Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2009

"Guru" - the clip


Παραγωγή : Guru Productions, 2009
Σκηνοθεσία : Θ. Αγγελόπουλος
Πρωταγωνιστεί η σαγηνευτική Aisha, πλαισιωμένη από πλειάδα διάσημων γκουρούδων
.


Το σενάριο, με δυό λόγια : Στο κέντρο που χορεύει η υπέροχη γκουρουδίνα Αϊσα, εμφανίζεται μια παρέα γκουρούδων, προκειμένου να διασκεδάσει. Ακριβώς στη σκηνή 0:53, στο κέντρο του καρρέ, διακρίνεται ένας ψηλός αρχοντάνθρωπος με τραγιάσκα, σαν Μπαγκλαντέζος Αντριάνο Τσελεντάνο (που σωστά μαντέψατε ότι είμαι εγώ), ενώ παραδίπλα μου, στα δεξιά μου, ο κοντός με το καβουράκι και το κασκώλ είναι ο Usound. To λαμόγιο με το μουστακάκι στα αριστερά μου δεν ξέρω ποιός είναι, κάποιος κομπάρσος, προφανώς.



Η παρέα γλεντάει, θαυμάζοντας τα λικνίσματα της υπέροχης Αϊσα, ενώ μάλιστα στο 1:18 διακρίνεται ολοκάθαρα ο άπληστος Usound, την ώρα που απλώνει τη χερούκλα του, να κωλοχεριάσει τη χορεύτρια, πλην όμως αστοχεί και πιάνει αέρα.


Εν συνεχεία, ανεβαίνουν στη σκηνή κι άλλες γκουρουδίνες και το θέαμα γίνεται φαντασμαγορικό. Η παρέα των γκουρούδων ξεφαντώνει κανονικά και μάλιστα, στο 2:05 η κάμερα παρακολουθεί τον Usound να βαράει παλαμάκια, σε έξαλλη μεν κατάσταση, αλλά χωρίς αυτή τη φορά ν' απλώνει τα κουλά του. Ομοίως, το λαμόγιο-κομπάρσος την έχει καταβρεί και χτυπιέται μόνος του, σαν χταπόδι.



Στο 3:00, η χορεύτρια εκδηλώνει την εμφανή της προτίμηση προς το ημέτερο πρόσωπο και με αρπάζει για χορό. Δεν αντιστέκομαι ιδιαίτερα. Να 'σου όμως από κοντά κι ο καβουράκιας ο Usound, ενώ βέβαια έχει στρειδωθεί και το λαμόγιο-κομπάρσος. -Πώς να χορέψει κανείς, υπ'αυτές τις συνθήκες ? Τέλος πάντων.



Το δεύτερο μέρος του κλιπ, απαρτίζεται από εξωτερικές λήψεις. Στο 3:33 ο Usound μου ανακοινώνει ότι έχοντας ακολουθήσει τις συμβουλές των ελλιοτικών του φόρουμ, πόνταρε όλα τα λεφτά μας σορτάροντας τον Dow στις 6.500 μονάδες, με τιμή-στόχο τις 3.500 μονάδες, όπως μας έλεγαν δηλαδή. Τα χάσαμε όλα. Από τα νεύρα μου, δίνω μιά και αναποδογυρίζω το δισκάκι που περιέχει τις τελευταίες μας οικονομίες (3:35), ενώ ακολουθούν στιγμές οδύνης και περισυλλογής, με φόντο την Αγιά Σοφιά (εδώ γεννώνται και μεγαλοϊδεατικοί συνειρμοί).



Όμως τότε, λες και ήσαν συνεννοημένοι, σαν δύο από μηχανής θεοί παρέα, Usound και λαμόγιο βγάζουν ξαφνικά κάτι λεφτά από τις τσέπες τους (αναρωτιέμαι πού τα βρήκαν...) και μ' αυτό το αρχικό κεφάλαιο πάμε και παίζουμε στην Εναλλακτική Αγορά της Ισταμπούλ (3:51), όπου σορτάρουμε αλύπητα ένα σαπάκι, την ΣΕΚΕΡ (3:56), μέχρι που την κλειδώνουμε στο -30% και χεζόμαστε στο τάλληρο, όπως αποδεικνύει και το ταμπλώ, πίσω μας. Γινήκαμε και πάλι πλούσιοι. Πληρώνουμε τις προμήθειες στον μουσουλμάνο broker (4:12) και την κάνουμε, φορτωμένοι μετρητό.



