι του γιόκα του, πότε θ’ αρχίσει να ιδρώνει το πρώτο χνούδι, ώστε να τον πάρει και να τον οδηγήσει σηκωτό –είτε ο ίδιος είτε ένας μπάρμπας- σε καμμιά πουτάνα στη Φυλής, όχι τόσο για να ξεφορτώσει το αγόρι, όσο για να επιβεβαιωθεί και με τη βούλα ότι είναι κανονικό και δεν θα το δούμε αύριο σε κάνα μπαλέτο του Rio de Janeiro, να κάνει την πρίμα κουνίστρα, με καστανιέτες στο χέρι και με φτερά φλαμίνγκο/παγωνιού, στο κεφάλι και στον κώλο.

Στα χρόνια τα δικά μας, ο μέσος Έλληνας μπαμπάς, πιο βιαστικός, δεν περιμένει καν να δει υποψία μουστακιού. Δεν χρειάζεται, άλλωστε. Μόλις το αγοράκι πάει δύο-τριών χρονών, το αποσπά διά της βίας από τα παιχνιδάκια του, το βουτάει, το δένει σα σαλάμι στο καρεκλάκι του πολυμορφικού, με τ’ αυτοκόλλητο στο πίσω παρμπρίζ «Baby on Board» (το οποίο σε απλά ελληνικά σημαίνει “είμαι καρπερός εγώ-όχι, παίζουμε”) και το πάει γραμμή στη μπουτίκ του Ολυμπιακού, εκεί κάτω στην πλατεία Αλεξάνδρας, εάν έχεις υπ’ όψιν σου, να του αγοράσει τη φανέλα του Ντουντού ή του Διόγο ή του Τζόρτζεβιτς ή του επίμονου κηπουρού Ralph Fiennes/Νικοπολίδη ή του αλλουνού, του γιού της βυζαροκωλαρούς της Μόνικας Μπελούσαινας (-αλήθεια, σα να σίτεψε αυτή ή εμένα μου φαίνεται ;) ή -έστω- του Βασιλάκη του Γκαγκάτση, τη φανελα λέω, ενός τέλος πάντων εκ των μεγάλων παιχταράδων του Θρύλου, που μας κάνουνε περήφανους, τόσα χρόνια τώρα, με όλους τους τίτλους στη σειρά, που άμα τους έβγαζες το πετσί, θα έφτιαχνες ίσαμε είκοσι Τσέστερφιλντ καναπέδες τριπλούς και έως δέκα μπερζέρες ίδιο σχέδιο, να γεμίσεις μία έκθεση επίπλου. Εντάξει ο Βασίλης τα κρέμασε πιά τα παπούτσια του, αλλά δεν έχει σημασία, οι σημαίες παραμένουν σημαίες και να μην είμαστε επιλήσμονες.

Έτσι, μεσ’ απ’ αυτή τη μυσταγωγική διαδικασία, ο πιτσιρικάς λαμβάνει το χρίσμα και γίνεται άντρακλας, πρώτος μάγκας και αρχιδαράς, ο γαμιάς της γειτονιάς, δηλαδή Θρύλος ρε παιδί μου, Ολυμπιακάρα, πώς το λένε ; Έχει κεφαλαιώδη σημασία να το κάνεις το παιδί Ολυμπιακό όσο ακόμη είναι μωρό, διότι άπαξ κι αφήσεις τα πράγματα στην τύχη τους και πάει ο γιός σου σχολείο και μπλέξει με τίποτα σκατοπαρέες, χανούμια, βάζελους, δεν ξέρω και ‘γω τί και τον ξεμυαλίσουνε με παραμύθια, πάει μεγάλε, το ‘χασες το τραίνο και μετά θα τρέχεις και δεν θα φτάνεις. Τρέμει σαν το ψάρι ο κάθε γαύρος, μην έρθει καμμιά μέρα το βλαστάρι του από το σχολείο και του δηλώσει βάζελος. Γι αυτό και παίρνει τα μέτρα του, από νωρίς. -Μαλάκας ήτανε, νομίζεις, ο Μουράτ ο Β΄, που άρπαζε τα καλύτερα παιδιά από μικρά, ώστε να τα εξισλαμίσει ; Έτσι είν’ αυτά τα πράγματα. You can't teach an old dog new tricks, λένε οι Εγγλέζοι, κι έχουν δίκιο, διότι άπαξ και το κουτάβι γίνει μούργος, τράβα εσύ μετά να το διδάξεις αυτά που θα έπρεπε να έχει μάθει από νωρίς. Δεν γίνεται, τελεία και παύλα.