Στο σημείο αυτό, επανεμφανίζεται η χορεύτρια, που μυρίστηκε ψητό και της άνοιξε η όρεξη. Παίρνουμε το βαποράκι και πάμε όλοι παρέα (και το λαμόγιο μαζί, μπάστακας) στα Πριγκηπονήσια, να ζήσουμε σαν πρίγκηπες.


Εξαιρετική δουλειά, εύγε Θεόδωρε !




Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2009

Έλειωσα στο περπάτημα σήμερα...



Σ
την απόρρητη φωτογραφία που βούτηξα από το Reuters, διακρίνεται το U3-X, μια συσκευή «προσωπικών μετακινήσεων» που φτιάχνει η Honda. Από τότε που πέθανε το αφεντικό, ο γέρο-Σοϊχίρο, έχει χαθεί κάθε έλεγχος εκεί στην Honda και κατασκευάζουν ό,τι παπαριά τους κατέβει στο κεφάλι.


Α
υτή τη φορά σκαρφίστηκαν ένα σκαμπό, που στέκεται μόνο του όρθιο και τσουλάει πάνω σε μια ρόδα. Θρονιάζει τον κώλο του ο οδηγός στο σκαμπό και πάει όπου θέλει, με ταχύτητα έως έξι χιλιομέτρων την ώρα. Όχι ακριβώς σφαίρα, αλλά όχι και σα χελώνα.


Τ
ο μόνο που χρειάζεται να κάνει ο οδηγός είναι να γείρει το σώμα του προς την κατεύθυνση στην οποία θέλει να κινηθεί -ευθεία, πλάγια ή και όπισθεν.


Τ
ο πράγμα ζυγίζει δέκα κιλά, λειτουργεί για μία ώρα με κάθε φόρτιση της μπαταρίας λιθίου και προορίζεται -λέει- για ηλικιωμένους που θέλουν να κινούνται στο πεζοδρόμιο χωρίς να κουράζονται, όπως ισχυρίζεται η Honda.


K
αλοί μαλάκες είσαστε του λόγου σας, λέω εγώ.


Κ
ατ' αρχήν, με βάρος 10 κιλών, χλωμό το βλέπω να μπορεί να το σηκώνει ο γέροντας, όταν απαιτηθεί. Ας πούμε ότι έχει σκάψει η ΕΥΔΑΠ το πεζοδρόμιο και πρέπει να κατέβει ο γέρος από το εργαλείο, να κάνει το γύρο της λακούβας και να ξανακαβαλήσει. -Τί θα κάνει, θα φωνάξει τους πρόσκοπες να βάλουν ένα χεράκι ? Και σιγά μην έρθουν.


Έ
πειτα, είναι και το άλλο : Το φτιάξατε που το φτιάξατε, βρε άχρηστοι σχιστομάτηδες, χάθηκε ο κόσμος να βιδώσετε από πίσω έναν κοτσαδόρο, να σέρνει η γρηά το καροτσάκι της λάϊκής ? -Όλα εγώ θα σας τα λέω ?


Υ
πάρχουν κι άλλα θέματα. Εάν πχ έχει ξεχάσει ο μπάρμπας να το φορτίσει καλά -που θα έχει ξεχάσει, είναι βέβαιον- και απομακρυνθεί εποχούμενος καμμιά δεκαριά χιλιόμετρα από το σπίτι του, τί θα κάνει μετά ? Θα το ζευτεί στην πλάτη και θα το κόψει ποδαράτο ? Σιγά να μην τον αφήσουνε να μπεί στη συγκοινωνία με το μηχανάκι μαζί. Ουστ, ρε κάγκουρα, που μου θέλεις και λεωφορείο, έτσι θα του πούν.