-Tί πράγμα ; -Εάν είμαι λίγο αντι-Ολυμπιακός ; Όχι μωρέ, πώς φαντάστηκες κάτι τέτοιο ; Φυσικά και είμαι αντι-Ολυμπιακός και όχι λίγο, αλλά πολύ. Στοιχειώδες καθήκον μου, ως συνειδητοποιημένου πολίτη αυτής της χώρας, είναι να είμαι αντι-Ολυμπιακός. Και μη φανταστείς βέβαια ότι έχω κάτι εναντίον της ομάδας αυτής καθαυτής, παικτών, προπονητών, διοικήσεων κλπ. Αυτοί όλοι οι άνθρωποι, τη δουλειά τους κάνουν και την κάνουν και πολύ καλά, μάλιστα. Τους βγάζω το καπέλο, όπως και σε κάθε επαγγελματία που πασκίζει για την επίτευξη των στόχων του. Το πρόβλημα έγκειται αλλού και είναι πολύ πιο βαθύ από μερικά δερμάτινα βεριτάμπλ πέναλτυς και μερικές κούπες παραπάνω απ’ ότι κανονικά θα έπρεπε, στις προθήκες ενός συλλόγου.

Έχουν δίκαιο οι Ολυμπιακοί, όταν διατείνονται ότι ο Θρύλος δεν είναι ομάδα, αλλά ιδέα. Και μάλιστα, θα συμπλήρωνα, είναι και κάτι περισσότερο. Ένα ολόκληρο κοινωνικό φαινόμενο/ρεύμα, σε πλήρη εξέλιξη. Όταν ο κοινωνιολόγος του μέλλοντος θα σκύψει πάνω από την ιστορική περίοδο που διανύουμε, θα μείνει έκπληκτος από την σχεδόν απόλυτη ταύτιση μεταξύ των εννοιών «Νεοέλληνας» και «Θρύλος». Και θα συμφωνήσουμε, υποθέτω, ότι ο όρος «Νεοέλληνας» ενέχει κατά βάσιν απαξιωτικό περιεχόμενο, όπως ακριβώς ο όρος «δημόσιος υπάλληλος».

Λοιπόν, Ο ΜΕΣΟΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΑΣ ΕΙΝΑΙ ΘΡΥΛΟΣ, πάει και τελείωσε. Το τί εστί «Μέσος Νεοέλληνας», προφανώς το αντιλαμβανόμαστε όλοι οι υπόλοιποι, πλην –εύλογα- του ιδίου του Μέσου Νεοέλληνα. Το λεγόμενο Ολυμπιακό φρόνημα εμφανίζει εξαιρετική διείσδυση, σε όλους τους φλοιούς της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, ενώ έχει ήδη προ δεκαετιών καταρριφθεί ο μύθος, ότι ο Ολυμπιακός είναι τάχα η ομάδα των λαϊκών τάξεων. Σε κάθε περίπτωση, άνω του ημίσεως του ελληνικού πληθυσμού δηλώνει/αισθάνεται Ολυμπιακός, γεγονός άλλωστε για το οποίο μονίμως κορδώνεται η ίδια αυτή πλειοψηφία. Στατιστικά, οι έξι στους δέκα Έλληνες είναι Ολυμπιακοί, αλλά οι πραγματικές πιθανότητες να έπεφτες πάνω σε Ολυμπιακό, εάν -ως υπόθεση εργασίας- ερευνούσες ένα αξιόλογο δείγμα Νεοελληναράδων, θα ήταν δραματικά μεγαλύτερες, αφού ο Νεοελληναράς συνήθως προσελκύεται από τον Θρύλο, όπως ακριβώς η χεζόμυγα από μια φρέσκια υπερμεγέθη κουράδα δυσκοίλιου Αλβανού, στην πυλωτή της υπό ανέγερσιν οικοδομής όπου αυτός σοβατίζει.

Οι γαύροι είναι άνθρωποι με κοινό εν πολλοίς κοινωνικό και ψυχολογικό προφίλ. Δεν έχει καμμία απολύτως σχέση το μορφωτικό ή οικονομικό επίπεδο και μην μπερδεύεσαι. Μπορεί να είναι από εφοπλιστές μέχρι εργάτες και από προφέσσορες/πρυτάνεις μέχρι αποτυχόντες του δημοτικού. Μπορεί να είναι ο,τιδήποτε. Κατά βάσιν βέβαια, ως γνωστόν, είναι επιστήμονες, τουλάχιστον οι της θύρας 7.