Ε
πιπλέον, σκέφτηκε άραγε κανείς Ιάπων τί θα συμβεί εάν γεμίσουν οι αθηναϊκοί δρόμοι από χούφταλα με μηχανάκια ? -Φταίω εγώ σε τίποτε να την κόψω τη γρηά και να πληρώνω κανούργιο παρμπρίζ ? 'Η, ακόμη χειρότερα, να την πάρω από κάτω και να μου σπάσει κάνα ακρόμπαρο ? Είναι και γερά κόκκαλα, βλέπεις. Κορακοζώητες. Αλίμονο στ' αμάξι.

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2009

Για να βάλουμε τα πράγματα σε μία σειρά

Φίλες και Φίλοι, απλοί ψηφοφόροι του ΛΑΟΣ,

Ξεκινώ τη σημερινή ενημέρωση, με τη διαπίστωση ότι ο κ. Usound βρίσκεται στην κοσμάρα του. Μετά την χθεσινή κεφάτη ανάρτηση, με τίτλο «-Γέρο δέρνουμε ?», κάτι για έναν μπάρμπα που τον έκαναν τουλούμι στο ξύλο τρείς γερμαναράδες χουλιγκάνοι, ο Πέτρος, ο Γιόχαν κι ο Φρανς (ή Φριτς, όχι πως έχει έχει σημασία), σήμερα ξαναχτυπά, με ποτ-πουρί των σαρδάμ κοτζάμ Πρωθυπουργού.

Να επισημάνω ότι και τα δύο θέματα ήταν copy-paste, το μεν χθεσινό από παλαιό βιβλίο νεοελληνικών Γ΄ Γυμνασίου του ΟΕΔΒ, το δε σημερινό, από το κείμενο που έγραψε ο Κάτμαν για λογαριασμό του αυριανού Πρωθυπουργού.

Αντί λοιπόν ο κ. Usound να επικεντρωθεί στην ολοκλήρωση του project που ο ίδιος, προ ημέρων, εξήγγειλε, τώρα ασχολείται με αλλότρια.

Ως εκ τούτου, από τούδε κηρύσσω τον Usound σε κατάσταση προσωρινής (???) διανοητικής διαταραχής και πλήρους δικαιοπρακτικής ανικανότητας και αναλαμβάνω προσωπικά και αποκλειστικά τη διακυβέρνηση του βυθιζόμενου blog.

Ήδη, τώρα δα που μιλάμε, βρίσκεται σε εξέλιξη η πυρετώδης προσπάθεια δημιουργίας ενός νέου χώρου στέγασης περισσότερων bloggers, όλων των παλιών γνώριμων γκουρούδων που εκδήλωσαν ενδιαφέρον, αλλά και του «νέου αίματος», ήτοι των εκκολαπτόμενων γκουρούδων, που θα μεταγγισθεί στη συνέχεια.

Εκ των πραγμάτων, καθώς η απόπειρα λήψης αποφάσεων δια βοής θα οδηγούσε πιθανότατα σε αδιέξοδο, οι βασικές ενέργειες πραγματοποιούνται από ένα ολιγομελές διεκπεραιωτικό (sic) σχήμα. Δηλαδή, από εμένα και τον Αλέκο. Υποτίθεται ότι θα βοηθούσε και ο Usound, αλλά αυτός τώρα ξεσκονίζει στην αποθήκη του κάτι παλιά αλφαβητάρια της α’ δημοτικού, αναζητώντας θέμα για την επόμενή του ανάρτηση (που βέβαια, ως μοναδικός πλέον Master & Commander, δεν θα επιτρέψω να γίνει ποτέ).

Έλεγα λοιπόν, ότι πρώτος στόχος, εφικτός, είναι η δημιουργία ενός εύχρηστου και λειτουργικού περιβάλλοντος, με αξιόλογες δυνατότητες και προοπτικές επέκτασης. Ενός χώρου ελκυστικού, που να προδιαθέτει θετικά για μόνιμη εγκατάσταση των απανταχού κατατρεγμένων γκουρούδων .

Κατ’ αυτό κιόλας το αρχικό στάδιο, κάθε νέα ιδέα είναι όχι απλώς ευπρόσδεκτη, αλλά πολύτιμη, ώστε –δίχως παρελθοντολογίες και γκρίνιες- να καταλήξουμε στο τί παρακρατούμε και τί απορρίπτουμε, βάσει των προηγούμενων εμπειριών μας.