Οι γαύροι παραμυθιάζονται πανεύκολα ή τουλάχιστον πολύ πιο εύκολα από τον μέσο οπαδό οποιασδήποτε άλλης ελληνικής ομάδας, με εξαίρεση τους Παοκτζήδες (οι οποίοι, άλλωστε, δεν είναι παρά οι Ολυμπιακοί του Βορρά, tale quale). Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι γαύροι είναι οι μόνοι ικανοί να κάτσουν με τις ώρες μπροστά στους τηλεοπτικούς δέκτες τους, παρακολουθώντας με ευλάβεια δύο βαρειά νοητικά καθυστερημένους τύπους, που κάνουν τον Κάτμαν να δείχνει μπροστά τους ιδιοφυής, με εγκέφαλο προφανώς διαλυμένο από μακροχρόνιες σνίφες βενζινόκολλας, να ανταλλάσσουν μεταξύ τους ακατάληπτα μουγκρητά και να βάζουν βίντεο με τα γκολ του "Θρύλε Θεέ μου-Ολυμπιακέ μου". Καμμιά άλλη ομάδα δεν διαθέτει εκπομπή τόσο ευρείας απήχησης, διότι -πολύ απλά- κανείς οπαδός άλλης ομάδας δεν θα ανεχόταν ένα τόσο τραγικό θέαμα.

Και επειδή οι γαύροι παραμυθιάζονται εύκολα, χειραγωγούνται ακόμη πιο εύκολα, μέσω της άνω εκπομπής, καθώς και της πατσαβούρας που ακούει στο όνομα «Πρωταθλητής» (πες μου ποιος είναι ο εκδότης σου, να σου πώ ποιός είσαι). Είναι πραγματικά εντυπωσιακό, με πόση ευκολία περνάει η εκάστοτε γραμμή της διοίκησης προς τα κάτω και πόσο αδιαμαρτύρητα σκύβουν όλοι τους το κεφάλι όταν μιλάει ο Πρόεδρος.

Οι γαύροι, στην πλειοψηφία τους, είναι κακομαθημένα σκατόπαιδα. Ανώριμα, που δεν ανέχονται την ήττα και όταν αυτή έρχεται αντιδρούν ως αυτό που είναι : Σκατόπαιδα. Και βέβαια, είναι και συλλέκτες. Αυτό είναι ίσως το πλέον θεμελιώδες χαρακτηριστικό τους. Αναπνέουν για τη στιγμή που θα προσθέσουν έναν ακόμη τίτλο στο ένδοξο παλμαρέ τους. Δεν τους ενδιαφέρει ούτε το μέσον ούτε η διαδικασία παρά μόνον η ιστορική καταγραφή/πίστωση του κατάστιχου των διακρίσεων με μια ακόμη τέτοια. Δεν διστάζουν άλλωστε να το ομολογήσουν με κυνισμό, ότι το μόνο που μετράει είναι το «τί θα γράψει η ιστορία».

Το παραμύθι με τους «λεβέντες-παιδιά του Πειραιά» έχει τελειώσει εδώ και τριάντα χρόνια. Το ασπρόμαυρο νοσταλγικό σκηνικό, με φόντο το παλιό Καραϊσκάκη, με Μουράτηδες, Ρωσσίδηδες, Μπέμπηδες, Σιδέρηδες και με μουσική υπόκρουση τη φωνή της Μελίνας, αφορά μια άλλη ομάδα, τον Ολυμπιακό Πειραιώς. Άλλο Ολυμπιακός Πειραιώς, άλλο Θρύλος. Ο Θρύλος είναι μεταγενέστερη κατασκευή, ένα αυθαίρετο αρχιτεκτονικό εξάμβλωμα που ξεκίνησε να το χτίζει ο Νταϊφάς στις αρχές του ’80.
Μια φορά, το ’83 νομίζω, έπαιζε τελευταία αγωνιστική ο Θρύλος στο Καραϊσκάκη με τη Δόξα Δράμας. Αδιάφορο παιχνίδι, αφού το πρωτάθλημα το είχε ήδη εξασφαλίσει ο Θρύλος, από πριν. Ήταν όμως βλέπεις ο Αναστόπουλος διεκδικητής του Χρυσού Παπουτσιού και ήθελε ένα γκολ για να το πάρει. Ξεκινάει το ματς, ψόφιος ο μουστάκιας. Είδε και απόειδε ο διαιτητής, σφυράει πέναλτυ, να το βάλει ο κοντός να τελειώνουμε. Μη ρωτήσεις τώρα τί είδους πέναλτυ. Ολυμπιακίσιο, αυτό αρκεί. Παίρνει φόρα ο Αναστό, σουτάρει, πάρτο κάτω το περιστέρι. Νεκρό. Δεύτερο ημίχρονο. Ακόμη πιό ψόφιος ο κοντός. Ξαναείδε και απόειδε ο διαιτητής, ξανασφυράει πέναλτυ. Και πάλι μη ρωτήσεις τί είδους πέναλτυ. Ξαναπαίρνει φόρα ο Αναστό, ξανασουτάρει, αλλά την μπαλιά την τρώει στ αρχίδια ένας φουκαράς που πούλαγε «μαντολάτο-πασατέμπο-έλα παιδιά!», από πίσω, στην 7. Πέφτει κάτω ο μεροκαματιάτης και βαστάει τα’ αχαμνά του, μουγκανίζοντας σαν το μοσχάρι. Πέσανε κάτω μαντολάτα, πασατέμποι, μια τραγωδία. Περνάει η ώρα, γκολ δεν μπαίνει. Ξανα-ματα-είδε και απόειδε ο διαιτητής, ξανα-ματα-σφυράει πέναλτυ. Α, μπράβο, δεν ρώτησες τί είδους πέναλτυ, μαθαίνεις σιγά-σιγά. Να γελάνε τα τσιμέντα, τέτοιο πέναλτυ. Ξανα-ματα-παίρνει φόρα ο Αναστό, ξανα-ματα-σουτάρει, γκόλ. Το πήρε το χρυσό παπούτσι ο Αναστό. Όσο για τον φουκαρά τον μαντολάτο, ήρθε φορείο και τον πήρε και όπως τον απομάκρυναν ήταν από πίσω ο Τσουκαλάς -πιτσιρικάς τότε- να χοροπηδάει σαν τη μαϊμου και να του ουρλιάζει χαιρέκακα του τραυματία «άντε γειά ρε, άντε γεια!». Όπως στα λέω. Έπειτ’ απ’ αυτό, άλλο παιδί δεν έκανε ο κακομοίρης ο πασατέμπος και ίσως καλύτερα, διότι είχε ήδη πέντε.

Την οικοδομή του Νταϊφά, την παρέλαβαν ημιτελή οι Κοσκωτάς και Σαλιαρέλης και τελικά την παρέδωσαν, στα μπετά ακόμη και με σοβαρά δομικά προβλήματα, στον εθνικό εργολάβο Ρόκκο –χωρίς τ’ αδέλφια του-, ο οποίος τη σήκωσε σε ουρανοξύστη, ισοπεδώνοντας κάθε παράγκα της περιοχής, πλήν βέβαια της δικής του. Ο αντίλογος, ότι δηλαδή το ξεπάτωμα του αθλήματος το είχαν ξεκινήσει πρώτοι οι Βαρδινογιανναίοι, δεν ενδιαφέρει εδώ χάμω. Διότι δεν μιλάμε για το ποιος έκανε πρώτος ή τα μεγαλύτερα εγκλήματα, μιλάμε για την αντίδραση της κοινής γνώμης στα εγκλήματα αυτά. Και η αντίδραση του «Λαού του Θρύλου» είναι όχι απλώς ενθαρρυντική, όχι απλώς προτρεπτική, αλλά απαιτητική/επιτακτική : -Πρόεδρε κάνε ΤΑ ΠΑΝΤΑ για να έρθει ο τίτλος στο λιμάνι. Έτσι γαλουχήθηκε μια γενιά ολόκληρη πιτσιρικάδων, που μετά έγιναν κι αυτοί πατεράδες και πέρασαν το ίδιο μήνυμα στα παιδιά τους, ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. «-Μπαμπά, με κοροϊδεύουν στο σχολείο ότι ο Θρύλος πήρε πέτσινο πρωτάθλημα». «-Δεν πειράζει παιδί μου, από τη ζήλεια τους τα λένε, εσύ να τους πεις ότι σημασία έχει τί θα γράψει η ιστορία».

Τί θα γράψει η ιστορία. ‘Εχουν την ψευδαίσθηση ότι η αληθινή ιστορία γράφεται σε μια αράδα, εγχάρακτη σε κάποια μπρούτζινη πλακέτα, πχ. «ΟΣΦΠ –Νταμπλούχος 2008-2009». Κούνια που σας κούναγε. Η ιστορία, χαϊβάνια, καταγράφει ΤΑ ΠΑΝΤΑ, έως και τις πλέον ασήμαντες λεπτομέρειες. Ανθρωπάκια-διαιτητάκια, πιό μικρά σε μέγεθος από τους Λιλιπούτειους του Γκιούλιβερ, πέρασαν στην ιστορία ακριβώς εξαιτίας σας. Κατέστησαν «αλήστου μνήμης», χάρη σε σας, ειδάλλως κανείς δεν θα τους θυμόταν σήμερα. Η ιστορία έχει μνήμη ελέφαντα. Το εάν εσείς έχετε επιλεκτική, είναι άλλο ζήτημα.