Είναι σημαντικό να καταγράψουμε τώρα τί ακριβώς θέλουμε και τί όχι. Για παράδειγμα, ο γνωστός γκουρού με τα είκοσι χιλιάδες nicknames Βασίλης-Αντ, ζήτησε να υπάρχει στην frontpage ένα ticker με τις τιμές των μετοχών. Λογικό το αίτημά του, αφού κι εγώ -εάν είχα ΠΕΤΖΚ- θα καθόμουν όλη την ώρα σε αναμμένα κάρβουνα. Παράλληλα, ο γκουρού του copy-paste Μπλουζμαν ζήτησε ένα ticker με κώλους βραζιλιάνικους, ενώ ο γκουρού της παγκόσμιας λογοτεχνίας Yannis K. επιμένει σ’ ένα ticker με στίχους του Καββαδία. Δεν γίνεται όμως να βάλουμε εκατόν πενήντα τέσσερα tickers στην frontpage. Πρέπει ν’ αποφασίσουμε ποιά και πόσα tickers θα χρειαστούμε, με γνώμονα τις ανάγκες της πλειοψηφίας. Ένα απλό παράδειγμα έφερα, ώστε να γίνω κατανοητός σε όλους εσάς, τους τσουρουκάδες της πληροφορικής.

Κοινή επιδίωξη, όπως έχω καταλάβει, είναι κατ’ αρχήν ένας μπλογκο-πολυχώρος, με σαφείς και λεπτομερείς όρους χρήσης. Το μόνο βέβαιον είναι ότι από δω και στο εξής, κανένα αφεντικό δεν θα μπορεί να καρπαζώνει τους bloggers, ανάλογα με τα ονείρατα που είδε το προηγούμενο βράδυ, λες και του είναι ψυχοπαίδια, λες και του είναι παραγιοί. Από δω και στο εξής, είμαστε μοναχοπαίδια, είμαστε μοναχογιοί.

Εκπονείται ήδη ένα αχανές και δαιδαλώδες πλέγμα κανόνων δικαίου, εμπνευσμένο από τους Κώδικες του Χαμουραμπί, ώστε αφ’ ενός μεν καμμία χαμούρα να μην μπορεί να απειλήσει το Σύστημα, αφ΄ετέρου δε κανένα Σύστημα να μην μπορεί να απειλήσει τους bloggers. Είναι δε τόσο υπερκόσμια ιδιοφυιές αυτό το Σύστημα, ώστε αποτρέπει ακόμη και τον κίνδυνο να απειληθεί το Σύστημα από το ίδιο το Σύστημα. Σατανικό !

Προς το βράδυ, με χαρά (που λέει ο λόγος…) θ’ ακούσω τις απόψεις σας και θ’
απαντήσω διεξοδικά σε όλες τις απορίες σας.


(εάν βέβαια το θέμα δεν έχει υποσκελισθεί, από καμμιά νεώτερη ανάρτηση του Usound, όπως πχ το σχολικό ποίημα του Ι. Πολέμη «Στο λιβάδι ξεχασμένος ένας γάιδαρος βοσκούσε, τίποτ' άλλο δεν ζητούσε ο καημένος». –Μα πού πάει και τα βρίσκει ο άνθρωπος ?)

Kραυγή απόγνωσης


Ο «ελληνικός εργαζόμενος» βρίσκεται σε δεινή θέση. Χρειάζεται «να αναπτύξουμε την ανάπτυξη» και να καταστήσουμε διαφανή την αδιαφάνεια. Να πιάσουμε τ' άλογο απ’ τα κέρατα και να αφοσιωθούμε στα «κυριαρχικά θέματα» που τον απασχολούν. Όχι φρούδα λόγια και κούφιες ελπίδες. Λάδι!!!!!!!!!! Ο κύριος «Καραμαλής» είναι επικίνδυνος και πρέπει να επέλθει. «Πάση Θεού»!