Τί θα γράψει η ιστορία. Αυτό μετράει μόνο. Η λογική αυτή εξαπλώθηκε στη νεοελληνική κοινωνία σαν γάγγραινα. Η κότα έκανε τ’ αυγό ή το αυγό της κότα ; Εννοώ, ήταν η νοοτροπία των Ολυμπιακών που διαχύθηκε σταδιακά προς πάσα κατεύθυνση ή απλώς ο μέσος γαύρος κατέστη –λόγω ιδιοσυγκρασίας- ο ιδανικός υποδοχέας και ξενιστής μια ήδη υποβόσκουσας άρρωστης αντίληψης ; Όπως και να έχει το πράγμα, κανείς δεν μπήκε στον κόπο να ακρωτηριάσει το μολυσμένο μέλος, πριν να είναι πολύ αργά. Στο τέλος, όλοι πιά νοιάζονταν μόνο για το τι θα γράψει η ιστορία. Μετάλλια θέλαμε ; Φέρναμε κάμποσους Αλβανούς, τους ντοπάραμε σαν άλογα και να ΄σου τα μετάλλια. Η ελληνική ομάδα άρσης βαρών από τις καλύτερες στον κόσμο. Το έγραψε η ιστορία. Ναι, καλά, για δες τι γράφει ΤΩΡΑ η ιστορία, γι’ αυτήν την βρώμικη ιστορία. Ο Κεντέρης, ο "μεγάλος λευκός". Το έγραψε η ιστορία. Μόνο που δεν ήξερε να οδηγεί σκουτεράκι και έπεσε το παιδί και χτύπησε το γόνα του και το κλαίει η νόνα του. Εμ, η άλλη η συνεπιβάτις, που ξουριζόταν κόντρα με γαλλική φαλτσέτα και κατουρούσε όρθια ; Άλλος "μεγάλος λευκός" αυτή. Ειρηνικός ωκεανός καταντήσαμε, από τους πολλούς μεγάλους λευκούς. Αυτοί πήρανε στρατιωτικά γαλόνια, βενζινάδικα, άδειες ΟΠΑΠ, φράγκα, ό,τι θες. -Εμείς τι πήραμε στο τέλος-τέλος ; -Θες να σου πώ ή να σου δείξω ; Να τους πιάσουμε όλους αυτούς, έναν-έναν, ώστε να δούμε τί θα γράψει τελικά ΓΙΑ ΜΑΣ η ιστορία ;

Και στο τέλος, γίναμε όλοι Ολυμπιακάρες. Αναίσθητοι, ανάλγητοι, μόνο να κλέψουμε τη νίκη θέλουμε, αυτό μόνο. Ο Ολυμπιακός και το Αιγάλεω, κι όλοι οι άλλοι να ‘πα να γαμηθούνε, που ΄λεγε και «το Γουρούνι», για όσους έχουν υπ’ όψη τους. Σωστά το είχε θέσει το Γουρούνι. Σε μια πρόταση ενσωμάτωσε ολόκληρη τη φιλοσοφία του Νεοελληναρά. Ο Ολυμπιακός και η πάρτη μας κι όλοι οι άλλοι να ‘πα να γαμηθούνε. Να το σηκώσουμε ρε, να το βάλουμε στη βιτρίνα, αυτό μόνο. Διότι, πάνω απ’ όλα, μετράει η βιτρίνα.