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2009

Επεισόδιο





Το δρομάκι ήταν ήσυχο, σαν απελπισμένο και ορφανεμένο. Μεγάλες λακκούβες καταμεσής του, γεμάτες νερό της βροχής, θαμποφέγγιζαν κάτω από το αρρωστεμένο ηλιόφωτο, που πάσκιζε να ξεσκίσει την πηχτή συννεφιά. Στην πέρα γωνιά, εκεί που άρχιζε η άσφαλτος του μεγάλου δρόμου, σωριασμένα σκουπίδια, κουρέλια, χαρτιά κι αποκαΐδια και σάπιες φλούδες, ανάδιναν τη βαριά και ξινή μυρουδιά τους. Το κορίτσι κοντά στο παράθυρο προσπαθούσε να συνεφέρει κάποιο κουρέλι με τη βελόνα του. Ένα χειμωνιάτικο πουλάκι στάθηκε στα σκουπίδια, τσίμπησε μια φλούδα και πήγε να κοιτάξει τον κόσμο πάνω από 'να γερμένο κεραμίδι.

Απελπισμένο κι ορφανεμένο ήταν το δρομάκι. Κι έτυχε τότε να 'ρθει και ν' ανασάνει εκεί δα χάμου ο άνθρωπος που περπατούσε από τα βαθιά χαράματα, φέρνοντας λογής λογής φρύγανα και σαρίδια από το βουνό. Μια παλιοκασόνα με δυο ρόδες στο πλάι ήταν το έχει του· τη ζεύτηκε ο ίδιος και το παιδί ίσαμε δεκατεσσάρω χρονώ, την έσπρωχνε από πίσω. Κι ίδρωναν κι αγκομαχούσαν κι οι δυο. Το μεγάλο παιδί έρεβε δυο μήνες στη φυλακή – μέρα τη μέρα καρτερούσε την εχτέλεση, που θα το λύτρωνε από τα δεινά του. Τα βάσανά του ήταν αμολόγητα, τι βελόνες στα νύχια και τι αναμμένες εφημερίδες και τι σούρσιμο πάνω στα χαλίκια με την κοιλιά – μα εκείνο δεν άνοιγε το στόμα του, μήτε που παραπονιόταν, μήτε που μετάνιωνε για τίποτε, μόνο καρτερούσε ήσυχα την ώρα που θα ‘παιρναν ένα τέλος όλα τούτα, μ’ ένα βόλι στην καρδιά, μ’ ένα βόλι στο καθάριο μέτωπο της θυσίας. Ο χειμώνας ήταν βαρύς, η ντουλάπα με τις ψαλιδισμένες εφημερίδες άδεια, το τζάκι σβηστό – μια μούχλα και μια υγρασία, κάτι σαν την ανάσα της πείνας, είχε κατακάτσει απάνω σ’ όλα και δεν έλεγε να ξεσηκωθεί από κει. Έτσι ο γέρος τ’ αποφάσισε να πάει να μάσει χόρτα και ξύλα. Τόσοι και τόσοι έκαναν κάθε μέρα το ίδιο. Ξεκινούσαν για το βουνό με τα πόδια γυμνά, μ' ένα τσουβάλι στην πλάτη, με μια κασόνα ξεγοφιασμένη· σαν τύχαινε και μπορούσαν να βοηθήσουν και τα παιδιά, στον πηγεμό τα βάζανε μέσα και τα σούρνανε -κι ύστερα έσπρωχναν κι εκείνα στο γυρισμό από πίσω. Μα ο δρόμος ήταν μακρύς - Θε μου, τι ατέλειωτους δρόμους έχει η γη σου! Κι εκεί έξω τα χωράφια πρασίνιζαν, τα νεράκια μουρμούριζαν, μα η συννεφιά ήταν πάντα βαριά και πηχτή, σαν μια πίκρα που πλάκωνε την καρδιά. Θρήνος σ' έπιανε να κοιτάς τα σπαραγμένα πεύκα, τ' αποκαΐδια, τους μαύρους λόφους που ξεμάκραιναν ίσαμε τη θάλασσα. Οι λοτόμοι ξεστήθιαζαν τις ανηφοριές, ξεχέρσωναν τις λαγκαδιές. Ήταν άλλης λογής άνθρωποι τούτοι! Γέμιζαν τα κάρα τους με τα χοντρά άλογα από το πράσινο δάσος και φεύγανε, φεύγανε τραγουδώντας. Και την άλλη μέρα ξανά· και δεν άφηναν δέντρο για δέντρο, μονάχα τη γη σακατεμένη -και τη νύχτα να τη δέρνει αλύπητα η βροχή και, σα να μην την καταπίνει, σαν να τη βγάζει από τα σπλάχνα της η ίδια, μια θάλασσα δάκρυα και μια λάσπη γλιστερή που γέμιζε πατημασιές, καθώς ανοιχτές λαβωματιές πάνω σ' ένα καταπληγιασμένο κορμί. Και τότε το πάθος των ανθρώπων έσμιγε με το πάθος της γης- χορτάρι δεν πρόφταινε να φυτρώσει κι ο πεινασμένος το συμμάζευε στο σακούλι του τρέμοντας μην τον ξεκρίνει από πουθενά και τον διώξει σαν το τυραγνισμένο σκυλί ο δυνάστης λοτόμoς. Μα, όσο και να πεις, ήταν μια παρηγοριά αυτή η στέρηση που έδενε τον άνθρωπο με τα πράματα κι η πίστη, πως κάποια μέρα πίσω από εκείνους τους λόφους θ' ανέβαινε ένας ήλιος φλογάτος και θα ξυπνούσαν οι τάφοι κι από στεριές κι από θάλασσες θα ξεχυνόταν το καινούριο τραγούδι, μια μέρα χαρούμενη, που δεν θα 'χε πια τελειωμό.



Το καροτσάκι βρισκόταν παρατημένο σύρριζα στο στενό πεζοδρόμιο. Ο άνθρωπος σφούγγιζε τον ιδρώτα του με το κουρελιασμένο μανίκι και το παιδί ξεκουραζόταν κοντά στο παράθυρο, κάτου από το κορίτσι με την ασταμάτητη βελόνα. Το σακούλι με τα χόρτα ήταν γεμάτο και το καροτσάκι ήταν γεμάτο - θα μπορούσαν όπως όπως να την περάσουν και τη μέρα τούτη και τώρα που ανακάλυψαν το βουνό η ελπίδα δεν ήταν χαμένη. Το παιδί ξέκρινε κιόλας μια φρέσκια φλούδα πορτοκαλιού στα σκουπίδια και χίμηξε να την αρπάξει, σαν να φοβόταν μην τύχει και βρεθεί περαστικός στο ειρηνεμένο δρομάκι και του την πάρει. Κάθισε κει δα πέρα και ξεσκάλιζε· βρήκε κι ένα κόκαλο, πασαλειμμένο παχιά λάσπη και το 'πλυνε στη λακκούβα καταμεσής, στο νερό της βροχής, και το τραγάνιζε ευτυχισμένο. Σ' ένα ξεκοιλιασμένο κουτί κονσέρβας φέγγιζε κάτι σαν υποψία λαδιού και το συμμάζεψε κι εκείνο και το 'δειχνε στον πατέρα του σαν πλούσιο βρετίκι, χάρισμα μοίρας πονόψυχης. Ήταν μια σοβαρή δουλειά να ψάχνεις, ολοένα να ψάχνεις στο σωρό τα σκουπίδια και ν' απλώνεις το χέρι ολοένα βαθύτερα και να πασπατεύεις ζητώντας το θησαυρό, που δεν τ' αποφάσιζε να βρεθεί -μα κιόλας κάτι του 'λεγε του καθενός πως υπάρχει.