Κάθε νέος παίκτης που περνάει από του Ρέντη, υποβάλλεται –είναι βέβαιο- σε εντατικό φροντιστήριο. «-Τη βλέπεις τη γραμμή της περιοχής ; Μόλις την περάσεις, βουτάς χάμω, σφαδάζοντας σα να σε χτύπησε κεραυνός» (μόνο στον Ίβιτς είχαν ξεχάσει να του το πούν και έτσι αυτός, αυτοσχεδιάζοντας, βούταγε και ΠΡΙΝ περάσει τη γραμμή, αλλά δεν πειράζει, το ίδιο ήταν, ούτως ή άλλως το τσιμπούσε το πεναλτάκι κι αυτό μετράει). Παρατηρούσα προχτές αυτόν τον Τζόρτζεβιτς. Ο σπορτκάστερ να τον αποκαλεί διαρκώς «ο Μεγάλος Αρχηγός» κι «ο Μεγάλος Αρχηγός». Ναι, ο μεγάλος αρχηγός Τζερόνυμο, της φυλής των Απάτσι Τσιρικάουα. Βρε, άει παράτα μας, σαχλαμάρα. Τον παρατηρώ που λες, την ώρα που βγαίνει η δεύτερη κίτρινη στον Γκαλέττι. Ο καψερός ο Γκαλέττι, δεν είχε πάρει μυρωδιά ότι είχε φάει ήδη κάρτα, φαινόταν στο βλέμμα του. Το άλλο το λαμόγιο όμως, ο Τζερόνυμο, είχε πέσει πάνω στον διαιτητή και διαμαρτυρόταν, λες και δεν ήξερε για την πρώτη κάρτα. Μα ήταν τόσο ξεκάθαρο στα μάτια του ότι κοροϊδεύει, που εάν ήμουν εγώ στη θέση του Κάκκου, θα τον απέβαλα επιτόπου κι αυτόν. Είχε το πονηρό μισοκακόμοιρο βλέμμα του Γιούγκου πορτοφολά, που μόλις τον έπιασαν επ’ αυτοφώρω, με το πορτοφόλι πάνω του και τώρα κάνει τον ανήξερο. Μα τί λαμόγιο ! Τέτοιους τύπους γουστάρει ο γαύρος. Να κοροϊδεύουν εν ψυχρώ. Να βουτάνε στα ψέμματα, να διαμαρτύρονται, να κάνουν κάθε λογής καραγκιοζιλίκια για να επηρεάσουν το κοράκι. Επίσης, γουστάρουν αλητόπαιδα τύπου Καστίγιο ή ψευτοπαληκαράδες τζάμπα μάγκες, τύπου Ανατολάκη. Αυτοί είναι τ’ αγαπημένα τους παιδιά, συν οι πορτοφολάδες γιούγκοι. Κάτι ξενέρωτους, τύπου Darbyshire, στην πραγματικότητα δεν τους κάνουν κέφι, όσο χρήσιμοι κι αποτελεσματικοί και αν είναι. Επειδή ξέρουν ότι ο Εγγλέζος, από τη φύση του, δεν υπάρχει περίπτωση να πέσει κάτω στην περιοχή και να σέρνεται σαν τον παραπληγικό της Καπερναούμ, εάν δεν τον έχουν σπρώξει στ’ αλήθεια. Πράγμα που σημαίνει ότι δεν είναι «δικός μας». Άρα δεν μας κάνει. Και για αυτό θα φύγει νύχτα.

Να μη νομίζει κανείς ότι τα παραπάνω τα γράφω από πικρία, επειδή πήρε ο Ολυμπιακός το Κύπελλο, προχτές. Όχι ρε. Μαγκιά του και με γειά του. Να το βάλει κι αυτό στη βιτρίνα ή όπου αλλού κρίνει σκόπιμο. Στο κάτω-κάτω, σιγά το θηρίο που σκότωσε, για να το πάρει αυτό το κυπελλάκι. Είδες όμως ένα πράγμα ; Και στα ίσα να κερδίζει ο Θρύλος, κανείς πλέον δεν του το αναγνωρίζει, κανείς δεν τον χειροκροτεί. Και αυτή είναι τελικά η μεγαλύτερη τιμωρία.

Κυριακή, 3 Μαΐου 2009

Φώντας, ο φιλότιμος





Ο Φώντας ήτανε τύπος μερακλαντάν. Αλέγρος, γλεντζές, όξω καρδιά. Είχε κι εξοχικό στη Λούτσα ο Φώντας. Μεροκαματιάρης άνθρωπος, αλλά με ιδρώτα κι οικονομία το πανωσήκωσε το παράνομο. Στη ζούλα ,βέβαια, και με το σχετικό μπαχτσίσι ,αλλά ο Φώντας θα έκανε σημαία τη νομιμότητα; Κι όταν άνοιγε ο καιρός, ο Φώντας, καρδιά πατάτα είπαμε, καθάριζε τις σχάρες του, γυάλιζε τις σούβλες του, έπλενε τα πινέλα του, γάνωνε τις πηρούνες του, ακόνιζε τα μαχαίρια του, πέρναγε απ’ το Βαγγέλη το χασάπη, συμμαθητής εκ του δημοτικού ο Βάγγος, φόρτωνε τις μοσχαρίσιες του, τις χοιρινές του, τα ψαρονέφρια του, τα λουκάνικά του και κάνα κοτοπουλάκι, ένεκα οι κυρίες που κάναν δίαιτα, και βουρ για το εξοχικάκι.
Ξεχορτάριαζε που λες ο Φώντας, έκαιγε κάτι ξερά, πασάλειβε με λίγο μίνιο τα κάγκελα, ξαμολούσε και την κυρά να ξεβρωμίσει το παράνομο και τσουπ έτοιμος ο Φώντας για τα μπαρμπέκια του.
Για χρόνια πολλά, ίδια η παρέα του Φώντα. Οι κουμπάροι, ο Νιόνιος κι ο Λεωνίδας. Φίνα φιλαράκια ,γι’ αυτό και κουμπαριάσανε. Μαστόρια από τα λίγα κι οι δυό. Έπαιρνε το ξύλο ο Νιόνιος και του μίλαγε. Και να σου να μεταμορφώνεται σε καρέκλα μέγκλα, σε καναπέ χαϊλίδικο, σε πολυθρόνα τσίλικη. Αλλά κι ο Λεωνίδας πίσω δεν πήγαινε. Τουμποφλό περιωπής. Λούκι δεν του αντιστεκόταν, σωλήνα δεν του παράβγαινε.
Ζουμπουρλού η γυναίκα τού Φώντα. Γκομενάκι ζάχαρη στα νιάτα της. Μα και στα μεστωμένα της, το παραβίαζε το στοπ. Όχι, μην πάει το μυαλό σου στο κακό. Στέναζε η κρεβατοκάμαρα τού Φώντα. Αλλά τού Φώντα και μόνον τού Φώντα. Μια ντουζίνα κρεβάτια είχε αλλάξει ο Φώντας στη διάρκεια τού εγγάμου βίου του. Κι ας τα ‘χε φτιάξει ο κουμπάρος ,ο μερακλής, ο Νιόνιος. Τα ‘σπαγε η Τασία, η κλινοχαλάστρω.
Είχε πιάσει κολλητιλίκια , που λες, η Τασία με μια φρέσκια γειτόνισσα τελευταίως. Τού Φώντα δεν του καλοκαθότανε ο τύπος της ,αλλά χατίρι τής Τασούλας δεν τής χαλούσε. Κι έτσι μπαινόβγαινε πολύ στο σπίτι η καινούργια.
Κάτι οι κουβέντες της Τασούλας , κάτι το ευγενικόν τού χαρακτήρος τού Φώντα, και μπαστακώθηκαν στο εξοχικό οι γείτονες. Χαιρετούρες, «τα καλύτερα έχουμε ακούσει για τους κουμπάρους απ’ τα παιδιά», «ναι, μας έχει πει και μας η Τασούλα τί καλοί γειτόνοι που 'στε», «φέραμε και προφιτερόλ απ΄τη Δέσποινα», «καλωσύνη σας, δεν ήτανε ανάγκη», κ.λ.π, κ.λ.π.
Στρώνει τις σχάρες του ο Φώντας, απλώνει τα κοψίδια και ντουμανιάζει ο τόπος. Να σού σπάνε τα ρουθούνια οι μυρουδιές! Σερβίρει τα μεζεκλίκια της ,τα προεόρτια, η Τασούλα, ανοίγει και τα μπυρόνια ο Λεωνίδας, στρίβει το βόλιουμ στο φουλ ο Νιόνιος, ξεχύνεται η φωνάρα τού Πασχάλη (τού Τερζή, όχι τού τζιτζιφιόγκου), αντιλαλούν οι γειτονιές ,που λέει κι ένα άσμα.
Όλη αυτή την ώρα η γειτόνισσα κόβει βόλτες. Τη μια κατουριέται, «έχει μια περίεργη μυρωδιά το μπάνιο σου, Τασούλα μου, δε λες του Λεωνίδα να το κοιτάξει;», την άλλη θέλει να βοηθήσει στην κουζίνα ,«ένα σερβίτσιο να στο πάρει ο Φώντας, κρίμα είναι τέτοιες λιχουδιές να χαραμίζονται σ’ αυτά τα πιάτα», την παράλλη στριφογυρίζει ενοχλημένη τον κώλο της στην καρέκλα, «άβολες, Τασούλα μου, δε λες του Νιόνιου;»
Να μην τα πολυλέμε ,στην επιστροφή δεν πέρασε καλά ο Φώντας. Η βολική Τασούλα ,άλλος άνθρωπος. «Ρεζίλι γίναμε στους ξένους ανθρώπους, να βρωμάει η τουαλέτα, να πιάνεται ο κώλος τους, να πίνουν απ’ τα ποτήρια που σου κάνουν δώρο στο βενζινάδικο!». Φουντώνει ο Φώντας, ξεφυσάει σα χύτρα ταχύτητας, αλλά κάνει την κορόιδα. «Τόπο στην οργή!», σκέφτεται. «Θα της περάσει, της πήρε τα μυαλά η σκρόφα!».
Το βράδυ δεν τρίξανε οι σουμιέδες. Είχε πονοκέφαλο η Τασούλα. Κι ο Φώντας ,την επομένη, έλεγξε το λογαριασμό στην τράπεζα.