Κι ήταν ολότελα δοσμένο σε τούτη τη δουλειά το παιδί· και δεν άκουσε τίπoτα. Μήτε ο πατέρας άκουσε τίποτε, προσπαθώντας να ζευτεί πάλι το καροτσάκι και να ξεκινήσει για πάρα πέρα. Έπαιρνε και να μεσημεριάζει και συλλογιόταν πως θα έπρεπε στο σπίτι ν' ανάψουν φωτιά να ζεσταθούνε και μια σταλιά και να βράσουν τα χόρτα. Κάποιος γείτονας του είχε πει τις προάλλες πως έριχνε μέσα στο τσουκάλι πεντέξι ελιές και το χόρτο έπαιρνε τη μυρουδιά του λαδιού και νοστίμιζε. Σαν δύσκολο πράμα να βρεις τι ελιές! Μα μπορεί στο τέλος ο γείτονας να 'χε ακόμα καμπόσες. Όλα τυχαίνουν -και τα πιο απίστευτα- σε τούτο τον κόσμο καμιά φορά! Δε συλλογιόταν άλλο τίποτε από τούτο, καθώς ζευόταν το καροτσάκι σαν έπεσαν μονομιάς στο δρομάκι οι λαστιχένιοι τροχοί κι ένα σούσουρο έκαμε το πουλί, που στεκόταν ακόμα στο κεραμίδι του, να πετάξει αλλοπαρμένο πέρα στην άσφαλτο, μακριά. Πίσω από το κρύσταλλο, στ' αυτοκίνητο, άστραψε ένα φαρδύ κατακόκκινο πρόσωπο, οργισμένο. Καθόταν κι ένα κορίτσι δίπλα του και μασούσε μια σοκολάτα χαμογελώντας. Το καροτσάκι σείστηκε σύγκορμο, μα ήταν κολλημένο γερά στη λάσπη και δεν έλεγε να ξεκινήσει από κει. Κι ο άνθρωπος ζεμένoς αγκομαχούσε και τιναζόταν κι εκείνος σύγκορμος και στέριωνε τα πόδια ολάνοιχτα πίσω και πάσκιζε να τραβήξει μπροστά με το φαγωμένο κορμί τεντωμένο σαν ένα τόξο και τ' αριά άσπρα γένια του ξαναγέμισαν ιδρώτα μονομιάς και τα μάτια του συννέφιασαν και δεν μπορούσαν τίποτε πια να ξεκρίνουν. Το χοντρό πρόσωπο μούγκριζε πίσω από το κρύσταλλο και φοβέριζε και βλαστημούσε σ' άγνωρη γλώσσα. Είχε γίνει πια γαλαζοκόκκινο και γαλάζωνε ολοένα, κι ο κοντός λαιμός ανασηκωνόταν ανυπόμονος μπροστά σε τούτο το εμπόδιο τ' αναπάντεχο. Το κορίτσι μασούσε τη σοκολάτα του και χασκογελούσε. «Τι χαριτωμένος γινόταν αυτός ο Φριτς, όταν θύμωνε!» Μα το πράμα δε βάσταξε πολύ. Ο Φριτς κατέβηκε από τ' αυτοκίνητο αλαφιασμένος· οι μπότες του άστραψαν καλογυαλισμένες, άστραψαν τα μάτια του σκοτεινά και τα χείλη του μούγκριζαν, μούγκριζαν. Το 'πιασε το γεροντάκι, λιγνό σαν το φρύγανο, και το ‘στησε στον τοίχο πλάι στο παράθυρο του κοριτσιού που ανατρόμαξε και κρύφτηκε μέσα κι άρχισε να το δέρνει το γεροντάκι, να το χτυπάει όπου έβρισκε με γροθιές και κλοτσιές κι ολοένα να φρενιάζει περισσότερο. Το παιδί σωριάστηκε πάνω στα σκουπίδια και βάλθηκε να κλαίει τρομαγμένο και να κοιτάζει και να μην μπορεί να κουνήσει από τον τόπο του. Το γεροντάκι δεν έβλεπε πάρεξ δυο ασημένιους αϊτούς, ένα περιλαίμιο που ανεβοκατέβαινε μπροστά του -κι ένιωθε δυο χοντρά, ζεστά κομμάτια σάρκας να πέφτουν απάνω του σαν το φλογισμένο σίδερο· μα μήτε βόγκηξε μήτε άρθρωσε λέξη. Τo κορίτσι κατάπιε τη σοκολάτα του και ξεφώνισε: «Ντας ιστ γκενούχ, λίμπλιχε Φριτς, ντας ιστ γκενούχ!» Οι μπότες ξεμάκρυναν. Το χοντρό πρόσωπο είχε ξανάβρει τον εαυτό του, κάτι σαν γαλήνη και σαν ικανοποίηση. Ανέβασε το αυτοκίνητο σύρριζα στον τοίχο, στο αντικρινό πεζοδρόμιο, και πέρασε θριαμβευτικά, γεμίζοντας βαριά μυρουδιά μπενζίνας τ' ορφανεμένο δρομάκι.