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2009

Malt





Βραδάκι ξεμπέρδευε. Δουλειά σκληρή κι υπεύθυνη. Καλοπληρωμένη, βέβαια, δεν είχε παράπονο. Πάντα έκανε μια ωριαία στάση ,στο μπαράκι δίπλα, πριν καταφύγει στην οικογενειακή θαλπωρή. Και τί θαλπωρή! Με ένα τζάκι να, με το συμπάθειο!
Βάρδια η Ασπασία. Πάντα η Ασπασία. Τη βόλευε αυτό το ωράριο, του είχε πει. Το πρωί έπρεπε να πάει το παιδί σχολείο. Το μεσημέρι να το πάρει, να του βάλει να φάει, να πουν τα καθημερινά. Γι’ αυτό δούλευε απόγευμα. Με το νου της στο κινητό για κάνα μήνυμα απ’ το παιδί.
«Το γνωστό;». Πάντα ρωτούσε, αν και ήξερε καλά πως η παραγγελία δεν θα άλλαζε. Και πάντα χαμογελούσε.
Τίγκα να ήταν το μαγαζί, η Ασπασία σκιζόταν να του το φέρει στο πιτς φυτίλι. Σκέτο, τα παγάκια χώρια. Ήθελε να τα βάζει μόνος. Ένα, δύο, τρία, ανάλογα με τα κέφια του. Κι όταν είχε τα ντέρτια του, κανένα. Το κατέβαζε σκέτο.
Αυτό ήταν το σύνθημα. Πώς στο διάολο το καταλάβαινε η Ασπασία και τσουπ , να σου το δεύτερο. Χωρίς να το ζητήσει. Τί στο καλό; Κρυφοκοίταζε, αν θα βάλει πάγο;
Κι άλλες απορίες είχε για την Ασπασία, αλλά δίσταζε να ρωτήσει. Φερ’ ειπείν. Πώς γινόταν κι είχε αυτό το μισοτελειωμένο χαμόγελο ; Το έβλεπες, πως ήταν κολοβό. Αλλά έπρεπε να προσέξεις πολύ και πολλές φορές. Τουτέστιν να είσαι πελάτης. Κι αν το έπιανες.
«Ε, καλά ρε παράξενε» ,αναρωτιόταν. «Γυναίκα μόνη, με ένα παιδί και στο μεροκάματο. Τί το περίεργο στο χαμόγελο;»
Κι όμως δεν ήταν έτσι. Το ήξερε πως δεν ήταν έτσι. Αυτό το χαμόγελο ήταν διαφορετικό. Επαγγελματικό δεν ήταν. Δεν διέκρινες την προσποίηση. Είχε παίξει πολλά χρόνια μπάλλα. Σέντερ μπακ. Δεν την έτρωγε εύκολα την ντρίπλα.
Ούτε οικειότητα εξέπεμπε. Δεν σου επέτρεπε να υπερβείς ένα όριο. Το οποίο καθόριζε η ίδια κάθε φορά χωρίς να μπορείς να κατανοήσεις γιατί το διαφοροποιούσε.
Μα ούτε και πίκρα ανέδιδε. Η πίκρα δεν κρύβεται. Είναι μαρτυριάρα. Καρφώνεται.
Λύπη; Μπα! Έτσι είναι οι λυπημένες; Χαμογελούν και σου ψιλοφτιάχνουν το κέφι; Μπα!
Τι σκατά χαμόγελο ήταν αυτό; Δεν θα το έβρισκε ποτέ.
«Το γνωστό;» Πρώτη φορά τον ακούμπησε στον ώμο. Και το χέρι της έκατσε εκεί, σα φιλικό άγγιγμα. Ξαφνιάστηκε. «Το γνωστό, Ασπασία. Το γνωστό».
Δεν το τράβηξε αμέσως το χέρι. Το άφησε να γλιστρήσει αργά μέχρι τη μέση του μπράτσου του έως ότου απομακρυνθεί. Δεν κατάλαβε γιατί, αλλά ανατρίχιασε.
Θα πρόσεχε τη συμπεριφορά της στο σερβίρισμα. Καμιά αλλαγή. Ούτε ακόμη κι όταν την κοίταξε παρατεταμένα στα μάτια. Πήγε να της πει κάτι, αλλά δείλιασε. Εκείνη κοντοστάθηκε στιγμιαία, κατάλαβε το δισταγμό του. Σκούπισε αργά ένα αδιόρατο σκουπιδάκι απ’ το τραπέζι και του ευχήθηκε .
«Στην υγειά σου!».
Μήνες περίμενε να ξανανιώσει εκείνο το χέρι. Μάταια.