Το κορίτσι με τη βελόνα άνοιξε την πόρτα, έπλυνε το πρόσωπο του γέρου με κρύο νερό, το σκούπισε με καθάρια πετσέτα· ήρθανε κι οι άλλες γειτόνισσες κι έφερε η μια ένα κομμάτι, ένα ελάχιστο κομμάτι ψωμί κι η άλλη το μπουκαλάκι με το ρούμι και πάσκιζαν να συνεφέρουν τον άνθρωπο που κακοπάθησε. Μα κάτω από τα μάτια το πετσί ήταν γαλαζόμαυρο και φουσκωμένο, λες κι από στιγμή σε στιγμή θα 'σκαζε και θα 'τρεχε από εκεί μέσα όλο το δάκρυ που δεν έβγαινε από την καρδιά. Το παιδί μπόρεσε τότε πια ν' ανασηκωθεί κι έπιασε τα χέρια του πατέρα και τα φιλούσε και του πασπάτευε το κορμί και γλυκά και θαρρετά του μιλούσε, σαν να γεννιόταν την ώρα εκείνη ένας αδάμαστος άντρας μέσα του. Ύστερα στάθηκε ολόρθο και κοίταξε πέρα κι είδε τη λάσπη σημαδεμένη από τα λάστιχα κι έβαλε όλη του την ψυχή στη ματιά· κι ήταν σαν να γέμισε το δρομάκι αχούς αναστάσιμους και ν' άνθισε η γης μονομιάς, μέσα στην καρδιά του χειμώνα, και τα χελιδόνια να σπάθισαν το γαλάζιο του ασυννέφιαστου ουρανού. Γιατί την ώρα εκείνη ένα βασανισμένο κι ανυποψίαστο παιδί έγινε λεύτερος άνθρωπος και κατάλαβε ποιο είναι το χρέος του.
usound
Και για την αντιγραφή

Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2009

Έρευνα αγοράς

Ο τύπος ήταν αυστηρός:
-Θέλω το καλύτερο σάιτ!
-Τί εννοείτε, κύριε;
-Αυτό που είπα! Να μπαίνουν και να παθαίνουν ρεύση!
-Ξέρετε, δεν είναι μόνο θέμα εμφάνισης….
-Αλλά;
-Και ουσίας! Όση φιγούρα και να φτιάξουμε, το προϊόν πρέπει να πουλάει!
-Άσε, ρε ζωγράφε! Δική μας δουλειά αυτή! Για το μπογιάτισμα, πόσα θες;
-Θα το μελετήσω και θα σας πω.
-Εσύ, από ποιό ΤΕΙ είσαι;
-Αγουλινίτσας!
-Άσε, θα προτιμήσω ΕΜΠ! Θα μου έρθει και φτηνότερα!

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2009

Nα φύγετε, να πάτε αλλού !

Φύγαμε λοιπόν ή μας φύγανε ή δεν ξέρω τί, δεν έχει σημασία.

Τα blogs όμως είμαστε ΟΛΟΙ εμείς. Πάντα ήμασταν εμείς. Από Βασίλη-Αντ μέχρι Θρασσάκο κι από Σπάρτη μέχρι Kίκου, με Κέκροπες και Αλκατέλες.

Την πρώτη σελίδα, που δεν μας ανήκε άλλωστε, μπορεί ασφαλώς να την κρατήσει η ιδιοκτήτρια εταιρεία, για να προμοτάρει V.I.P's blogs, όπως καλή ώρα του καψερού του Aegean.

Μένει τώρα να βρούμε το "αλλού".

Ελάτε γκουρούδες, να βρούμε μέρος.

Είμαστε ΠΟΛΛΟΙ βλέπεις και θέλουμε άφθονο χώρο.

Και καθαρό αέρα, οπωσδήποτε